“Ποιός ορίζει τα “πρέπει” και τα “μπορεί” στο ελληνικό θέατρο; Οι καλλιτέχνες έχουμε ένα δικαίωμα παρουσίασης έργων, και δεν είναι αυτονόητο, όπως και ο καθένας να μπορεί φωναχτά να πει τη γνώμη του. Παλιά, έλεγες τη γνώμη σου, και μπορούσες να βρεθείς εξορία στη Σιβηρία. Παλιά, και στο καφενέ, μπορεί να έλεγες κάτι σαν υπονοούμενο και να βρισκόσουν εξοστρακισμένος, για το οτιδήποτε. Έτσι γινόταν, επί Στάλιν. Από εκεί και πέρα, στο σήμερα, το πως χρησιμοποιεί κάποιος έναν “χώρο”, μια “άνεση” που του δίνεται έγκειται στη παιδεία και στο κόπο του. Είναι αδιέξοδο να μη μπορείς να πεις τη γνώμη σου. Μα, μήπως σε αδιέξοδο τώρα δε βρισκόμαστε; Ήμουν φοιτητής και θυμάμαι είχα δει μια παράσταση, όπου οι ηθοποιοί ήταν “σε ασφυξία”. Γύρισα στη σχολή και με έπαρση έλεγα “αν είναι δυνατόν; Τί παράσταση ήταν αυτή;”…Κι ήμουν, μόλις, στο δεύτερο έτος της Σχολής. Και κάπου αργότερα, σκέφτηκα “κάτσε ρε μαλάκα…είσαι στην αρχή της Σχολής…έχεις κάνει ποτέ δικιά σου παράσταση; Πώς εκφράζεσαι έτσι;Κάτσε κάνε μια παράσταση εσύ μάγκα μου, κι ως τότε, μη μιλάς”. Γι αυτό και έκανα την “Αντιγόνη”…για να δω και εγώ μέσα μου και να πω “ναι, μπορεί να γίνει έτσι”. Αν δεν μπορεί να γίνει έτσι, ή μου λες “δεν είναι έτσι”-εύκολα έξω από το χορό, γιατί εύκολο να κρίνεις, ή δύσκολο να πράξεις πειραματικά, τα πράγματα είναι ζόρικα. Όλοι έχουν άποψη για το τι δεν πρέπει να γίνεται στο θέατρο. Δεν μας λέει κάποιος, πως πρέπει να γίνεται το θέατρο. Και ότι, τί; Θα πρέπει να κάνω παραστάσεις για να έχω μία γνώμη; Προφανώς και όχι! Αλλά, νομίζω πως αν μιλάμε είτε για παραστάσεις, είτε για κριτική προσωπικοτήτων, θα πρέπει να έχεις στο μυαλό σου, πως ο κόπος και η εσωτερική περιπέτεια για να βγει κάτι, είναι μια προϋπόθεση. Δεν γίνεται να φιλτράρονται τα πράγματα, για το αρεστό του θεάματος. Αφού το έχεις το δικαίωμα, μπορείς και να το κερδίζεις, το δικαίωμα του ομιλείν για κάτι. Ναι, σου δίνεται, αλλά ουσιαστικά πρέπει να το κερδίσεις. Για παράδειγμα, εγώ νόμιζα ότι ξέρω να μιλάω. Ο πατέρας μου ήταν εκδότης, έχω διαβάσει εκατοντάδες βιβλία κι όταν ξεκίνησα πρόβες με τον Παναγιωτόπουλο και τον Παπαβασιλείου για τη ταινία “Άγιος Πότης” που δεν έγινε τελικά, κι άκουσα αυτούς τους δυο να μιλάνε, κατάλαβα ότι δεν ξέρω να μιλάω. Κι είπα μέσα μου, στον γεμάτο εγωισμό χαρακτήρα μου “αχ, τι ωραία…δεν ξέρω να μιλάω και θα μάθω”. Κάναμε ενάμιση μήνα πρόβες και τους άκουγα να μιλάνε και είπα “αυτοί ξέρουν να μιλάνε”. Δεν χρειάζεται να πάρουμε 15 ντοκτορά για να πούμε μία γνώμη, αλλά οφείλεις να βλέπεις και γύρω σου, για να “απλωθείς” και να αφεθείς στη γνώση. Πώς είναι το λάστιχο που τρέχει το νερό; Αν του βάλεις χέρι, ποτίζει και πιο πέρα…Στη τρομπέτα που ξέρω και παίζω, για να βγει μια ψιλή νότα πρέπει να κλείσεις τα χείλη σου. Αυτό το “κόντρα δάχτυλο” στο λάστιχο, το “κόντρα κλείσιμο τα χείλη” είναι σημαντικά “εργαλεία”. Και δεν είμαι κανένας συνωμοσιολόγος, να σκέφτομαι γιατί δεν δίνεται αυτή η “κόντρα” και είμαστε φουλ ασυδοσία. Και φυσικά, δημιουργείται μία κατάσταση δίχως κόπο, χρόνους, κι έτσι δεν μπορείς να φτάσεις βαθιά κάπου. Για να χωρέσεις μεγαλύτερη αλήθεια, πρέπει να διανύσεις και πιο μεγάλο δρόμο. Από τον άνετο δρόμο, δεν θα βρεις την ομορφιά της αλήθειας. Κι η περιπέτεια για να φτάσεις σε αυτή την ομορφιά, είναι που μετράει”.