at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Θανάση Κριτσάκη

κείμενο Ι θανάσης κριτσάκης */* φωτογραφίες | eleni choumou + luca mavri + anwa + αρχείο θανάση */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

η καθημερινότητα που δεν εξουθενώνει

Η μέρα μου, συνήθως, ξεκινά με αρκετά πρακτικά πράγματα. Ξυπνάω, φτιάχνω καφέ και προσπαθώ να οργανώσω λίγο την ημέρα που έρχεται — τι πρέπει να γίνει, τι εκκρεμεί, τι δουλειά υπάρχει μπροστά. Είναι μια μικρή ρουτίνα που με βοηθά να μπω σε ρυθμό πριν ξεκινήσει η υπόλοιπη μέρα.

Έπειτα, αφιερώνω χρόνο στη μελέτη και στο γράψιμο. Διαβάζω κείμενα, δοκίμια ή άλλο υλικό που μπορεί να με ενδιαφέρει για τη δουλειά μου. Συνήθως, εκείνη την ώρα έχω ανοιχτό και κάποιο ενημερωτικό κανάλι να παίζει στο βάθος ή ακούω μουσική, κάτι που με βοηθά να συγκεντρωθώ, αλλά και να μένω σε επαφή με την επικαιρότητα.

Αν υπάρχουν πρόβες, η ημέρα συνεχίζεται στο θέατρο.

Οι πρόβες είναι ο βασικός χώρος εργασίας: συζητήσεις, δοκιμές, αλλαγές. Είναι μια διαδικασία που χτίζεται, μέρα με τη μέρα, μαζί με τους συνεργάτες.

Υπάρχουν, όμως, και περίοδοι που δεν υπάρχει κάποια θεατρική παραγωγή σε εξέλιξη. Τότε, η καθημερινότητα περιλαμβάνει και άλλες μορφές εργασίας ώστε να καλυφθούν τα έξοδά μου. Το βράδυ, συνήθως ύπνος νωρίς, εκτός και αν επισκεφτώ κάποιο μπαρ για να δω κάποιο/α φίλο/φίλη.

Επιστροφή στην πατρίδα. Ποιες σκέψεις και ποιες θύμησες φοιτητικές από την πόλη σας κατακλύζουν; 

Είναι περίεργο να γυρνάω σε αυτή την πόλη. Έχω πάρα πολλές αναμνήσεις τόσο ως παιδί, όσο και ως φοιτητής. Περισσότερο είναι μια αίσθηση αλλαγής η οποία με συναντά κάθε φορά που έρχομαι. Η μεταβολή ενός τόπου σου δίνει και την εντύπωση μιας γενικής μεταβολής σε αυτό που είσαι σήμερα. Κάθε φορά που έρχομαι μπορώ να κάνω και μια ανασκόπηση και να δω τι έχει αλλάξει σε μένα. Και, θαρρώ, το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι μια αλλαγή στην διάσταση του χρόνου. Εδώ ο χρόνος είναι ακόμη απλομένος, το άγχος λιγότερο και οι άνθρωποι πιο διατεθειμένοι να προσφέρουν και να γνωρίσουν. Ίσως το βλέπω έτσι γιατί δεν ζω εδώ, ίσως γιατί νιώθω αυτή τη την οικειότητα και αίσθηση ηρεμίας, που χαρακτήριζε τα φοιτητικά και παιδικά μου χρόνια και η οποία συρρικνώνεται μέρα με τη μέρα, τόσο από μένα τον ίδιο, όσο και από την Αθήνα.

Ποια χαρά σας έδωσε αυτή η παράσταση, η «μαλακία»; 

Αρχικά, να πω ότι είναι μεγάλη μου χαρά που έκανα νέους συνεργάτες και ξανασυνάντησα παλιούς. Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν τόσο όμορφο εάν δεν υπήρχε μια ομαδα όμορφων ανθρώπων που να την στηρίζει.

Γενικά, δεν έχω παίξει σε κωμωδίες, ούτε ασχολούμαι με το συγκεκριμένο είδος δημιουργικά, σαν συντελεστής δηλαδή, οπότε ήταν και η πρώτη φορά που καταπιάστηκα με το είδος και, μπορώ να πω, ότι λειτούργησε απελευθερωτικά. Βρήκα ένα κομμάτι του παρελθόντος μου που από καιρό είχα μισο-θάψει. Παιδικοί μου φίλοι και συγγενείς μου λένε ότι βλέπουν σε μένα αυτή την τρέλα που είχα όταν ήμουν μικρός ή μικρότερος, και ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να την εκφράσω. Υποθέτω πως όσο έλειψε σε αυτούς, άλλο τόσο έλειψε και σε μένα. Αυτή τη χαρά μου έδωση αυτή η παράσταση.

Η απενοχοποίηση της “μαλακίας” δεν είναι εύκολο πράγμα, ειδικά σε καιρούς που αυτή είναι τόσο διάχυτη και προσβάσιμη. Η διαδικασία της παράστασης, μου επέτρεψε να δω ότι μπορεί να υπάρξει δημιουργικός χώρος για να την παρατηρήσεις, να τη διαχειριστείς και ίσως να τη χρησιμοποιήσεις για να λειτουργήσει ως κριτική έννοια απέναντι σε ένα κρίσιμο καθημερινό πρόβλημα.

