at a glance
Top

Αλέξανδρος Ρήγας

τί ψυχή μας καταθέτεις, μωρέ...;

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | αρχείο αλέξανδρου ρήγα */* επιμέλεια Ι γιώργος παπανικολάου

“Μικρός δεν έβλεπα τόσο πολύ θέατρο. Στην εφηβεία, έβλεπα τόσο- όσο, που το περιβάλλον, με έσπρωχνε να δω παραστάσεις. Με την οικογένεια, λίγο αργότερα με φίλους, αλλά σίγουρα δεν υπήρχε ούτε και σαν δεύτερη σκέψη στο μυαλό μου, να γίνω ηθοποιός. Ήμουν προσηλωμένος στο στόχο μου, ήθελα να μπω στο Πανεπιστήμιο, ήθελα Φιλοσοφική- ήταν πολύ συγκεκριμένο αυτό που ήθελα. Να φύγω από την επαρχία, να πάω στην Αθήνα και -μάλιστα- επιθυμούσα να ακολουθήσω ακαδημαϊκή καριέρα. Ονειρευόμουν πανεπιστημιακές έρευνες και μελέτες. Βασικά, γεννήθηκα στην Αθήνα, οι γονείς μου ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και γρήγορα- λόγω δουλειάς- φύγαμε και κάναμε ένα tour της Πελοποννήσου, μέχρι τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Μεσσηνία, Αρκαδία, Ηλεία- έπαιζα σε αυτό το “γεωγραφικό τρίγωνο”, μέχρι την ενηλικίωση”. Ο Αλέξανδρος Ρήγας είναι στο rejected…

There is no one like me
There is no possibility
Through the wall I can see
I've got a special ability
There is no one like me
I'm a kind of phenomenon
But for you I'm a fool
In your hands I'm a tool
I'm in love, treat me cool

“Όσο ήμουν στο τρίτο έτος στη Φιλοσοφική Αθηνών, ήρθα σε επαφή με το θεατρικό τμήμα του Πανεπιστημίου, και κάποια στιγμή αποχώρησε ένας ηθοποιός από μια παράσταση που γινόταν και μου ζητήθηκε να κάνω αντικατάσταση. Τελείως, φιλικά. Και ένα ωραίο βράδυ, έπαιξα Τσέχωφ και “τσίμπησα” το μικρόβιο του θεάτρου. Άφησα τη Φιλοσοφική, και το 14210 σβήστηκε για πάντα από τα αρχεία της Σχολής, μετά από χρόνια. Το 14210 ήταν ο αριθμός μητρώου μου. Το θέατρο για μένα, ξαφνικά, έγινε κάτι μαγικό, αλλοπρόσαλλο και ανεξήγητο. Ένιωθα πως είναι κάτι που με ωθούσε να το γνωρίσω και να γίνω κομμάτι του. Όπερ εγένετο. Έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στη Σχολή Θεοδοσιάδη. Βασικά, ήθελα Εθνικό, γιατί είχε ένα κύρος, και κυρίως, ήταν δωρεάν. Του Θεοδοσιάδη, το είχα σαν plan b, δίχως να υποτιμώ καμία από τις δύο επιλογές. Στο Εθνικό Θέατρο, πέρασα με τη πρώτη. Εκείνα τα χρόνια, είχα μια εστέτ και αφοριστική διάθεση για όλο το θεατρικό σύμπαν. Ξέρεις, αυτό που έχεις σαν έπαρση, όταν είσαι ηλικιακά μικρός και ανώριμος,  και από πάνω, ο Θεός χαμογελάει; Είχα την έπαρση της νεότητας, πίστευα ότι ξέρω τα πάντα και ότι θα κάνω πολύ συγκεκριμένο θέατρο ρεπερτορίου. Τότε, θεωρούσα πως αν δεν κάνεις Αισχύλο-Σοφοκλή-Σαίξπηρ, καλύτερα να μη κάνεις θέατρο. Ήταν αυστηρά και περιοριστικά τα όνειρα μου, για το θέατρο. Είχα μια ελιτίστικη διάθεση και αρκετά αφοριστική. Ηλιθιωδώς, βέβαια…Το θέατρο είναι τα πάντα, αιώνες τώρα. Ουσιαστικά, το θέατρο σε θέλει να το κάνεις με εντιμότητα, καθαρότητα και να σέβεσαι αυτό που κάνεις. Να έχεις ψηλά τον θεατή που θες να επικοινωνήσεις μαζί του. Και όλα τα είδη, να τα αντιμετωπίζεις  εξίσου σοβαρά, γιατί είναι εξίσου δύσκολα. Όλα στο θέατρο απαιτούν εντιμότητα. Μπορεί και να μη γίνουν καλές παραστάσεις- όλα παίζουν- αλλά να αισθάνεσαι ότι δεν πρόδωσες το όνειρο σου και τη στάση σου, όσων θα έρθουν να σε δουν, σε μια θεατρική σκηνή. Έπειτα, ήρθε το “ανοιξιάτικο ξέσπασμα” της ιδιωτικής τηλεόρασης”…

