at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Θανάση Μεγαλόπουλου

κείμενο Ι θανάσης μεγαλόπουλος */* φωτογραφίες | αρχείο θανάση */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

στον "κήπο" των σκέψεων του...

Δεν έφυγα και πολύ στην πραγματικότητα από τη Θεσσαλονίκη.

Μπορεί να ζω και να εργάζομαι από το 2011 στην Αθήνα, αλλά πάντα υπήρχαν αφορμές, συνεργασίες, άνθρωποι και καταστάσεις που με έφερναν πίσω για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα.

Η εταιρεία μου, ο Κήπος, τα σεμινάρια, τα πολλαπλά καλλιτεχνικά εργαστήρια, η επιμέλεια του εφηβικού μας τμήματος, οι πέντε παραστάσεις μας στο “Εφηβικό Φεστιβάλ Θεάτρου Θεσσαλονίκης”, οι δραματικές σχολές, τα προγράμματα, άλλες παραστάσεις που ανεβάσαμε, όλα αυτά κράτησαν μια πολύ ζωντανή και ενεργή σχέση με την πόλη. Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν ποτέ για μένα, κάτι που άφησα πίσω. Ήταν πάντα ένας τόπος που με περίμενε και με τραβούσε πίσω.

Όταν τελείωσα το Κρατικό, το 2010, πίστευα ότι το θέατρο στη Θεσσαλονίκη είναι πρωτοπόρο, επιδραστικό, ποιοτικό, και ότι θα μπορούσα να μείνω εδώ και να φανταστώ τον εαυτό μου ως έναν ηθοποιό που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη χωρίς να χρειάζεται να φύγει.

Πολύ σύντομα, όμως, κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα και πολύ λιγότερο ρομαντικά. Υπήρχε σχεδόν η επιλογή είτε να μείνεις και να γίνεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ηθοποιός του Κρατικού, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφύγεις με τεράστια δυσκολία μια μορφή ιδρυματοποίησης, είτε να παλέψεις μέσα σε ένα ελεύθερο θέατρο που δυσκολευόταν πάρα πολύ να υπάρξει καλλιτεχνικά, να επικοινωνήσει, να σταθεί και συχνά ήταν καταδικασμένο να ζει μέσα στην αφάνεια. Αυτή είναι μια σκληρή αλήθεια που δεν αφορά το ταλέντο των ανθρώπων της πόλης, αλλά τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να επιβιώσουν.

Η Αθήνα, με την τεράστια καλλιτεχνική της πλουραλιστικότητα, με εκατοντάδες σκηνές και με έναν απίστευτο όγκο παραστάσεων που παίζουν ταυτόχρονα, σου φανερώνει ακόμα πιο καθαρά αυτή την ανισορροπία.

Καταλαβαίνεις ότι η πολιτιστική παραγωγή είναι τόσο άνισα κατανεμημένη, που η επαρχία, και ναι, και η Θεσσαλονίκη μέσα σε αυτό, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να έχει ταβάνι. Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο αν έχει ταβάνι.

Το θέμα είναι τι κάνεις με αυτό. Θα το φροντίσεις, θα το στηρίξεις, θα το μεγαλώσεις, θα χτίσεις πάνω του; Ή θα το αφήσεις να σου πέσει στο κεφάλι και μετά θα κάνεις πως δεν κατάλαβες από πού ήρθε η ζημιά; Για μένα, αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.

Για να μπορέσεις όμως να ψηλώσεις αυτό το ταβάνι, να το φροντίσεις και να χτίσεις πάνω του χωρίς να σε πλακώσει, πρέπει πρώτα να αναζητήσεις γερά θεμέλια. Πρέπει να βρεις μέσα σου μια καλλιτεχνική ταυτότητα, έναν πυρήνα, κάτι που να απαντά καθαρά στο τι θέλεις να πεις και γιατί το λες. Για μένα, τα τελευταία χρόνια, αυτό έχει γίνει πολύ καθαρό. Όλα μου τα έργα, όλες μου οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις, ξεκινούν από μια βαθιά ανάγκη να μιλήσω για το πόσο μαλάκες είμαστε. Για το πόσο ο κόσμος γύρω μας είναι υποχρεωμένος καθημερινά να παλεύει με τη βλακεία. Για το ότι η βλακεία είναι ένας από τους τελευταίους και πιο ανθεκτικούς εχθρούς που πρέπει να νικηθούν. Από εκεί ξεκινάνε όλα.

