at a glance
Top

Στην παράσταση “Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν”

κείμενο | νίκη ζερβού */* φωτογραφίες | νίκη ζερβού */* επιμέλεια φωτογραφιών | λευτέρης τσινάρης

Τιτιβίζουν τα περιστέρια;

Ένας σπουδαίος δάσκαλος είπε πρόσφατα πως, οι καιροί κρίσης -όπως αυτή που διανύουμε- δεν ενδείκνυνται για διαμόρφωση χαρακτήρα. Στις εποχές κρίσης, ο άνθρωπος θέτει σαν προτεραιότητα την επιβίωση και την πρόσκαιρη ευχαρίστηση και δεν έχει χρόνο, ενέργεια και διάθεση να εξελιχθεί, να πλάσει τον εαυτό του και να χτίσει, τελικά, έναν χαρακτήρα με συνείδηση και προσωπικές μετακινήσεις.

Σε ένα δυστοπικό σαλόνι, δύο γυναίκες υπάρχουν. Επιβιώνουν, κάνοντας τις ίδιες ανούσιες συζητήσεις και αδυνατούν να μετακινηθούν τόσο πρακτικά, όσο και μεταφορικά. Η μια έχει επιλέξει για συντροφιά της τα βιβλία, τα οποία δεν φαίνεται να διαβάζει πραγματικά ποτέ, πλήρως παραδομένη στον εγκλεισμό. Η άλλη κοιτάζει απ’ το παράθυρο και θαυμάζει τα περιστέρια. Δείχνει την ανάγκη της να συνδεθεί με τον έξω κόσμο και να βιώσει την ελευθερία των περιστεριών αλλά παραμένει εξίσου εγκλωβισμένη. Ένας απρόσμενος επισκέπτης έρχεται να τους αναδείξει την πραγματικότητα της ύπαρξης τους, όσο σιγά σιγά όλος τους ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτικός και η οποιαδήποτε διαφυγή φαίνεται αδύνατη.

Ο Νίκος Ρουμπάκης έγραψε, σκηνοθέτησε και παίζει μαζί με τις Δήμητρα Σιάχου και Μελίνα Τριανταφυλλίδου το έργο τα «Περιστέρια δεν τιτιβίζουν» και εμείς σίγουρα ταυτιστήκαμε. Το έργο, το οποίο γράφτηκε το 2024, είναι τρομερά σύγχρονο και δείχνει μέσω μιας ιστορίας που ακροβατεί στον σουρεαλισμό την αδυναμία των ανθρώπων να εξελιχθούν και να μετακινηθούν, ενώ –απλώς- υπάρχουν σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Η σκηνοθεσία εντείνει ακόμη περισσότερο αυτήν την δυστοπία. Η μικρή σκηνή του Alte Fablon, που αποτελεί εξαιρετική επιλογή χώρου για την παράσταση, καθώς τονίζει τα χαρακτηριστικά του έργου, «ντύνεται» με έναν καναπέ, δημιούργημα της Ευαγγελίας Κερκινέ, φτιαγμένο από λευκά σακιά γεμάτα χώμα. Οι ηθοποιοί κινούνται κατά βάση κάτω και γύρω απ’ αυτόν τον καναπέ, ενώ η σκηνοθεσία θέλησε να είναι τόσο αφαιρετική, που ακόμη κι όταν ένας χαρακτήρας φαίνεται πως πηγαίνει σε άλλον χώρο του σπιτιού, παραμένει στον σαλόνι και απλώς αδρανοποιείται. Το μαύρο χιούμορ του κειμένου λειτουργεί με ιδανικό τρόπο και ως αποτέλεσμα, η παράσταση παρουσιάζεται ως υπαρξιακή μαύρη κωμωδία.

Τα κοστούμια της Έλλης Ναλμπάντη λειτουργούν στο ίδιο μοτίβο. Έχουν χαρακτηριστικά που θυμίζουν περιστέρια και μια σουρεαλιστική διάθεση που ταιριάζει απόλυτα με το ύφος της παράστασης. Οι φωτισμοί της Αθηνάς Μπανάβα με έντονο πράσινο και κόκκινο, λειτουργούν επίσης αναδεικνύοντας την δυστοπική αισθητική, το αίσθημα της απομόνωσης και της μοναξιάς.

Οι ηθοποιοί προσεγγίζουν το κείμενο με γρήγορο ρυθμό και εναλλαγή στις ατάκες και το κοινό γελάει πικρά, ενώ αντιλαμβάνεται πόσο κοντά είναι η σκηνική δράση στην αλήθεια του. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που απλώς «τιτιβίζουν». Που αδυνατούν να μετακινηθούν και τους πλακώνει η ζωή και το σπίτι τους σε τέτοιο βαθμό που τους καταβροχθίζει.

Και τα περιστέρια; Τα περιστέρια δεν τιτιβίζουν. Όλα τα υπόλοιπα, επί σκηνής!