“Ποιούς δασκάλους ξεχωρίζω από τα χρόνια της Δραματικής; Ο Τάσος Λιγνάδης ως καθηγητής στην Σχολή, ήταν φάρος για όλη τη σειρά φοιτητών που είμασταν στο Εθνικό- μαγικός δάσκαλος, εξαιρετικά καλλιεργημένος και ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες που πέρασαν από το ελληνικό θέατρο, ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Αυστηρός δάσκαλος, μα θυμάμαι, τουλάχιστον στο έτος το δικό μου, δούλευε με πείσμα, φαντασία, “χρώματα”, είχε μέθοδο….και δεν ξέρω, κατά πόσο όλοι εμείς, είμασταν- τότε- έτοιμοι να καταλάβουμε το μεγαλείο του. Με μεγάλη χαρά θυμάμαι τις παραστάσεις του, στο Ανοιχτό Θέατρο. Με τη Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με το Μηνά Χατζησάββα, πήγαινα και έβλεπα μεγάλες παραστάσεις από εκείνον,  σαν το “Κρίμα που είναι πόρνη”, “Τρεις αδελφές”. Πρώτη μου επαγγελματική δουλειά στο θέατρο, ήταν το “Γλυκό Πουλί της Νιότης” με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, το χειμώνα του ’90. Εκεί δεν είχα το ύφος του “απόφοιτος του Εθνικού”, μου είχαν πέσει όλα τα φτερά. Άλλωστε, η ελεύθερη αγορά απαιτούσε και επιβίωση και βιοπορισμό. Μόνο όφελος είχα να πάω σε ένα επικαιροποιημένο θέατρο με μια θιασάρχη αυτού του εκτοπίσματος και της αδιανόητης λάμψης. Άσε που είχα εμμονή με τη Βουγιουκλάκη- τη θαύμαζα. Ζήσαμε μαγικές στιγμές, εκείνο το χειμώνα. Βασικά, δεν μιλάμε για ρόλο, είχα δυόμιση ατάκες σε αυτό το ρόλο. Αλλά, είδα και έμαθα όλο “το άλλο”. Για το πως στήνεται μια παράσταση, τα θέματα της παραγωγής, πόσο τα πράγματα στις πρόβες είναι αλλιώς και αλλάζουν όταν μπαίνει το κοινό μέσα, στις παραστάσεις. Την επόμενη σεζόν, έπαιξα στο θέατρο ΕΡΕΥΝΑΣ, στο “Κουρδιστό Πορτοκάλι” με το Δημήτρη Ποταμίτη, έκανα και παιδικά έργα. Έπειτα, το 1993, πήγα στο Εθνικό και έπαιξα στο “Καλντερόν” του Παζολίνι και στη “Φάρμα των Ζώων” του Όργουελ. Και λίγο μετά, πήγα στη “Μελωδία της ευτυχίας” με την Αλίκη Βουγιουκλάκη- που έμελλε να είναι η τελευταία της παράσταση”.

