at a glance
Top

Στα Ζαγοροχώρια

κείμενο | άννα-μαρία χατζή */* φωτογραφίες | άννα-μαρία χατζή */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

μικρές εκδρομές- μεγάλες χαρές

απ’ το Τσεπέλοβο μέχρι την Δρακόλιμνη Τύμφης

 

Αν σου αρέσει το βουνό και πιο συγκεκριμένα να περπατάς στα μονοπάτια του, να χώνεσαι μέσα στο πράσινό του, να βρίσκεις την κοντινότερη όχθη του ποταμού του και να ανεβαίνεις στα πιο ψηλά σημεία του, αυτό το κείμενο (και βασικά, αυτή η εκδρομή) είναι για ‘σένα.

Ξεκινάω το ταξίδι μου από την Ναύπακτο, όπου μένω τα τελευταία δύο χρόνια ως αναπληρώτρια δασκάλα και κατευθύνομαι προς το Τσεπέλοβο. Το Τσεπέλοβο είναι ένα από τα χωριά των Ζαγοροχωρίων, το οποίο βρίσκεται νοτιοδυτικά της Τύμφης. Είναι λίγο πιο απομονωμένο από τα υπόλοιπα Ζαγοροχώρια και αυτό ήταν που με έκανε να το επιλέξω, αφού εκείνη την περιοχή δεν την έχω επισκεφτεί. Το μέρος μου είναι αρκετά οικείο, καθώς ήταν συχνή επιλογή των γονιών μου για τις διακοπές μας όταν ήμασταν παιδιά, αλλά επιστρέφω πρώτη φορά ως ενήλικη. Οι μνήμες είναι πολλές και ο ενθουσιασμός μεγάλος.

Στο δρόμο λοιπόν, για το Τσεπέλοβο θα συναντήσεις το χωριό Κήπους. Σε αυτό το χωριό είναι μαζεμένα όλα τα διάσημα «τοξωτά γεφύρια» των Ζαγοροχωρίων. Αυτά που τραγουδάει και ο Θανάσης:  «Πως έχεις ομορφιά και φρύδια τοξωτά σαν πέτρινα γεφύρια»; Ε, αυτά! Έτσι λοιπόν, πριν φτάσω στον προορισμό μου έκανα τις στάσεις μου: πρώτα στο γεφύρι του Κοκόρου, το οποίο είναι χτισμένο ανάμεσα από δύο πελώριους βράχους και υπάρχει μια σπηλιά, για την οποία λέγεται, ότι αποτέλεσε κρησφύγετο του λήσταρχου Νταβέλη κι έπειτα, στο Καλογερικό γεφύρι, που είναι από τα πιο γνωστά, καθώς είναι τρίτοξο και από κάτω περνάει ο Βοϊδομάτης ποταμός! Η πρόσβαση στο ποτάμι είναι εύκολη και μπορείς να κάνεις μπάνιο εκεί, αλλιώς το πιο γνωστό spot είναι οι πηγές Βοϊδομάτη κοντά στην Αρίστη (περίπου μία ώρα από το Καλογερικό γεφύρι).

Α! Έχω ξεχάσει να σου πω ότι ταξιδεύω τέλη Μαΐου, και είναι η πιο ωραία εποχή γι’ αυτήν την εκδρομή (γνώμη μου). Θα απολαύσεις τόσο το βουνό, γιατί είναι καταπράσινο και λουλουδιαστό, αλλά και τα νερά του, καθώς είναι η εποχή που λιώνουν τα χιόνια.

