Άραγε, ο παράδεισος θα παρέμενε ίδιος, εάν δεν υπήρχε άνθρωπος να τον θαυμάσει; Και η κόλαση; Πώς θα ήταν τέτοια, δίχως κάποιον να μαρτυρήσει την ασχήμια της;
Ο χώρος, όπως τουλάχιστον τον αντιλαμβανόμαστε, μοιάζει να συνδέεται στενά με τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν. Άλλοτε ομορφαίνει και εξελίσσεται με τη συνδρομή τους, άλλοτε καταντά ένα κακέκτυπο αυτού που κάποτε υπήρξε -ποτέ, ωστόσο, δεν παραμένει ίδιος. Κάποιοι τόποι μοιάζουν να φέρουν εντονότερα το φορτίο της ανθρώπινης ύπαρξης που πέρασε από πάνω τους.
Γίνονται, έτσι, θολοί, μία ακαθόριστη αντανάκλαση του παλιού τους κάλλους, σαν πίνακας του Μονέ. Έχεις νιώσει ποτέ την ενέργεια ενός τόπου να σε διαπερνά; Σαν ηχώ σε σπηλιά που όσο τον πλησιάζεις τόσο δυναμώνει; Για έναν τέτοιο τόπο θα σου πω, που μόλις στάθηκα απέναντί του ένιωσα τον πόνο του να με τρυπά σαν αγκάθι. Σαν «μακρύ αγκάθι»: Η Σπιναλόγκα.
Ήδη από την περιοχή της Ελούντας, το νησί φαντάζει επιβλητικό. Λες και κάποιος το τοποθέτησε σε βάθρο ως έκθεμα, για να μην λησμονήσουμε ποτέ. Όσο το καραβάκι που σε μεταφέρει πλησιάζει στη Σπιναλόγκα, τα συναισθήματα είναι πράγματι ανάμεικτα.
Από τη μία, αυτή η αψεγάδιαστη, ωμή ομορφιά ενός τοπίου στα χρώματα του πράσινου και της άμμου, πνιγμένου στο μπλε της θάλασσας, να το λούζει ο καυτός ήλιος κι από την άλλη αυτή η περίεργη αίσθηση… σαν σφίξιμο στο στομάχι. Τελικά, πιο ακρουστική είναι η ασχήμια που δεν βλέπεις με τα μάτια.