Ταυτόχρονα, υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, ένα άλλο flavor, μια εσωτερική απάντηση στο πώς παλεύεται όλο αυτό.

Για μένα, αυτή η απάντηση, έχει κάτι από punk is not dead.

Έχει κάτι από δημιουργικό χάος, από μια ορμή που θέλει να τα διαλύσει όλα όχι από μηδενισμό, αλλά για να φέρει κάτι άλλο, κάτι πιο ζωντανό, πιο ειλικρινές, πιο ανθρώπινο, ίσως και πιο επικίνδυνο.

Κάπως έτσι συναντήθηκα με τον Μαυρόπουλο και τον Δαλαμάγκα.

Βρεθήκαμε μέσα στην περίοδο των μεγάλων καλλιτεχνικών κινητοποιήσεων για το προεδρικό διάταγμα που υποβάθμιζε την αξία των καλλιτεχνικών πτυχίων, και πολύ γρήγορα καταλάβαμε ότι υπήρχε ένα κοινό ιδεολογικό και αξιακό πλαίσιο. Ήταν ξεκάθαρο, ότι θέλαμε να συναντηθούμε και καλλιτεχνικά.

Το ενδιαφέρον ήταν ότι ο καθένας ερχόταν από πολύ διαφορετική μεριά. Ο Μαυρόπουλος, από μια άλλη καλλιτεχνική μεθοδολογία, πολύ δυνατός στον αυτοσχεδιασμό λόγου, υποστήριζε ένα περιεχόμενο σχεδόν prima vista, σχεδόν χωρίς δοκιμές με τη συμβατική έννοια, από την εντελώς αντίθετη πλευρά της δικής μου ανάγκης για συστηματική επεξεργασία και για μια δημιουργική και τεχνική παρτιτούρα που πρέπει να ακολουθείται με ακρίβεια.

Ο Δαλαμάγκας, με μια βαθιά ψυχραιμία και με μια επιμονή να βιώσει υποκριτικά και οργανικά το κάθε arc του χαρακτήρα, μας τραβούσε συνέχεια προς μια καθαρότερη δραματουργία. Κι όμως, παρόλες τις διαφορετικές μεθόδους μας, αυτό που μας ένωσε ήταν πολύ απλό και πεντακάθαρο. Η κοινή αναγνώριση αυτής της εξουθενωτικής μαλακίας που υπάρχει εκεί έξω.

Σε μια πραγματικότητα όπου τα social media έχουν μετατρέψει την αυτοέκθεση και την ανοησία σε καθημερινό άθλημα, βρεθήκαμε να παλεύουμε, σχεδόν με κέφι, για το ποιανού ο αγαπημένος μαλάκας θα πάρει περισσότερο χώρο μέσα στο έργο. Και κάπως έτσι προέκυψε η “Ανθρώπινη Μαλακία”.

Το μεγαλύτερο κέρδος που αισθάνομαι ότι πήρα από αυτή την παράσταση είναι, πρώτα απ’ όλα, η συνάντηση με αυτούς τους φοβερούς τύπους.

Και τώρα πια, και η συνάντηση με τον Θανάση Κριτσάκη, που για μένα είναι πραγματική αποκάλυψη. Νιώθω, ότι οι αντιλήψεις μας γύρω από τη σκηνική λειτουργία συμπληρώνουν η μία την άλλη με τρόπο πολύ ουσιαστικό και πολύ αποτελεσματικό. Αυτό είναι μεγάλο δώρο.

Γιατί στο θέατρο, δεν είναι καθόλου αυτονόητο να βρεις ανθρώπους με τους οποίους όχι μόνο συνεννοείσαι, αλλά και παράγεις κάτι που μοιάζει περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Αυτή τη στιγμή πιστεύω ότι η “Ανθρώπινη Μαλακία που με Εξουθενώνει” είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό έργο για να δει κανείς και να καταλάβει τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου. Όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και υπαρξιακά.