Μετά από αυτό το σύντομο διάλειμμα για τον καιρό, συνεχίζω και με τα πολλά φτάνω στο Τσεπέλοβο. Έχω κάνει περίπου πέντε ώρες ταξίδι, με τις στάσεις μου και το χαζευτήρι μου, η ώρα είναι τέσσερις το μεσημέρι, παρκάρω στο μεγάλο πάρκινγκ του χωριού που βρίσκονται τα νεκροταφεία και το Γυμνάσιο-Λύκειο και το πρώτο πράγμα που βλέπω είναι ΑΛΟΓΑ. Ελεύθερα, πολλά άλογα, βόσκουν μαζί με πρόβατα και κατσίκες. Είναι το σημείο που νιώθω ότι αυτή η εκδρομή θα είναι μοναδική. Κάθομαι σίγουρα μια ώρα να τα χαζέψω, τα πλησιάζω σε μια απόσταση που δεν θα τα ενοχλήσω και νιώθω ευτυχία! Η στιγμή τελειώνει λίγο άγαρμπα, γιατί μαύρα σύννεφα μαζεύονται πάνω από το κεφάλι μου και πρέπει να κάνω check-in στο δωμάτιό μου. Φτάνω λοιπόν, στον ξενώνα του Γκούρη (Gouris Guesthouse), ο οποίος είναι παραδοσιακός, πετρόχτιστος με υπέροχη αυλή γεμάτη λουλούδια και με υποδέχεται η γλυκύτατη κυρία Ανθούλα που με οδηγεί στο δωμάτιό μου με θέα το βουνό και το χωριό. “Όνειρο ζω, μην με ξυπνάτε”, είναι η κατάσταση! Τακτοποιούμαι και χωρίς να χάσω χρόνο πηγαίνω να φάω στο «Ζαγορίσιο» κάτι ζεστό και μαγειρευτό, όπως ένα χοιρινό λεμονάτο και να επιστρέψω να ξεκουραστώ. Η μέρα κλείνει με θέα το χωριό, το βουνό, τους κεραυνούς και τον ήχο της βροχής που με νανουρίζει.

Η επόμενη, ξεκινάει νωρίς αφού νωρίς έκλεισε η προηγούμενη και αφού φάω πρωινό από τα χεράκια της κυρίας Ανθούλας: αυγουλάκια φρέσκα, ψωμί με σπιτική μαρμελάδα κράνι, αυγόφετα και πάρω αλευρόπιτα για τον δρόμο, ξεκινάω τη βόλτα μου στο χωριό. Βρίσκω πολλά αρχοντικά, την μεγάλη πλατεία με τα τεράστια πλατάνια, ένα μικρό εκκλησάκι χωμένο μες τα βρύα, τα σχολεία (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο – φαντάσου πόσο κόσμο είχε το χωριό!), βρύσες, σοκάκια και τις πέτρινες σκεπές που αγαπώ. Αν κάτι μου αρέσει πολύ στα Ζαγοροχώρια είναι η αρχιτεκτονική των σπιτιών και ο τρόπος με τον οποίο τα χωριά είναι τόσο εναρμονισμένα με το περιβάλλον γύρω τους που φτιάχνουν το τέλειο σκηνικό.

Εκεί που στάθηκα περισσότερο, ήταν στο δημοτικό σχολείο. Με έπιασε μια συγκίνηση, άνευ προηγουμένου. Θυμάμαι στα ταξίδια με τους γονείς μας, όταν επισκεπτόμασταν χωριά, η μαμά μου (που είναι κι αυτή δασκάλα) πάντα έψαχνε να βρει τα σχολεία, τα οποία και επισκεπτόμασταν. Ρωτούσε τους περαστικούς αν λειτουργούν ή ως τι λειτουργούν, πόσα παιδιά έχουν, τι δράσεις κάνουν, τι δυσκολίες έχουν, πως είναι η ζωή των δασκάλων και άλλα πολλά που τώρα τα καταλαβαίνω. Μια φορά μάλιστα, θυμάμαι ότι είχαμε πετύχει τον ίδιο τον δάσκαλο.  Νομίζω πως κάπως έτσι, απέκτησα μια ιδιαίτερη σχέση με αυτά τα σχολεία ∙  έμαθα κι εγώ να τα αναζητώ, να τα επισκέπτομαι, να τα φωτογραφίζω και να κάθομαι για λίγη ώρα στο προαύλιό τους, να φαντάζομαι πως ήταν όταν είχαν παιδιά, όταν ήταν ζωντανά. Τα σχολεία είναι μέρος του οικοσυστήματος της κοινότητας και η κοινότητα μέρος της μεγάλης κοινωνίας. Όταν ένα σχολείο κλείνει, χάνεται ένα μέρος του οικοσυστήματος, η κοινότητα αρχίζει να πεθαίνει και αυτό έχει συνέπειες και στην κοινωνία. Τα σχολεία ήταν και οφείλουν να είναι τόπος συγκέντρωσης, ενότητας, παιδείας, ανακάλυψης και γνώσης. Αντί να πολλαπλασιάζονται, κλείνουν, αντί να παρέχουν, στερούν και αντί να σε μεγαλώνουν, σε μικραίνουν. Το σχολείο το αγαπώ και πάντα θα το αγαπώ. Ωστόσο, με απογοητεύει διαρκώς. Εδώ, στην ταπεινή αυλή του Δημοτικού σχολείου του Τσεπέλοβου, ονειρεύομαι ότι έρχεται η στιγμή που ανοίγει ξανά τις πόρτες του στα παιδιά και το χωριό αποκτά ξανά ζωή.

