at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Κωνσταντίνου Γοργολίτσα

κείμενο Ι κωνσταντίνος γοργολίτσας */* φωτογραφίες | αρχείο κωνσταντίνου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

με προτζέκτορα στο γαλάζιο του δωμάτιο....

Η αρχή ήταν το κείμενο της Αλεξάνδρας. Το διάβαζα και, ενώ φαινομενικά μιλά για έρωτα, ένιωθα ότι από κάτω υπάρχει κάτι άλλο — ένας αντιέρωτας, μια σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που φανταζόμαστε και σε αυτό που τελικά είναι. Εκεί άρχισε να μου γεννιέται η εικόνα των ανθρώπων σαν κινούμενα ρόρσαχ. Σώματα αδρανή — μέχρι να ιδωθούν, να αποκτήσουν περίγραμμα από ένα βλέμμα.

Θα μοιραστώ κάτι πολύ προσωπικό για να σου δώσω να καταλάβεις πως ξεκίνησε η ιδέα μας. Είχα την αίσθηση ότι, σε κάποιες ερωτικές συναναστροφές, την επόμενη μέρα τα πρόσωπα χάνονταν. Δεν έμενε κάτι καθαρό — μόνο μια αίσθηση, ένα ίχνος. Σαν να συμπλήρωνα τον άλλον, εκ των υστέρων. Και κάπως έτσι, γεννήθηκε η ανάγκη να “σβήσω” τα πρόσωπα πάνω στη σκηνή. Να μην είναι ποτέ σταθερά.

Ο projector ήρθε από αυτή την ανάγκη. Να υπάρξει ένα πεδίο. Τα σώματα να γίνουν καμβάδες. Να ζωγραφίζονται εκείνη τη στιγμή, να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται, να αποκτούν κάθε φορά άλλη εκδοχή. Σαν να βλέπεις μπροστά σου, τη στιγμή που γεννιέται μια φαντασίωση. Σαν να καταρρίπτεται για λίγο η πραγματικότητα.

Και είναι εύθραυστο, όλο αυτό. Αν ο projector σβήσει, όλα αλλάζουν. Τα σώματα μένουν χωρίς εικόνα. Και ξαφνικά, δεν ξέρεις τι ήταν πιο αληθινό.

Η εργαλειοθήκη δεν κρύβεται. Ανοίγουν φάκελοι, εμφανίζονται αρχεία, εικόνες μπαίνουν μέσα στη σκηνή, παρεμβαίνουν, αλλοιώνουν. Βλέπεις τη διαδικασία. Και κάπως εκεί, συνειδητοποιώ, ότι μοιάζει πολύ με το πώς λειτουργεί το μυαλό μας. Με τα “αρχεία” που κουβαλάμε. Με το πώς φτιάχνουμε τους άλλους μέσα μας, για να μπορέσουμε να υπάρξουμε κι εμείς.

Γιατί, η φαντασίωση δεν έρχεται από το πουθενά. Φτιάχνεται. Από παιδικά βιώματα, από μνήμες, από επιθυμίες, από παρορμήσεις. Όλα μπλέκονται και προβάλλονται. Και τελικά, δεν βλέπουμε ποτέ τον άλλον όπως είναι. Βλέπουμε αυτό που αντέχουμε. Αυτό που έχουμε ανάγκη. Αυτό που ήδη υπάρχει μέσα μας.

Αυτό με πάει πίσω. Πριν καν, γεννηθώ. Σε ένα γαλάζιο δωμάτιο που είχε ήδη ετοιμαστεί για μένα. Γαλάζια σεντόνια, γαλάζιες μαξιλαροθήκες. Και ένα όνομα, του παππού μου, που μου είχε ήδη φορτωθεί. Αυτό ήταν το περίγραμμά μου, σε αποχρώσεις baby blue, και έμενε ένα σωματάκι -τόσο δα- για να χωρέσει μέσα του.

Νιώθω, ότι κάπως αυτό το γαλάζιο έμεινε στο σώμα μου. Στους ώμους μου που γέρνουν λίγο μπροστά. Σαν να προστατεύουν έναν θυμό. Έναν θυμό, για το ότι καλούμαι να κινηθώ μέσα σε ένα πλαίσιο που είναι ήδη στημένο, με κανόνες και οδηγίες που προϋπάρχουν.

Και κάπου εκεί καταλαβαίνω ότι ναι, το σώμα μου λέει την ιστορία μου. Όχι, καθαρά. Αλλά, μέσα από μικρές εντάσεις, μικρές μετατοπίσεις. Από πράγματα, που δεν φαίνονται αμέσως.

