ΠΑΟΚ – μνήμη σώματος
Και φυσικά, όποτε μπορώ λόγω παραστάσεων βλέπω ΠΑΟΚ, ξέρεις ο ΠΑΟΚ για μένα δεν είναι για εμένα απλώς μια ομάδα. Είναι μνήμη σώματος. Είναι προσφυγιά, ρίζα, ένστικτο. Κάτι που δεν το διαλέγεις, σε διαλέγει. Κουβαλάει μέσα του ανθρώπους που έφυγαν, που πάλεψαν, που έμαθαν να επιβιώνουν χωρίς να ζητάνε έγκριση.
Μικρός έφευγα κρυφά για εκδρομές. Ψέματα, φόβος, αδρεναλίνη. Όχι για να το παίξω μάγκας για να νιώσω ζωντανός. Στα λεωφορεία και στα πέταλα γνώρισα ανθρώπους ωμούς, αληθινούς, χωρίς φίλτρα. Εκεί έμαθα πιο πολλά για τον άνθρωπο απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε βιβλιο. Είδα αγάπη και βία, αδελφικότητα και μοναξιά, όλα μαζί. Το γήπεδο δεν ωραιοποιεί τίποτα, σου δείχνει τι υπάρχει κάτω από τα ρούχα και τους ρόλους.
Ο ΠΑΟΚ ξέρεις με καθόρισε σαν άνθρωπο, γιατί μου έμαθε πως η ταυτότητα δεν είναι διακόσμηση. Είναι στάση σώματος. Στέκεσαι, φωνάζεις, πονάς, συνεχίζεις. Δεν παριστάνεις τον ουδέτερο όταν μέσα σου βράζεις.
Μου λείπει το γήπεδο. Μου λείπει αυτή η ωμή ενέργεια που δεν μεταφράζεται. Και όποτε βρίσκω χρόνο, πάω Τούμπα και μάλιστα στην 4 έχω πολλούς φίλους. Όχι για να ξεφύγω από τη ζωή, αλλά για να τη θυμηθώ. Εκεί όλα είναι άμεσα χαρά, απογοήτευση, ένταση. Καμία θεωρία, μόνο παλμός.
Πολλές φορές σοκάρονται όταν μιλάω έτσι για τον ΠΑΟΚ, ειδικά κάποιοι δήθεν άνθρωποι της τέχνης. Σαν να υπάρχει μια αόρατη σύμβαση ότι η τέχνη πρέπει να είναι αποστειρωμένη, αποκομμένη από το πάθος. Εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό. Η τέχνη χωρίς σώμα και ένστικτο, είναι απλώς διακόσμηση τοίχου. Ο ΠΑΟΚ μου θύμισε ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο νους είναι ένταση, επιθυμία, σύγκρουση.
Δεν ζητάω να το καταλάβουν όλοι. Ούτε να συμφωνήσουν. Για μένα είναι ένας τρόπος να υπάρχω χωρίς να λειαίνω τις γωνίες μου. Να μην χαϊδεύω αυτιά ούτε τα δικά μου.
Διδασκαλία – απέναντι στον κυνισμό
Έχω την τύχη φέτος να διδάσκω στην Δραματική Σχολή της Αγίας Βαρβάρας, που γίνεται μια σοβαρή δουλειά και έχουμε ένα πραγματικά εξαιρετικό υλικό ανθρώπων, αλλά και τα μαθήματα που κάνω μόνος με την μέθοδο μου το Animal Body. Έχω συνολικά 72 μαθητές. Εβδομήντα δύο νέοι άνθρωποι που αποφασίζουν να μπουν σε μια τέχνη που κανείς δεν τους υπόσχεται ότι θα τους ανταμείψει.
Το μέλλον του θεάτρου μοιάζει συχνά θολό, δυσοίωνο, σχεδόν βίαιο. Ζούμε σε μια εποχή που ζητά ταχύτητα, ευκολία, κατανάλωση. Το θέατρο, αντίθετα, ζητά χρόνο, αμφιβολία, έκθεση. Ίσως, γι’ αυτό μοιάζει παράλογο που ακόμα υπάρχουν νέοι που το επιλέγουν. Κι όμως, υπάρχουν, και αυτό από μόνο του, είναι μια πράξη αντίστασης.
Αυτό που βλέπω μέσα στην αίθουσα δεν είναι αθωότητα είναι ανάγκη. Ανάγκη να καταλάβουν ποιοι είναι μέσα από το σώμα τους, τη φωνή τους, το ρίσκο. Να σταθούν μπροστά σε άλλους χωρίς πανοπλία. Και εκεί, μέσα σε αυτή την ευάλωτη στιγμή, θυμάμαι γιατί ξεκίνησα κι εγώ.
Σε μια χώρα που συχνά μοιάζει να διαλύεται, αυτοί οι 72 άνθρωποι μου θυμίζουν ότι η τέχνη δεν πεθαίνει όταν λείπουν οι πόροι, πεθαίνει όταν λείπει η επιθυμία. Κι εδώ η επιθυμία είναι παρούσα, πεισματική, σχεδόν άγρια.
Κάθε μάθημα είναι υπενθύμιση ότι το θέατρο δεν είναι ασφαλές καταφύγιο. Είναι πεδίο μάχης. Κι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, χωρίς να το ξέρουν ίσως, επιλέγουν να μπουν μέσα του με ανοιχτά μάτια. Αυτό, για μένα, είναι η πιο καθαρή μορφή ρομαντισμού να συνεχίζεις να πιστεύεις στην τέχνη όταν όλα γύρω σου σε σπρώχνουν να γίνεις κυνικός.
Επόμενα
Επόμενο βήμα η περιοδεία με την παράσταση “Τα Σκυλιά” το καλοκαίρι ξανά Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τότε μαθήματα, πρόβες, παραστάσεις.