Φεύγω φορτισμένη, γεμάτη σκέψεις και προβληματισμούς. Έχω για σύμμαχο το σημειωματάριό μου και έτσι αποφορτίζομαι. Χαίρομαι που ξαναμπήκε στο παιχνίδι το μολύβι και το χαρτί.

Μπαίνω στο αμάξι και αναχωρώ για την «Σαρακατσάνικη στάνη» και τον καταρράκτη «Μπάλτα Ντι Στρίγκα». Αυτά όλα βρίσκονται ακόμα πιο δυτικά. Στο δρόμο συναντάμε τα χωριά Σκαμνέλι, Γυφτόκαμπος, Ηλιοχώρι και το τελευταίο χωριό είναι η Λάιστα. Μετά ξεκινάει η Βόρεια Πίνδος. Η Σαρακατσάνικη στάνη βρίσκεται στον Γυφτόκαμπο και είναι μια αναπαράσταση του τρόπου ζωής των Σαρακατσάνων, οι οποίοι ήταν νομάδες και ασχολούνταν κατά βάση με την κτηνοτροφία. Το καλοκαίρι στα βουνά και τον χειμώνα στα χειμαδιά. Ήταν οργανωμένοι σε «τσελιγκάτα», τα οποία αποτελούνταν από συγγενικά πρόσωπα. Η «στάνη» λοιπόν, ήταν το μέρος όπου έμεναν οι οικογένειες και συγκεντρώνονταν τα κοπάδια, με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για τις ανάγκες αυτών. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον η αναπαράσταση της στάνης του Γυφτόκαμπου, οι εγκαταστάσεις είναι φοβερά ρεαλιστικές, με πραγματικά αντικείμενα της καθημερινής ζωής των Σαρακατσάνων. Αυτές οι εγκαταστάσεις είναι μια πρωτοβουλία της Αδελφότητας Σαρακατσαναίων Ηπείρου. Η είσοδος είναι ελεύθερη και υπάρχει και καφέ στο χώρο για να περάσεις τη μέρα σου άνετα.

Εγώ, ωστόσο, δεν κάθομαι ακόμα, γιατί έχω διάθεση για εξερεύνηση. Συνεχίζω προς το χωριό Ηλιοχώρι και τον καταρράκτη «Μπάλτα Ντι Στρίγκα». Ενδιάμεσα κάνω στάσεις να χαζέψω πράσινο και το ρέμα το οποίο πάει παράλληλα με τον δρόμο. Φτάνω στο Ηλιοχώρι και κατεβαίνω στην πλατεία του χωριού απ’ όπου θα ξεκινήσω μια μικρή πεζοπορία περίπου ενός χιλιομέτρου για να φτάσω στον καταρράκτη. Η διαδρομή είναι εύκολη, έχει σημάδια και ταμπέλες, ωστόσο να ξέρεις ότι κατεβαίνεις μια χαράδρα την οποία πρέπει μετά να ανέβεις. Μην πεις ότι δεν στο πα. Η διαδρομή είναι φυσικά πολύ όμορφη και ο καταρράκτης πολύ εντυπωσιακός. Αν θέλεις έχει και την κολυμπήθρα του, για να κάνεις και τη βουτιά σου.

Έχει πάει αργά πια, οπότε παίρνω τον δρόμο προς το Τσεπέλοβο. Πάω μια στιγμή στο δωμάτιο, κάνω ένα μπάνιο και πάω να αράξω στην πλατεία του χωριού. Κάθομαι για τσάι του βουνού και ένα τεράστιο κομμάτι μανιταρόπιτα στο καφέ «Ζβάρα» που το δουλεύουν νέα παιδιά και αισθάνομαι κάτι παραπάνω από χαρούμενη. Λίγο ακόμα βόλτα να χαζέψω τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και η μέρα κλείνει με τις απαραίτητες σημειώσεις.