Τί μου δημιουργεί “πεταλούδες στο στομάχι”;

Η μουσική. Οι παιδικές ζωγραφιές. Τα βουνά. Το να χάνομαι στην πόλη το βράδυ. Το να χορεύω. Οι δυνατές μουσικές. Οι τυχαίες συναντήσεις. Το να πίνω με τις φίλες μου. Οι άνθρωποί μου. Το να διαβάζω παρέα με τη συγκάτοικό μου, το να ζωγραφίζω, η δουλειά μου. Το να είμαι δάσκαλος. Υπάρχει και μια σκέψη που επιστρέφει: ότι κάτι αλλάζει. Ότι, κάτι μετακινείται. Έστω και λίγο. Ότι, ο κόσμος δεν είναι σταθερός. Και ότι, κάπως, συμμετέχω κι εγώ σε αυτή τη μετακίνηση. Αυτά μου φέρνουν πεταλούδες.

Αυτό που με ενδιαφέρει τελικά δεν είναι να καταλάβει κάποιος/α την παράσταση. Είναι να έρθει ανοιχτός. Να αφήσει κάτι να συμβεί. Να κάνει τις δικές του συνδέσεις, να δει μέσα από αυτό που ήδη κουβαλά, να προβάλει χωρίς να το συνειδητοποιεί απαραίτητα εκείνη τη στιγμή.

Και να φύγει με κάτι δικό του. Όχι με κάτι κοινό.

Γιατί η αλήθεια, κάπως, δεν δίνεται. Φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή.

Και αυτό που βλέπω — και από τους πρώτους ανθρώπους που την είδαν — είναι ότι κάτι μένει. Στο σώμα. Ένα σφίξιμο. Μια μικρή αμηχανία. Κάτι που δεν λέγεται εύκολα. Και πολύ συχνά συνδέεται με προσωπικά βιώματα. Με τον έρωτα. Με ό,τι έχει αφήσει ίχνος.

Δεν ξέρω αν αυτό είναι “άλλη γλώσσα”. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει άλλη γλώσσα. Ίσως απλώς αλλάζει η οπτική.

Αυτό που κάναμε δεν ξεκίνησε σαν κάτι πειραματικό. Είναι περισσότερο μια πρόσκληση. Να μπει κανείς στο σύμπαν το δικό μου και της Δήμητρας. Να μείνει για λίγο εκεί. Και να πάρει ό,τι θέλει. Ή και τίποτα.

Και ίσως αυτό αρκεί.

Και σε σχέση με τον έρωτα… δεν ξέρω αν τον έχω ζήσει ως κάτι τόσο ακραίο. Αλλά ξέρω ότι η “εμπόλεμη ζώνη” υπάρχει. Υπάρχει στο να είμαι ένα κουήρ άτομο μέσα σε μια ετεροκανονική πραγματικότητα. Στο να προσπαθώ να υπάρξω με τους δικούς μου όρους, χωρίς να τους μαλακώνω για να χωρέσω. Εκεί υπάρχει ένταση. Μια διαρκής διαπραγμάτευση. Και ναι, κάποιες φορές αυτό μοιάζει με εμπόλεμη κατάσταση. Με την ανάγκη να προστατεύσω κάτι πολύ βασικό για να συνεχίσω να υπάρχω.

Και κάπως όλα αυτά συμβαίνουν εδώ.

Στη Θεσσαλονίκη.

Ήρθα πριν από 13 χρόνια για να σπουδάσω και κάθε χρόνο σκέφτομαι ότι θέλω να φύγω. Και κάθε φορά μένω. Γιατί τελικά η πόλη είναι οι άνθρωποί μου. Και εδώ υπάρχουν άνθρωποι που με αγαπούν και τους αγαπώ.

Και τον τελευταίο καιρό συνειδητοποιώ ότι αυτή η πόλη έχει ακόμα απόθεμα για μένα. Πολύ. Είναι ο τόπος της ενηλικίωσής μου. Και αυτό έχει κάτι το ιερό.

Με έναν περίεργο τρόπο, με κρατά.
Με κινεί.
Με κάνει να δημιουργώ.

Και τελικά, να μένω.

Ο Κωνσταντίνος Γοργολίτσας σκηνοθετεί με την Δήμητρα Στεργίου, τη θεατρική παράσταση “Πεταλούδες στο στομάχι” της Αλεξάνδρας Καλτσογιάννη, που παρουσιάζεται στο θέατρο Τ, της Θεσσαλονίκης. Παραστάσεις έως και 29 Μαρτίου.