There is no one like me
There is no possibility
Through the wall I can see
I've got a special ability
There is no one like me
I'm a kind of phenomenon
But for you I'm a fool
In your hands I'm a tool
I'm in love, treat me cool

“Και ύστερα, ήρθε η ιδιωτική τηλεόραση και η προτροπή της Μίρκας Παπακωνσταντίνου, να πάει στο Mega Channel και να προτείνει το σενάριο μου, “Η Ελίζα και οι άλλοι”. Θα ακουστεί κυνικό…έπιασα χαρτί και μολύβι να γράφω σειρές, για βιοπορισμό. Έβλεπα γύρω μου, ότι υπήρχαν πολλοί καλοί ηθοποιοί και ένας τεράστιος ανταγωνισμός…οπότε, έπρεπε να εφεύρω κάτι, για να μείνω στη δουλειά και- να στο πω πεζά;- να δίνω κάποιους ρόλους στον εαυτό μου. Το μικρόβιο της υποκριτικής έτρεχε με ταχείς ρυθμούς στο αίμα μου. Έτσι και μπήκα στα σενάρια. Ολοκληρωμένη αγάπη για πλήρη δημιουργία αισθάνθηκα μετά τη “Ντόλτσε Βίτα”- εκεί κατάλαβα ότι “το παραμύθι” θέλω εγώ να το γράψω, να το σκηνοθετήσω, να το μοντάρω, να του βάλω μουσικές και τραγούδια. Και να “αποχωρώ” ο ίδιος, από την υποκριτική, σταδιακά. Ναι, από τη “Ντόλτσε Βίτα” και μετά…Είχα και εξαιρετικούς συνεργάτες σε όλο αυτό, τον Λευτέρη Παπαπέτρου, τον Δημήτρη Αποστόλου, το Μάνο Ψιστάκη, το Μάνο Τσότρα- δεν θέλω να τους ξεχνάμε…Εκείνα, πλέον, τα χρόνια, ήθελα να βγαίνει μπροστά ο “παραμυθάς” που φτιάχνει τα φτιασίδια στο “παραμύθι”. Με ρωτάς για το μοντάζ…πάντα με γοητεύει. Όσο περνάνε τα χρόνια, είμαι ακόμα πιο πολύ μέσα στο μοντάζ. Δεν μου φτάνει. Θέλω να μένω και άλλες ώρες στο μοντάζ…πάντα! Το μοντάζ δίνει το ρυθμό, το χρώμα, τις μουσικές, είναι οι τελικές σου επιλογές, στο καλύτερο που μπορεί να συμβεί στα γυρίσματα, κατά τη γνώμη σου. Στο μοντάζ, πολλές φορές, παίρνω το απόσταγμα των γυρισμάτων…θέλω να αφουγκράζομαι τους ηθοποιούς στα στούντιο, να παίρνω πράγματα από τη δική τους φαντασία και το δικό τους ταλέντο, το κέφι τους και να τα εντάσσω στο δικό μου “όνειρο”. Οι ηθοποιοί, όταν τους πιστεύεις, και τους δίνεις το χώρο να πειραματιστούν στη πρόβα, να αυτοσχεδιάσουν, είναι η απόλυτη δημιουργία, η πιο μαγική στιγμή σε αυτή την ομαδική δουλειά”.

