κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | κωστής χατζής */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου
Μια ιστορία μικρή
Πέθανε, μάνα, σου λέω πέθανε.
Όχι, αγάπη μου.
Πέθανε, σου λέω.
Πάλι τα ίδια…
Σου λέω πάει πέθανε. Έφυγε, έπεσε, πέθανε και πάει. Δεν το μπορώ, βρε μάνα, τούτο. Δεν την μπορώ την ώρα αυτή. Σα να χωρίζει η ψυχή απ’ το σώμα. Πώς τα ‘κανε έτσι ο θεός! Πέθανε και πάει… Στης άγριας νύχτας τα δόντια θα βρεθούμε. Λείπει και ο μπαμπάς, βρε μάνα. Κι εκείνος ο αφιλότιμος, βράδυ μάς άφησε για πάντα, όπως στην ώρα του μας κρύβεται ο ήλιος. Που φεύγει, που πέφτει πίσω απ’ το βουνό και που πεθαίνει.
Θα έρθει πάλι στην ώρα του αύριο, καλό μου. Θα κάνει τον κύκλο του και θα μάς έρθει πάλι. Κι αν θέλεις την αλήθεια, εμείς του φεύγουμε. Εκείνος είναι σταθερός. Έτσι μας είπανε, έτσι κι εγώ σου λέγω. Μα θα ‘ρθει. Ή, αν θες, θα πάμε να τον βρούμε εμείς σε λίγες ώρες μόνο. Θα ξημερώσει και θα μερώσει η ψυχούλα σου ξανά. Να δεις, έτσι θα γίνει. Πιες και το γάλα σου ζεστό για να γενούνε όλα πιο γρήγορα. Ο ύπνος να μαλακώσει τον χρόνο και να διώξει πιο γρήγορα τη νύχτα. Τούτο δε θες;
Ένα τετράγωνο μόνο απόσταση από το πατρικό της σπίτι ήταν που αντάμωσαν -δεκαεφτάρικα και τα δυο- κι ενώθηκαν για πρώτη τους φορά. Οξυγονοκόλληση. Ένωμα, σύνδεση, φλόγα που λιώνει σίδερα και μόλις φύγει η κάψα, η ραφή δε λέει να ξανανοίξει. Όρθια, στον βουβό μεσότοιχο, κάτω από την μουριά που είχε γεμίσει φύλλα και άγουρους καρπούς. Όρθια, σα να μη προλάβαιναν από χρόνο. Όρθια, σα να μη θέλανε να τον ξαπλώσουνε, να τον λυγίσουνε τον έρωτά τους. Όρθια, για να μην υπάρχει νικητής και νικημένος, να είναι όλα ισάξια, όλα στο ίδιο μπόι. Στα όρθια όλα. Όρθιο πάθος, όρθια αγάπη, όρθιο ένωμα. Το πρώτο τους. Στο δειλινό εκείνου του Ιούνη. Στη μουριά της κυρίας Πέρσας -εκεί τους έτυχε- από κάτω. Ευλογημένο δέντρο, κι ας έπνιξε κάποτε στο αίμα, τους μυθικούς, Πύραμο και Θίσβη. Αυτούς τους δυο τους ένωσε. Τους έκανε να κλάψουν από μια ευτυχία που χάνει κάθε όριο λογικής. Την ευτυχία εκείνη που όλα τα σκεπάζει και ας μην κρατάει για πάντα. Ποιος τα γνωρίζει όλα αυτά εκ προοιμίου, ποιος έχει τη δύναμη να τα ορίσει και ποιον μπορείς να πείσεις ότι όλα όπως στους άλλους θα συμβούν. Πήρε και τον σουγιά του εκείνος, την άλλη μέρα στο φως το πρώτο της ανατολής, και σκάλισε πάνω στον κορμό της αδιάφορης μουριάς τα ονόματά τους. Ολόκληρα. Κι έπειτα φίλησε το όνομα το δικό της καθώς εκείνο δάκρυζε τους χυμούς του πληγωμένο.
Περάσανε τα χρόνια. Όπως περνάν για όλους. Αργά και βιαστικά. Καθημερινότητες στο ένα χέρι και μεγάλες στιγμές στο άλλο. Χαρές και στεναγμοί παντρεύονται και πάντα κάτι περισσεύει. Πού να το βρεις το ζύγι! Είτε από εδώ, είτε απ’ την άλλη θα ’σαι.