Είναι ένας τρόπος να πω πώς βλέπω τη ζωή, πώς βλέπω τον κόσμο, τι με εξοργίζει, τι με συγκινεί, με τι γελάω και τι με συνθλίβει. Και από ό,τι έχω καταλάβει τον τελευταίο καιρό, αυτό είναι τελικά το μόνο ουσιαστικό που μπορώ να κάνω στο θέατρο. Να φτιάχνω έργα που, με κάποιον τρόπο, αποκαλύπτουν τον εσωτερικό μου μηχανισμό χωρίς να τον εξηγούν υπερβολικά.

Ένα άλλο τεράστιο κομμάτι της δουλειάς μου είναι το εφηβικό θέατρο. Ασχολούμαι εδώ και χρόνια με εφηβικές ομάδες και με την παραγωγή παραστάσεων με νέους και νέες, σε ένα youth theatre που χτίζει ιστορίες όπου οι πρωταγωνιστές είναι έφηβοι και έφηβες, όχι ως θεματική βιτρίνα αλλά ως πραγματικά υποκείμενα αφήγησης. Τα τελευταία πέντε χρόνια κάνω την καλλιτεχνική επιμέλεια στο εφηβικό θεατρικό εργαστήρι του “Κήπου”, με το οποίο συμμετέχουμε κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Αυλαία. Η φετινή παράσταση παίζει στις 4 Απριλίου και είναι μια διασκευή του “Περσέπολις” της Μαριάν Σατραπί, βασισμένη στη δυναμική ενός ensemble 19 εφήβων, που με μόνο μέσο τη σωματικότητα και τη δύναμη της ομάδας μάς αφηγούνται αυτή την ιστορία.

Όταν επιλέξαμε το έργο, δεν είχαν ακόμη συμβεί τα πρόσφατα γεγονότα στο Ιράν, που έχουν τόσο τρομακτική ομοιότητα με όσα περιγράφονται στο “Περσέπολις”.

Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο επίκαιρο θα γινόταν το θέμα. Αυτό, όμως, έκανε τη διαδικασία ακόμα πιο ζωντανή και πιο ουσιαστική για τα παιδιά. Τα ενθουσίασε, τα ενέπνευσε, αλλά κυρίως τα έσπρωξε να ψάξουν, να ερευνήσουν, να καταλάβουν τι συμβαίνει πραγματικά αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή. Και εκεί ακριβώς βλέπω τη σημασία του εκπαιδευτικού θεάτρου.

Όχι σαν ένα ασφαλές πολιτιστικό διακοσμητικό, αλλά σαν έναν ζωντανό μηχανισμό που μπορεί να οδηγήσει νέους ανθρώπους σε ερωτήματα, σε γνώση, σε θέση, σε συμμετοχή.

Η εταιρεία μου, ο Κήπος ΑΜΚΕ, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, σκοπεύει η επόμενη παραγωγή της να ξεκινήσει από εδώ και στη συνέχεια να ταξιδέψει στην Αθήνα. Με ενδιαφέρει να συνεχίσω να φτιάχνω δουλειές που δεν χρησιμοποιούν τη Θεσσαλονίκη ως ντεκόρ, αλλά ως πραγματικό τόπο παραγωγής, σκέψης και καλλιτεχνικής εκκίνησης.

Η αποδοχή της Θεσσαλονίκης δεν θα έλεγα ότι με αγχώνει, αλλά με αφορά. Με αφορά επειδή είναι μια πόλη που με έχει διαμορφώσει και επειδή ξέρω ότι έχει ένα κοινό που μπορεί να καταλαβαίνει βαθιά το έργο μας.

Όσο για τις βόλτες μου στην πόλη, αναφέρω απλά μέρη και σημεία που μου έρχονται έτσι στο μυαλό. Κάστρα, Παραλία, Τούμπα, Παπάφη, Κορομηλά, Ορφανίδου, Γλάδστωνος, Αρχαία Αγορά, θέατρα, σινεμάδες, Λιμάνι, Φεστιβάλ.

Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος συμμετέχει στην θεατρική παράσταση “Η ανθρώπινη μαλακία που με εξουθενώνει” στο θέατρο Artbox Fargani της Θεσσαλονίκης. Μαζί του, ο Θανάσης Κριτσάκης και ο Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας. Τελευταίες παραστάσεις έως και Κυριακή 15 Μαρτίου.