Ακόμη μια γεμάτη μέρα στους ρυθμούς της Θεσσαλονίκης, μια μέρα που θα ξεκινήσει με τρεις δουλειές και καταλήξει με δέκα. Μια μέρα που, ο/η κάθε καλλιτέχνης καλείται να δει, να παρατηρήσει, να μάθει, να αφουγκραστεί, να απορροφήσει.
Τρία πράγματα, λοιπόν, που έχω στο σακίδιό μου πηγαίνοντας στο θέατρο. Το πρώτο είναι μερικές αφίσες της παράστασης. Παίρνω τον δρόμο για την πρόβα μου, και όπου συναντάω γνωστό και φιλικό μαγαζί μπαίνω μέσα. «Γειά σας, ανεβάζουμε το «Λιωμένο Βούτυρο» , θα μπορούσα να κολλήσω μια αφίσα; Θα σας περιμένουμε! » Μια τέτοια κοινωνική συναναστροφή, ειδικά στο ξεκίνημα της μέρας μου, μπορεί να με γεμίσει με πολλή αισιοδοξία.
Το δεύτερο πράγμα είναι μια επιπλέον πασμίνα για το λαιμό μου. Συνήθως, χρησιμοποιώ τη φωνή μου σε μεγάλο βαθμό στις παραστάσεις που συμμετέχω. Για παράδειγμα, στο «Λιωμένο Βούτυρο» υπάρχουν συχνά τραγούδια live επί σκηνής, ενώ ταυτόχρονα καλούμαι να παίξω και διαφορετικούς ρόλους, ο κάθε ένας με τη δικιά του ξεχωριστή φωνή. Έτσι, επιλέγω να κρατάω πάντα ζεστό το λαιμό μου για να μπορεί να είναι σε μια κατάσταση εγρήγορσης.
Το τρίτο πράγμα που υπάρχει στην τσάντα είναι μια αναθεωρημένη παρτιτούρα. Μου δόθηκε η μουσική επιμέλεια του «Βουτύρου». Αυτό έχει και τα καλά του και τα «κακά» του. Ο Γιώργος Μιχαλάκος- ο σκηνοθέτης μου, επέλεξε να ακουστούν ελληνικά κομμάτια της εποχής του 1960, τα οποία θα ακουστούν στο πιάνο. Τα κομμάτια είναι άπειρα, και μάλιστα όλα τους υπέροχα. Μου ήταν και είναι τόσο δύσκολο να επιλέξω τα πιο «ταιριαστά» με την παράστασή μας. Κάθε μέρα θα προσθέσω άλλο ένα, θα αφαιρέσω κάποιο άλλο…Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα υπάρχει μια νέα παρτιτούρα σε κάθε πρόβα.