And now friends, we'd like to introduce you to a, a brand new song
It's completely different from anything we've ever done
And this is the, uh, the title of, of
Our brand new 20th Century Fox movie
And, uh, it's also my newest RCA Victor escape, release
And, uh, I would like to say right now that, uh
The people over at 20th Century Fox have really been wonderful
All the great stars in the cast
The director and the producers
This is our first picture and they really helped us along
And with the help of the very wonderful Jordan Ayers
A song called "Love Me Tender"

“Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός και η μητέρα μου, μαία. Με ρωτάς, αν ο μπαμπάς μου έπαιζε τάβλι;! Α, χα…Ναι, νομίζω από εκεί ήρθε η αγάπη και η εμμονή μου, με το τάβλι. Η εικόνα του πατέρα μου να παίζει τάβλι, είναι αυτή που με καθόρισε, στο να το αγαπώ, ως σπορ. Ο πατέρας μου, με έμαθε τάβλι. Μου αρέσει. Το τάβλι είναι ψυχοθεραπεία. Σταματά και ακυρώνει τις διεργασίες του μυαλού και ότι σε αγχώνει και σου ζητά άδειασμα εγκεφάλου, ο χρόνος σταματά και όλη η ύπαρξη σου είναι, αν θα φέρεις καλή ζαριά και αν θα κερδίσεις τον αντίπαλο.

….Πόσα τσιγάρα κάνω τη μέρα; Πέντε πακέτα τη μέρα. Άρα, εκατό τσιγάρα- τη μέρα- κάνω. 5 επί 20=100. Με ρωτάς, αν το τσιγάρο είναι μια παύση στο χρόνο, στην επόμενη στιγμή που κάτι σου ζητείται…Όχι! Άσε τα ποιητικά σου…Το τσιγάρο είναι ένας -εγκληματικά- ηλίθιος εθισμός, μια τεράστια ανοησία. Μετανιώνω που μπήκα στο τσιγάρο. Δεν νομίζω ότι, πραγματικά, κάτι προσφέρει. Σίγουρα, είναι ένας τρόπος- εκ προοιμίου- να ξέρεις, τί ονομασία θα έχει ο τύπος του θανάτου σου. Όποιος καπνίζει τόσο πολύ σαν εμένα, γνωρίζει την ασθένεια που θα φύγει, από το μάταιο τούτο κόσμο. Προτροπή σε όσους μας διαβάζουν;! Μακριά από το τσιγάρο!”

Love me tender, love me sweet
Never let me go
You have made my life complete
And I love you so

“Χαίρομαι που μου λες, ότι η “Ξανθιά Φράουλα” που σκηνοθέτησα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, γεμίζει κάθε βράδυ από κόσμο, όσο καμία άλλη παράσταση του Κρατικού. Α, πολύ χαίρομαι, που μου το λες! Ναι, είναι μια αιρετική κωμωδία που- συν τοις άλλοις- μας δείχνει την ακραία ζήλια στις ανθρώπινες σχέσεις. Αν έχω υπάρξει ακραία ζηλιάρης; Εννοείται! Κατεξοχήν, ζηλιάρης. Ο έρωτας εμπεριέχει και ζήλια και κτητικότητα. Ζήλεια, τί είναι; Δεν είναι μήπως ο σύντροφος σου γνωρίσει ένα άλλο σώμα…..αλλά, μήπως εξαιτίας μιας άλλης μορφής έρωτα, σε αφήσει. Σε εγκαταλείψει. Τώρα, αντιλαμβάνομαι τελείως  διαφορετικά, τον έρωτα. Γιατί τα χρόνια περνάνε και όταν είσαι νέος νομίζεις πως όλα σου ανήκουν. Τώρα, είναι πολύ αλλιώς…Αλλά, υπήρξα βαθιά κτητικός στις ελάχιστες σχέσεις που είχα στη ζωή μου. Τί είναι το καλύτερο που μου συνέβη στο “Εκείνος και εκείνος”; Αν αφήσω στην άκρη το σπουδαίο, ποιητικό κείμενο του Μουρσελά, είναι αυτές οι 2-3 στιγμές του Γιώργου Κωνσταντίνου που “σολάρει” πάνω στη σκηνή και μιλά για τους γονείς του. Μετά από τόσο καιρό, μετά από τόσες πρόβες, μετά από τόσες παραστάσεις, προχθές ήμουν στο θέατρο ΑΡΓΩ που ανέβηκε και φέτος, και στην γενική δοκιμή- πάλι-  τον είδα και ανατρίχιασα…ξέρεις τί κάνω; ….Κάθομαι κάπου μακριά από τη σκηνή, βλέπω τον Γιώργο Κωνσταντίνου να λέει αυτό το κομμάτι, και βουρκώνω. Αυτός ο άνθρωπος, μέσα από το κείμενο του Μουρσελά, απευθύνεται στο δικό του παρελθόν”….

