Πώς αποφασίστηκε πέρσι το θεατρικό ανέβασμα της ταινίας;
Κοίτα, όλα ξεκίνησαν επειδή χάλασε η προηγούμενη μας δουλειά,
ήμασταν σε μια δουλειά με τον Τάσο,
και κάπως τα πράγματα δεν προχώρησαν,
και μείναμε και οι δύο στον αέρα,
και λέμε αφού μείναμε στον άσο, και θέατρο για εμάς δεν έχει φέτος… δεν ξεκινάμε να δούμε πώς θα βρούμε άκρη με το «Ας περιμένουν οι γυναίκες»;,
που όλο το λέμε και δεν το ξεκινάμε.
Τώρα, “ποιος το πέταξε στο τραπέζι πρώτος”, δεν θυμάμαι,
θυμάμαι, όμως, ότι αυτός που επέμενε πιο πολύ από όλους,
ήταν ο Νικόλας, όταν τον μπάσαμε στη φάση.
~
Την ταινία, πρώτη φορά, την είδα μόνος στα κρυφά
πριν από κάποιες εκλογές,
γιατί ντρεπόμουν που δεν την είχα δει.
Η ιστορία είναι η εξής,
ανεβαίναμε οδικώς από Αθήνα για Ξάνθη με τον σύντροφο Ξενοφώντα για να τρέξουμε εκλογές,
κάπου πριν την Καβάλα αρχίζει ο Ξενοφών από την θέση του συνοδηγού να μου λέει κάτι ακατάλυπτα,
για την λίμνη Βόλβη, το ιστορικό συνέδριο της ΝΔ, τον Μεϊμαράκη,
στην αρχή έκανα πως καταλάβαινα
γιατί σε σχέση με τον Ξενοφώντα που είχε φάει τα νιάτα του στην αριστερά, εγώ ήμουν ψάρακας.
Ε, μετά μου εξηγεί
μου λέει για την ταινία, τον Τσιώλη κ.λ.π.
και με το που φτάσαμε Ξάνθη, άρχισα φροντιστήριο.
Ε, με το που την είδα την λάτρεψα.
~
Γυρνώντας πίσω στις πρόβες θυμάμαι τους ποδοσφαιρικούς καυγάδες,
με την Νικίτα να ψάχνει μέρος να κρυφτεί,
τα delivery είχαμε γίνει οι αγαπημένοι της γειτονιάς,
αυτό το θίασο καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταϊζεις,
και το πόσο γαμάτος τύπος και ταυτόχρονα υπέροχος ηθοποιός είναι ο Λαγούτης.
Γιατί με τον Τάσο και τον Νικόλα είμαστε οικογένεια,
με την Νικίτα πίστευα θα τα βρίσκαμε,
η φίρμα ήταν ο Πέτρος – συγγνώμη Αλεξάνδρα μου –
όμως, κολλήσαμε αμέσως,
συνεργαστήκαμε άψογα,
ηθοποιός, η χαρά του σκηνοθέτη
και καταφέραν όλοι να γίνουν όχι απλά ομάδα, αλλά παρέα και να είναι ο ένας για τον άλλο.