Ξημερώνει η τρίτη μέρα σε αυτόν τον πανέμορφο τόπο, αλλά σήμερα είναι ακόμα πιο ιδιαίτερη μέρα, γιατί έρχονται φίλες και φίλοι από την Θεσσαλονίκη (απ’ όπου είναι και η καταγωγή μου). Θα συναντηθούμε στο κατάλυμά μας, στη Βίτσα, όπου θα διανυκτερεύσουμε δύο βράδια και ο στόχος μας είναι η Δρακόλιμνη της Τύμφης.

Πριν πάω να τους βρω αποχαιρετώ την αγαπημένη μου κυρία Ανθούλα, η οποία μου δίνει και πεσκέσι για τον δρόμο και πάω να  επισκεφτώ το γεφύρι Πετσιώνη που είναι κοντά στο χωριό Κήπους και το γεφύρι Μίσιου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Κουκούλι. Αν με ρωτάς αυτά τα δύο γεφύρια είναι πλέον τ’ αγαπημένα μου. Βρίσκονται σε πολύ όμορφες τοποθεσίες και από εκεί αφού τα διασχίσεις μπορείς να περπατήσεις σε μονοπάτια μέσα στο βουνό. Αν το γνώριζα αυτό νωρίτερα θα το έκανα, γι’ αυτό εσύ που το ξέρεις, κάντο για ‘μένα! Επίσης, για το γεφύρι του Μίσιου, να ξέρεις ότι για να φτάσεις θα κάνεις (πάλι) μια πεζοπορία του ενός χιλιομέτρου, όλο κατηφόρα (την οποία θα πρέπει ν’ ανέβεις φυσικά), όμως το τοπίο θα σε ανταμείψει, στο υπόσχομαι!

Σήμερα άφησα για λίγο όμως τα μονοπάτια, γιατί μου κέντρισε το ενδιαφέρον ένα μικρό διαμαντάκι με το όνομα «Mουσείο φυσικής ιστορίας Κώστα Λαζαρίδη», που βρίσκεται στο χωριό Κουκούλι. Ο Κώστας Λαζαρίδης ήταν δάσκαλος της περιοχής από το 1926 έως το 1951. Έκανε και άφησε σπουδαίο εκπαιδευτικό έργο και όταν βγήκε στην σύνταξη ασχολήθηκε με την συλλογή και την καταγραφή των βοτάνων της περιοχής, συγκεντρώνοντας γύρω στα 1.300 φυτά. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Γαλλία και είχε στην κατοχή του γαλλικά βιβλία βοτανολογίας τα οποία τον βοήθησαν να καταγράψει τα τοπικά είδη με την λατινική τους ονομασία και την οικογένεια στην οποία ανήκουν. Το μουσείο είναι το πατρικό του σπίτι, το οποίο διατηρείται άψογα. Ακόμα και τα χρώματα στο εσωτερικό του είναι αυτά που υπήρχαν στο σπίτι. Εκτίθενται μια πληθώρα φυτών και βοτάνων στο χώρο καθώς και προσωπικά αντικείμενα της ασχολίας του ως ερασιτέχνης βοτανολόγος και της δουλειάς του ως δάσκαλος. Ως δασκάλα κι εγώ με ιδιαίτερη αγάπη στα φυτά, δεν θα μπορούσα να ταυτιστώ περισσότερο με έναν άνθρωπο. Η κυρία Ειρήνη που είναι εκεί υπεύθυνη με ξενάγησε και μου διηγήθηκε διάφορα γεγονότα από την ζωή και το έργο του Κώστα Λαζαρίδη και είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ήταν από τα πιο όμορφα μουσεία που έχω επισκεφτεί ποτέ μου και αξίζει να κάνεις κι εσύ μια στάση εκεί.

Φεύγω με τρία βιβλία στο χέρι και μία αφιέρωση από την κυρία Ειρήνη και πάω να βρω τους φίλους μου στη Βίτσα. Η χαρά είναι μεγάλη και οι αγκαλιές μεγαλύτερες! Η ζέστη είναι πολλή και η δίψα μας να αράξουμε κάπου δροσερά ακόμα περισσότερη!

