Δε θυμάμαι πολλά από εκείνην την ημέρα. Μονάχα τη χαρακτηριστική μυρωδιά του χαρτιού ενός καινούργιου βιβλίου μπλεγμένη με αρώματα πορτοκαλιού και κανέλας, τον ήχο των σελίδων να γυρίζουν σκίζοντας τη σιωπή γύρω μου, τις λέξεις να χορεύουν μπροστά μου στο ρυθμό που τους έδιναν τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια και ένα επίμονο αίσθημα μελαγχολίας για όλα όσα έζησα και για τα άλλα που δεν πρόλαβα.
Δε ξέρω για σένα, μα εγώ στα βιβλία με βρίσκω σαν χάνομαι.
Με αυτά μπορώ να μοιραστώ άφοβα λύπες και δυσκολίες μου, αλλά και στιγμές χαράς και ξεγνοιασιάς με τα πόδια μου θαμμένα στην άμμο. Μπορώ, ακόμα, να ανακαλύψω νέους, ανεξερεύνητους κόσμους ή, απλώς, να γνωρίσω κάπως καλύτερα τον δικό μου. Στοιχείο θεϊκό η καλλιτεχνική δημιουργία και τυχεροί όσοι την μεταλαμβάνουν, είτε επέρχεται μέσω αυτής η κάθαρση, είτε όχι. Δε θυμάμαι πολλά από εκείνην την ημέρα, όμως θυμάμαι καθαρά τον τίτλο εκείνου του βιβλίου που, αν και δεν είχε τέτοιο σκοπό, επέλεξα να με διαλύσει: το βιβλίο της Κατερίνας.
Ανέκαθεν, ένιωθα άβολα να μοιράζομαι τη ζωή μου. Ακόμη και με τους φίλους μου. Πίστευα – μεταξύ άλλων – πως, έτσι, καταδίκαζα στη λήθη κάθε μου δυσκολία, κάθε κακή ανάμνηση. Όμως, αν κάποια βιώματα δε γίνουν λέξεις εξαγριώνονται, γίνονται θεριά.
Και επειδή τρομάζεις να τα κοιτάξεις κατάματα, η μνήμη σου θολώνει και δεν ξέρεις πια τι ακριβώς συνέβη και τι όχι. Κανείς δε γνώριζε μέχρι τότε. Αλλά από τις πρώτες κιόλας σελίδες φάνηκε πως εκείνος, ο υπέροχος Αύγουστος Κορτώ, ήξερε! Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, γίνεσαι κοινωνός μίας σκληρά ειλικρινούς εξομολόγησης, ενώ, ταυτοχρόνως, γεύεσαι τη γλυκόπικρη αλήθεια μίας ζωής, που, ίσως, με κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να είναι και δική σου. Ο Αύγουστος στάθηκε – με αξιοθαύμαστη γενναιότητα – απολύτως διαφανής απέναντί μου και με «ξεγύμνωσε». Με λόγο που έρεε αβίαστα, αριστοτεχνικά καμωμένα ψυχογραφικά πορτρέτα των προσώπων και μία «χρυσή» αναλογία γέλιου και δακρύων.