Πιάνω κουβέντα με τον εαυτό μου:
– Σήμερα είχαμε ρεπό και μόνο ρεπό δεν ήταν. Πολύ τρέξιμο.
-Άσε μας ρε φίλε που παραπονιέσαι κιόλας, πρώτη σου παράσταση στην Αθήνα στο Εθνικό και μιλάς κι από πάνω.
– Σωστά… Άσε που ξημερώνει πιο κουραστική μέρα. Αύριο κάνουμε διορθώσεις στο σκηνικό και στήνουμε φώτα και έχουμε και πρόβα να και πρέπει να πάω στο θέατρο αξημέρωτα.
-Ναι, αλλά έχεις στη διάθεσή σου τόσο εξοπλισμό και τόσους τεχνικούς. Δηλαδή, καλύτερα ήταν στην Θεσσαλονίκη, που κουβαλούσες τους προβολείς, τους κρεμούσες, τους σταμπίλαρες και τους άναβες μόνος σου;
-Έλα ντε; Τί είναι πιο δύσκολο, τελικά; Να κάνεις 200 πράγματα μόνος σου ή να συντονίζεις 200 ανθρώπους; Δύσκολη η απάντηση… Ας πούμε, ότι είναι απλά μια διαφορετική, πρωτόγνωρη κατάσταση.
-Έτσι σε θέλω!
-Δεν το πιστεύω ότι το λέω, αλλά μου λείπει η Θεσσαλονίκη.
-Βλαμμένος είσαι, παιδί μου; Πριν δύο μήνες που πρωτοήρθες Αθήνα, δεν έλεγες ότι θες να μείνεις μόνιμα εδώ και ότι χρειάζεσαι επιτέλους αλλαγή και ότι το θεατρικό επίπεδο της Θεσσαλονίκης είναι τριτοκοσμικό σε σχέση με της Αθήνας.
-Μμμμ… ναι, ειδικά αυτό το τελευταίο, σίγουρα το έχω πει εγώ. Και δεν το παίρνω πίσω, και όλα τα παραπάνω ισχύουν. Αλλά στην Αθήνα, όλα τρέχουν με ασύλληπτους ρυθμούς, δεν προλαβαίνεις να χαρείς τους ανθρώπους, για να βγεις για καφέ με ένα φιλικό πρόσωπο πρέπει να το χωρέσεις στον προγραμματισμό της εβδομάδας και πάλι αν κάτσει… Πού είναι εκείνο το ωραίο «Σε ένα τέταρτο στον Λευκό να χαζέψουμε τη θάλασσα!»;;;
-Φίλε, αποφάσισε τι θέλεις, γιατί έχεις κουράσει μέχρι και τον εαυτό σου.