Μόνος ξυρίστηκε. Ακόμη τα καταφέρνει. Αφήνει, βέβαια, άθελα του, κάποιες τουφίτσες γένια κοντά στο σαγόνι του, κι εκεί κοντά στις φαβορίτες του. Ε, και; Ρίχνει μια χούφτα οινόπνευμα μετά και τσουρουφλίζεται. Έπειτα κολλάει μικρά κομμάτια χαρτί υγείας πάνω στις χαρακιές που στάζουν αίμα από το άστατο χέρι του και το άσπλαχνο κίτρινο Bic του. Καμαρώνει λίγο μπρος μας για την επιτυχία την μεγάλη του κι εγώ υποκλίνομαι στο μεγαλείο του.
Ακόμη έχει τις αναλαμπές του. Ευτυχώς. Μέσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο που του ξημερώνει, τις ψάχνω με λαχτάρα. Θέλω να είμαι εκεί. Κοντά του. Μη χάσω λέξη του σωστή. Οριζόντια να ‘ναι, καθαρή και ταυτισμένη με τον χαρακτήρα του. Και ξάφνου, άρχισε να μιλάει σε κάποιον. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω μου μα δεν κοιτούσε εμένα. Βεβαία, είμαι. Έμπαινα μέσα από την κόρη του ματιού του, έγλειφα την ίριδά του κι έφτανα στον φακό, κι έπειτα έκανα μια ολοκληρωμένη τούμπα στον αμφιβληστροειδή του μέσα πλατσουρίζοντας για εγκέφαλο. Ακριβώς εκεί γεννήθηκε μια άλλη εικόνα που τον έκανε να μιλάει δίχως κομπιάσματα, αναστολές, δεύτερες σκέψεις. Με διαπέρασε, κι αφότου προσπέρασε πόρτες κι εξώπορτες, δρόμους χωμάτινους και μονοπάτια χίλια, κάπου στο χωροχρόνο την συνάντησε. Μιλούσε σ’ εκείνη πια, και σίγουρα αυτή δεν ήταν η γιαγιά μου και γυναίκα του. Τα μάτια του μεγάλωσαν και γλύκαιναν κι άλλο, και κάθε του πρόταση ήταν λουκούμια της νιότης και του έρωτα…