Από την Καλών Τεχνών, εκατό βήματα παραπέρα στο Φαργκάνη…. άλλαξαν τα θέλω του Θανάση, σε σχέση με τα χρόνια της Σχολής;

Δεν νομίζω ότι άλλαξαν τόσο τα «θέλω» όσο ο τρόπος που τα αντιλαμβάνομαι.

Στα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών υπάρχει μια μεγάλη ορμή – μια ανάγκη να δοκιμάσεις τα πάντα, να ανακαλύψεις τι είναι το θέατρο για σένα και τι μπορεί να γίνει. Είναι μια περίοδος όπου κυριαρχεί η αναζήτηση.

Με τα χρόνια και μέσα από τη δουλειά – είτε σε μικρές σκηνές είτε σε χώρους όπως το Φαργκάνη – αρχίζεις να καταλαβαίνεις καλύτερα τι σε αφορά πραγματικά. Στη δική μου περίπτωση αυτό που με απασχολεί όλο και περισσότερο είναι η σχέση του θεάτρου με την κοινωνία: οι άνθρωποι, οι αντιφάσεις τους, οι πολιτικές και καθημερινές τους ιστορίες.

Στη σχολή μπορεί να σε ενδιαφέρει κυρίως η μορφή. Αργότερα σε ενδιαφέρει πιο πολύ το γιατί κάνεις κάτι. Όχι μόνο να φτιάξεις μια παράσταση, αλλά να δημιουργήσεις έναν χώρο όπου οι εμπειρίες των ανθρώπων μπορούν να ακουστούν και να μετατραπούν σε σκηνική πράξη.

Οπότε δεν θα έλεγα ότι άλλαξαν τα θέλω. Περισσότερο ξεκαθάρισαν.

Είναι εύκολο να κάνεις σουρεαλιστική κωμωδία όταν όλοι από τα σπίτια τους, με ανοιχτή τηλεόραση βλέπουν πόλεμο;

Η κωμωδία μπορεί να αποτελέσει, όπως είπα και παραπάνω, ένα σημείο κριτικής του κόσμου, χρησιμοποιώντας το χιούμορ ως όχημα, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη φρίκη ενός πολέμου. Τίποτα δεν είναι εύκολο σε έναν πόλεμο. Εμείς, ως θεατές ή δημιουργοί, δεν βιώνουμε τον πόλεμο άμεσα· βλέπουμε το θέαμά του. Δυστυχώς, ο κόσμος παρακολουθεί αυτό το θέαμα και γι’ αυτό δεν υπάρχει ουσιαστική αντίδραση.

Με τον ίδιο τρόπο μπορεί κάποιος να δει ή να φτιάξει μια σουρεαλιστική κωμωδία, όπως θα φτιαξει το αφήγημα-θέαμα του πολέμου στο πάνελ ενός καναλιού·  η διαφορά είναι ότι στο θέατρο υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει μπροστά του, υπάρχει μια ζωντανή διαδικασία. Στον πόλεμο όμως, μέχρι να φτάσει μέσα στο σπίτι του, η πραγματικότητα απλώς μεταδίδεται σαν εικόνα, η φρίκη συνηθίζεται. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν ειναι μαλλον πως κατασκευάζεται μια κωμωδία σε καιρό πολέμου, αλλα πως κατασκευάζεται η αφήγηση και η μετάδοση ενός πολέμου και γιατί, από τη στιγμή που ολοι τον βλέπουν, έρχονται στο θέατρο. Κάνοντας αυτόν τον συλλογισμό ξαφνικά η κωμωδία και η δημιουργια της είναι η κανονικότητα και ο πόλεμος η εξαίρεση, σε αντίθεση με το να σκεφτούμε πως μπορουμε να κάνουμε κωμωδία σε καιρό πολέμου, όπου η κανονικότητα είναι η κατασκευή και η παρακολούθηση του θεάματος του πολέμου και η εξαίρεση η δυνατότητα πραγματικής αντίδρασης απέναντι σ’ αυτόν.

Επόμενα ανακοινωσιμα σχέδια;

Αυτό τον καιρό είμαι υπότροφος του προγράμματος  «Onassis Air», ως δραματουργός, οπότε και ετοιμάζω τον σκελετό μιας πρωτότυπης παράστασης με κεντρικό θέμα την σεξουαλικότητα και σεξουαλικοποίηση του σύγχρονου υποκειμένου. Κομμάτι της δουλειάς αυτής θα παρουσιαστεί στο  «Summer Open Days», σε μια συλλογική παρουσίαση, στα μέσα με τέλη Ιουνίου.

*Ο Θανάσης Κριτσάκης συμμετέχει στην θεατρική παράσταση “Η ανθρώπινη μαλακία που με εξουθενώνει” των Κωνσταντίνου Μαυρόπουλου, Θανάση Μεγαλόπουλου και Κωνσταντίνου Δαλαμάγκα. Μαζί του, επί σκηνής, ο Θανάσης Μεγαλόπουλος και ο Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας. Παρουσιάζεται για τρεις τελευταίες παραστάσεις στο θέατρο Artbox Fargani στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, έως και Κυριακή 15 Μαρτίου.