Ούσα επιζήσασα μιας απόπειρας γυναικοκτονίας από τον σύζυγό της, η Μαρίνα μετακόμισε από την Ισπανία στη Γαλλία. Τότε ξεκίνησε πιο οργανωμένα να περιστρέφει τα καλλιτεχνικά της projects γύρω από τον φεμινισμό, καθώς στη διαδικασία του να βρει ξανά τον εαυτό της άρχισε να συναναστρέφεται με πάρα πολλές γυναίκες.
Ένα ποίημα που είχε διαβάσει όταν ήταν ακόμη παιδί, το “Girls on the run” του John Ashberry, αποτέλεσε την αφετηρία για το καινούργιο της project. Το ποίημα αφορά μια ομάδα κοριτσιών, τις Βίβιαν, που προσπαθούν να δημιουργήσουν τον ιδανικό κόσμο για τον εαυτό τους.
Θέλοντας να συνδεθεί και να αγγίξει το παρελθόν της, αποφάσισε να καταστρέψει παλιούς της πίνακες και να χρησιμοποιήσει τους καμβάδες με τα χρώματα και τις υφές τους ως βάση για τους καινούργιους της πίνακες, ξεκινώντας από έναν μεγάλο πίνακα που αποτύπωνε το δαχτυλίδι των αρραβώνων της.
Λίγο καιρό μετά, έγινε δεκτή με υποτροφία σε ένα φεμινιστικό residency στη Βόρεια Γαλλία. Εκεί, ήρθε σε επαφή με τις ιστορίες των γυναικών που έμεναν και δημιουργούσαν μαζί της. Ευχάριστες και λυπητερές, οδήγησαν τη Μαρίνα στην τελική ιδέα του project. Ιστορίες γυναικών που μπλέκονται με τα προσωπικά της βιώματα και την παιδική της ηλικία. Ιστορίες γυναικών που, ακόμη και σε φυγή, δημιουργούν κόσμους.
Για πρώτη φορά σε αυτή την έκθεση, η καλλιτέχνις περιλαμβάνει γραπτά της. Σουρεαλιστικά άχρονα διηγήματα εμπνευσμένα από τις γυναίκες και την παιδική ηλικία. Το project συμπληρώνεται με wearable γλυπτά, που η Μαρίνα αποκαλεί κουφάρια, καθώς συμβολίζουν τον χρόνο μεταξύ της γέννησης και του θανάτου μιας γυναίκας, που πολλές φορές αντιμετωπίζεται σαν κενός, σαν νεκρός.