Love me tender, love me true
All my dreams fulfilled
For my darling, I love you
And I always will

“Αυτό το διάστημα, δεν γράφω, ασχολούμαι με τη τελική προετοιμασία των δύο ταινιών του “Τί ψυχή θα παραδώσεις, μωρή”….Αλλά, μέχρι πρόσφατα έγραφα και έχω πάρα πολλά πράγματα στο συρτάρι μου, τόσο για θέατρο, όσο και για τηλεόραση, που γράφω και θα γράφω. Αποδοχή; Όχι, δεν είναι αγαπημένη λέξη, αλλά αναγκαστική. Αναγκαστικά, συνυπάρχω με την “αποδοχή”. Ξέρεις, κάτι; Όταν το κοινό γεμίζει μια αίθουσα και περνάει καλά με αυτό που βλέπει, είναι ένας συντονισμός. μικρής ευτυχίας, που προκύπτει από την αποδοχή. Αλλά, η πραγματική ελευθερία του ανθρώπου είναι η έλλειψη του φόβου. Τί είναι φόβος; Ότι δεν σε αγαπάνε, δεν σε αποδέχονται, δεν σε επικυρώνουν, δεν σε εγκρίνουν. Αγαπημένη μου συνθήκη, είναι η ελευθερία. Να μην έχεις τίποτα ανάγκη. Να μπορείς να συνυπάρχεις με άλλους ανθρώπους, να κάνεις το καλό, αλλά όχι να εξαρτάσαι από την αποδοχή ή την αποδοκιμασία τους. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να είναι κατάρα. Θέλω να χαίρομαι από την αποδοχή, αλλά να μην εξαρτώμαι από αυτήν”.

Love me tender, love me long
Take me to your heart
For it's there that I belong
And we'll never part

“Πάντα έχω χαρά στη διάρκεια των γυρισμάτων, αλλά δεν την έχω σε πρώτο πλάνο…με τρώει το άγχος, η έγνοια του συντονισμού, να δημιουργηθεί το παραμύθι. Με ρωτάς για τη Καίτη Κωνσταντίνου…η Καίτη ήταν ακέραιος, ντόμπρος άνθρωπος. Δεν είμασταν αυτό που λέμε φίλοι, αλλά ήξερε πόσο εκτιμούσα τη δουλειά της και τη στόφα του χαρακτήρα της. Η Καίτη είχε καθαρό βλέμμα. Δεν κοιτούσε δεξιά- αριστερά, δεν έκρυβε, δεν είχε “αντικατοπτρισμούς” και “αντανακλάσεις” στο βλέμμα. Η Καίτη, όταν την ενοχλούσε κάτι, το έλεγε. Όταν σε αποδεχόταν, στο έδειχνε. Και αυτό ήταν τόσο γαλήνιο. Και δεν είναι το σύνηθες.  Τελευταία φορά που συγκινήθηκα, ήταν όταν έμαθα για το θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου. Δεν συγκινήθηκα ακραία, με εξωστρέφεια. Συγκινήθηκα, όπως με πολλούς ανθρώπους της γενιάς μου, γιατί τους συντρόφεψε. Ηταν το στιχουργικό του κομμάτι και βέβαια και οι νότες του, που με καθόρισαν, μια ολόκληρη ζωή. Αχ, αυτό το μοιραίο φινάλε για όλους μας….Τί; Με ρωτάς, γιατί κάνω θέατρο; Δεν χρειάζεται millisecond να το σκεφτώ. Για να με αγαπάνε”….