“Όταν ξεκινάω μια παράσταση, τόσο στη γραφή, όσο και στις πρόβες, δεν ξέρω πως θα καταλήξει. Δουλεύω “χτίζοντας” και κάθε μέρα φέρνει και κάτι άλλο. Από άλλο έργο ξεκινάω, πάω με ένα πρώτο draft στο θίασο και στη πορεία μετά από δύο μήνες πρόβας, είναι ένα άλλο έργο. Στο “Και Λέγε, Λέγε”, αυτό που με ικανοποίησε στο πρώτο κύκλο παραστάσεων, πέρυσι, ήταν οι συνεργάτες- όλοι και για μία ακόμη φορά, συντονιστήκαμε σε αυτό που πήγαμε να κάνουμε, χάρηκα αυτή τη φορά, που δούλεψα με τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη- είχαμε συνεργαστεί σε παραστάσεις του Νίκου Καραθάνου- αλλά εδώ ήταν μια διαφορετική συνθήκη και ταίριαξαν οι αισθητικές μας, ήταν χαρά που εντάχθηκε στην ομάδα μας. Στο καθ΄αυτό έργο προχώρησα και άλλο, στην αποδόμηση των πραγμάτων. Βρήκα ένα καινούργιο ύφος και μια “γλώσσα” που δεν είχα τόσο χρησιμοποιήσει παλιότερα- εδώ, “άνθισε” λίγο περισσότερο. Ειδικά στο κομμάτι, που το κείμενο αναφέρεται στο τι είναι Τέχνη και performer. Ψάχτηκα με τις λέξεις και με τα λίγα προσπάθησα να πω πολλά. Έτσι, τουλάχιστον, νομίζω….Να φανταστώ τη Λένα φοιτήτρια του θεάτρου Τέχνης, που θα έφτανε ως σήμερα, ούτε καν! Από την άλλη, αν σκεφτώ τον εαυτό μου και 15 χρονών, νομίζω είμαι το ίδιο άτομο. Πάντα μίλαγα με το τρόπο που ήθελα. Εντάξει, σε άλλη φάση, σε άλλη εποχή, σε άλλη ηλικία…πάντα έγραφα, πάντα προσπαθούσα το κάτι να μην μοιάζει με τα άλλα που έκανα. Είχα τα στοιχεία που έχω σήμερα, σε άλλη κλίμακα. Πάντα είχα φίλους που βασιζόμουν σε αυτούς- έπαιζε μεγάλο ρόλο, για μένα, αυτό. Και πάντα δημιουργικά έκανα, το λίγο πιο παράξενο. Κάπως ήθελα να ξεχωρίζω, κάνοντας την πλάκα την πιο περίεργη. Κάπως, ήθελα, εγώ να “τα γεννήσω” τα πράγματα. Σίγουρα, τότε, δεν φανταζόμουν ότι θα σκηνοθετώ ή θα κάνω έργα, θα γουστάρω, θα είμαι στην Επίδαυρο να σκηνοθετώ και να γίνονται όλα αυτά, αλλά ήμουν αυτό το άτομο. Δεν με παραξενεύει κιόλας…Από μικρή είχα ανάγκη έκφρασης. Ο μεγάλος μου πόνος για οτιδήποτε, για τη ζωή, για απώλειες, όλα αυτά τα ανθρώπινα, εμένα με οδηγούσαν μέσα στο δωμάτιο κάτι να γράφω, να σκιτσάρω, κάπου εκτονώνονταν όλο αυτό. Έβρισκα ικανοποίηση ακόμα και στα χειρότερα, στη ματαιότητα. Μετά, δέχτηκα και κάποια αποδοχή, είτε από κάποιο φίλο, είτε από μια μικρή ομάδα. Αφού έβλεπα ότι κάποιος γελάει με αυτό ή συμφωνεί ή επικοινωνεί, με έκανε να πηγαίνω στο επόμενο και στο επόμενο. Ο δρόμος άνοιγε…ποτέ δεν βρήκα ή πάτησα φρένο. Ακόμα και σε μικρή μερίδα ανθρώπων. Όχι ότι δεν βρήκα και μη αποδοχή, άλλα έψαχνα πάντα κάτι λίγο θετικό, ή έστω συμπαραστατικό, από κάποιο θεατή. Τέλος, με βοήθησαν τέρμα φουλ, οι επιρροές μου από άλλους καλλιτέχνες, τα ταξίδια, με διαμόρφωσαν. Αυτή η αναζήτηση με πήγε Γερμανία, που ήξερα και τη γλώσσα. Ήμουν του διαβάσματος, συνέχεια διάβαζα λογοτεχνία…Με ρωτάς για τον Λευτέρη Βογιατζή….αχ, ο Λευτέρης ήταν μοναδικός. Εμπνευστικός. Με όλη του τη δυσκολία και αυτός, γιατί είχε ένα ανικανοποίητο, όπως όλοι γνωρίζουμε, οι πρόβες του τραβούσαν πολύ και κάποια στιγμή υπήρχε και μια κούραση, αλλά ήταν σπουδαία προσωπικότητα. Είχα δει τη “Νύχτα της κουκουβάγιας” ως θεατής και έκλαιγα…θυμάμαι γύρισα σπίτι και είπα μέσα μου “δεν θέλω κάτι άλλο, αλλά να παίξω με το Βογιατζή κάποια στιγμή. Έγινε. Μετά από δέκα μέρες, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε “θέλω να είσαι στη παράσταση”. Έπαιξα μαζί τους, έκανα αντικατάσταση. Τα μάτια του Λευτέρη “γεννούσαν” θέατρο. Ο ορισμός της δημιουργίας…και με ασύλληπτο χιούμορ”…