Φεύγουμε για πηγές Αγκαστρωμένης στο φαράγγι του Βίκου. Όπως καταλαβαίνεις πάλι έχουμε ανέβα-κατέβα, αλλά για να έχεις φτάσει να διαβάζεις μέχρι εδώ, μάλλον είσαι πολύ φίλος μας. Τα νερά στις πηγές είναι τα πιο παγωμένα νερά που έχω κολυμπήσει ποτέ μου: κρυστάλλινα, πεντακάθαρα, γαλάζια και το τοπίο είναι νεραϊδένιο. Το καλύτερο και το πιο δροσερό άραγμα. Η αυριανή μας μέρα είναι απαιτητική, οπότε σιγά-σιγά πάμε προς τη Βίτσα για να φάμε στο εστιατόριο «κανέλα και γαρίφαλο» που ειδικεύεται στα πιάτα με μανιτάρια της περιοχής και αφού γεμίσουν οι κοιλίτσες μας ζεστό και νόστιμο φαγητό πάμε για ύπνο και ξεκούραση στα δωμάτιά μας.

Ξυπνάμε πρωί- πρωί και ξεκινάμε για το Μικρό Πάπιγκο, στο οποίο θα αφήσουμε το αμάξι μας και θα ξεκινήσουμε την ανάβασή μας για την Δρακόλιμνη της Τύμφης. Την διαδρομή θα την βρεις εύκολα, έχει καλά σημάδια και ταμπέλες και να ξέρεις πως το βουνό έχει πηγές με νερό για να γεμίζεις το παγούρι σου. Η Δρακόλιμνη βρίσκεται στα 2.050 μ. υψόμετρο, ενώ το καταφύγιο της Αστράκας στα 1.950 μ. Για το καταφύγιο θέλεις περίπου 3 ώρες και από εκεί άλλη 1 σίγουρα για να φτάσεις στην Δρακόλιμνη. Η διαδρομή έχει κάποια σημεία που είναι πιο απαιτητικά, αλλά γενικά είναι βατή. Η Δρακόλιμνη είναι πολύ εντυπωσιακή και έχει τρομερή θέα! Το ακόμα πιο τρομερό ήταν πως το τοπίο συνδύαζε πράσινο, λουλούδια και χιονούρες που έλιωναν αργά και σταθερά.

Δυστυχώς, το καταφύγιο ήταν γεμάτο και δεν είχαμε εξοπλισμό για να μείνουμε πάνω στο βουνό, οπότε έπρεπε να το κατέβουμε την ίδια μέρα. Το κατέβασμα έγινε σε 1 ώρα και 45 λεπτά και με μια γλυκιά κούραση στα πόδια και ένα κάψιμο στα χέρια, πήγαμε στον «Ζήση» στην Αρίστη για παραδοσιακό ηπειρώτικο φαγητό.

Γυρνώντας στα δωμάτιά μας, παρά την κούραση, αφιερώσαμε δέκα λεπτά για να χαζέψουμε την πανσέληνο και έπειτα πήγαμε για ύπνο. Η επόμενη μέρα είναι η μέρα του αποχωρισμού και περνάμε ένα slow morning με αργό ξύπνημα, πακετάρισμα, πρωινό και καφέ στο χωριό Μονοδένδρι.  Αφού φάγαμε όλες τις πίτες του καταλόγου κι ο καφές τελείωσε, σηκωθήκαμε, σφιχταγκαλιαστήκαμε, είπαμε πως «ήταν τόσο φυσικό όλο αυτό, σαν να ήμασταν μαζί και πριν την εκδρομή», ξαναγκαλιαστήκαμε, ανταλλάξαμε βλέμματα αγάπης και σιγά – σιγά πήραμε ο καθένας το δρόμο της επιστροφής.

Γυρνώντας στο σπίτι, νιώθω τέτοια ευγνωμοσύνη, που δεν ξέρω πού να πρωτοδιοχετεύσω όλη αυτήν την ενέργεια που έφερα μαζί μου. Η εκδρομή αυτή, είχε τόση αφθονία που θα μου μείνει αξέχαστη και θα μου θυμίζει για άλλη μία φορά πως τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή είναι η φύση και οι άνθρωποί μας: αυτά δηλαδή, που είναι πανέμορφα και με βροχή και με ήλιο και με χιόνι, όλες τις εποχές και όλες τις ώρες.