Rejected: Ποιά είναι τα “φάλτσα” σημεία της Αθήνας, που απολαμβάνετε; Ποιά “στέκια” και ποιές “βόλτες”;
Γ.Ξ.: Η Αθήνα είναι μια δύσκολη, αλλά αγαπησιάρικη, πόλη. Παρά τα φάλτσα της, που είναι πολλά και χειροτερεύουν λόγω των ηλιθίων και αδιάφορων αρχόντων της, έχει πάντα ένα τρόπο να δείχνει και το ανθρώπινο πρόσωπό της.
Περπατώ γιατί πάνω από όλα είμαι συνειδητά πεζοπόρος. Στέκια δεν είχα ποτέ γιατί σιχαίνομαι τους καφενέδες με τους αργόσχολους, αν και λάτρης του καφέ.
Rejected: Όταν γράφετε ένα βιβλίο, η τάση παράλληλα να ζωγραφίσετε, τί ακριβώς είναι; “Ξέσκασμα”; Μια εσωτερική ανάγκη να αποδώσετε, όσα “έχετε φτιάξει” στο κεφάλι σας ή μια ξέχωρη ανάγκη αυτόνομης δημιουργίας, που δεν έχει ανάγκη από λέξεις και σκέψεις;
Γ.Ξ.: Κι όταν ήμουν μαθητής μουντζούρωνα στο περιθώριο τα τετράδιά μου με σχέδια. Πολύ αργότερα τα σχήματα και οι ζωγραφιές έγιναν πιο υποφερτά. Το να αποτυπώνω με μολύβια και χρώματα τις σκέψεις μου είναι μια απόδραση επίσης. Γενικά είμαι των αποδράσεων…
Rejected: Τόσο η συγγραφή, όσο και η ζωγραφική είναι οι μόνες μοναχικές τέχνες δημιουργίας. Όσο μεγαλώνουμε περνάμε καλύτερα με τη μοναχικότητά μας, παρά με μεγάλες “πολύβουες” παρέες;
Γ.Ξ.: Υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν τις μεγάλες παρέες, που φωτογραφίζονται χαμογελαστοί, που θέλουν το θόρυβο… Αυτά είναι μάλλον ξένα για την αφεντιά μου, γιατί δεν ξέρω πως να τοποθετηθώ μέσα σε τόση βαβούρα. Κι ενώ το σπίτι μου είναι πολύ ανοιχτό, κατά βάση είμαι το ίδιο μοναχικό άτομο από την παιδική ηλικία. Θέλω καλούς συζητητές, που να με συναρπάσουν. Αυτό δε συμβαίνει με ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα.
Rejected: Θα σας ενδιέφερε – εκ νέου- η συγγραφή ενός αυτόνομου θεατρικού έργου ή “αυτά ανήκουν στο παρελθόν”;
Γ.Ξ.: Με το θέατρο, σαν συγγραφή, σταμάτησα από το 1989. Σήμερα το βαριέμαι, ακόμη κι αν η πρωταγωνίστρια αυτοπυρποληθεί στη σκηνή για χάρη μου. Δε νιώθω καμιά γοητεία πλέον και το αποφεύγω. Δε με διασκεδάζει.
Rejected: Σας λείπει η αρθογραφία του Σαββάτου…οι εποχές της Ελευθεροτυπίας;
Γ.Ξ.: Επειδή υπήρξα παιδί της κλασσικής αλληλογραφίας, μου λείπει το Σαββατιάτικο άρθρο της αείμνηστης «Ελευθεροτυπίας» κι ας μη γνώριζα τους αποδέκτες.