Κάπου το απόγευμα, και αρκετά τραγούδια αργότερα, ξεκινούν οι ετοιμασίες για να πάω στην παράσταση. Les Feuilles Mortes – Yves Montand, Recuerdos De La Alhambra του Tárrega είναι δυο από μια σειρά κομματιών που ξεκινώ να ακούω για να ηρεμήσω το άγχος και να γαληνέψω, προτού κάνω μια σχετικά ανώμαλη κωλοτούμπα προς την Ρεμπέτικη εποχή της Σεβάς. Εφόσον μπω στο θέατρο κάθε arpeggio γίνεται πενιά και κάθε κρεσέντο αμανές. Παπαιωάννου, Περπινιάδης, Τσιτσάνης. Πλέον ακούω και τραγουδώ το «Φτωχοκάλυβο» της Σεβάς και του Χιώτη.
Μέσα στην τσάντα μου μια αλλαξιά ρούχα και η κολόνια μου, συνήθως ένα φρούτο και λίγοι ξηροί καρποί και μέχρι πρότινος «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκαγκοφ. Πλέον, στο καφέ δερμάτινο backpack ζει ο Γκόγκολ με τις «νεκρές ψυχές» του. Τώρα κι αν «δεν τον ακούει και δεν τον βλέπει κανείς.» ( όποιος το’πιάσε, το’πιάσε)
Σημαντικά τώρα μοιάζουν το να γράφω, ο έρωτας το τραγούδι, οι φίλοι… κι ο χρόνος που θα αποδώσω στο καθένα ξεχωριστά.
Να προσπαθώ να απορροφώ κάθε εμπειρία και συναίσθημα σαν καινούργιο. Να φτάσω δηλαδή σε μια δεύτερη παιδικότητα (εφόσον, καταφέρω να ξεφύγω της τωρινής)…
Κι ένα ταξίδι. Έξω. Μου χρειάζεται σίγουρα κι αυτό.