Έκανε ο καθένας τη ζωή του. Τη δική του αυτόνομη ζωή. Με άλλους συντρόφους, με άλλες αγάπες, με άλλες άνω τελείες· διότι τελεία είναι μία. ‘Κείνη που σε ορίζει στο κλείσιμό σου. Κάνανε ο καθένας τα παιδιά του, τα χάρηκαν, τα φίλησαν, τα πόνεσαν όσο τίποτα σε όλο τον ντουνιά. Και πώς τα φέρνει έτσι, η βρώμα, η ζωή, ε; Απρόβλεπτη, ανεξέλεγκτη και σαγηνευτική συνάμα. Όπως να την πετάξεις -γάτα σωστή- στα τέσσερα ποδάρια θα σταθεί.
Γκρεμίστηκε το σπιτικό της κυρά Πέρσας, μα η μουριά που έπαιζε το ρόλο του συνόρου έμεινε εκεί. Στα δεκαπέντε μέτρα από τη γη. Από εκεί, που πριν από χρόνια πατούσανε το θάνατο στα μούτρα, τα δύο τους, παθιασμένα. Γιατί όταν δυο κορμιά ενώνονται, λένε, ότι το θάνατο νικάνε. Στα δεκαπέντε μέτρα τώρα η μουριά! Και πήγε και αγόρασε στον πρώτο όροφο διαμέρισμα εκείνος, που ‘βλεπε πίσω στον ακάλυπτο προς στην αγαπημένη τους μουριά. Εκεί που όρθια σταθήκανε τα δυο τους, όρθια πάρθηκαν, όρθια γίνανε ένα. Και ας τους λύγισε η ζωή στα παραπέρα χρόνια. Καμία αυτοκρατορία δεν κρατάει για πάντα. Πάντοτε θα έχει στο δισάκι της -χωρίς να το γνωρίζει- τους νέους αυτοκράτορες.
Μόνο που, να! Τον παίρνουνε και σήμερα -κοντά εξήντα- τα δάκρυα κάθε που φεύγει, που χάνεται πίσω από το βουνό, που πάει και πεθαίνει ο ήλιος του τα δειλινά. Μία από πίκρα για τον χαμένο του πατέρα, μια από χαρμολύπη για εκείνη την ξεχωριστή την πρώτη τη φορά, και σήμερα, για όσα χάθηκαν και χάνονται ακόμη. Μπρος στη μουριά. Που ξέρει να φυλάει μυστικά, σταυρό σου κάνω. Που είναι χαραγμένη ακόμη, μα ψήλωσε και κανένας πλέον δεν παρατηρεί τέτοιες λεπτομέρειες και ασημαντότητες και ρομαντισμούς. Τρέχει η ζωή… σε facebook και σε Instagram και σ’ άλλα τόσα και χαράζει ονόματα μόνο εκεί μέσα πλέον· και η Μυρτώ του, πού και πού, περνάει από τη μουριά, χαϊδεύει τ’ όνομά του, ρίχνει κλεφτές ματιές στον πρώτο όροφο και φεύγοντας -στις τελευταίες πνοές του Ιούνη- κλέβει δυο άσπρα μούρα. Ένα για τον καθένα τους. Κι ας έφτασε κοντά στα εξήντα. Τ’ αφήνει, που λες, στο περβάζι του παραθύρου της δίπλα δίπλα, όρθια και αντικρυστά. Τα στηρίζει το ένα πάνω στ’ άλλο και τα καμαρώνει, με μια θλίψη αλλόκοτη, την ώρα που εκείνα ανταλλάσσουν τις πιο θεοπάλαβες κουβέντες τους. Σχεδόν βουβά. Σχεδόν αθόρυβα. Σχεδόν ερωτικά. Τ’ αφήνει να συνομιλούν σα δύο άνθρωποι που είχανε ζωές ολόκληρες να κοιταχτούν στα μάτια, χρόνια να τα πούνε, χρόνια να αγγιχτούνε. Κι έπειτα, τα βλέπει να τα συρρικνώνει ο ήλιος και ο χρόνος ανελέητα. Προτού προλάβουν να ολοκληρώσουν όσα ποτέ δεν ειπωθήκανε. Να χάνουνε άσκοπα τον κόσμο τον υγρό τους μέσα σε τάσι απλοϊκό. Να αφυδατώνονται βασανιστικά, να εξατμίζονται, να εξαϋλώνονται. Να απομένει μονάχα λίγη από τη σάρκα τους κι από ένα ξέχωρο κοτσάνι που θα μαρτυρά πως κάποτε υπήρξαν… Και τούτο για λίγο δε μετρά. Υπήρξανε. Υπήρξαμε, θα λένε. Όρθιοι. Σε ‘κείνο το κάποτε που χρόνο δε λογά.




