Και κάπως έτσι, επιστρέφω στον “Γλάρο”.
Σκέφτομαι τον “Τρέπλιεφ”, τη “Νίνα”, όλους εκείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Που ονειρεύονται κάτι μεγαλύτερο από αυτό που τους επιτρέπεται να ζήσουν. Και σκέφτομαι ότι τελικά δεν διαφέρουμε από αυτούς.
Όλοι μας ακροβατούμε. Εγώ, εσύ, οι φοιτητές στο Σύνταγμα, στην Θεσσαλονίκη, οι νέοι στο Παρίσι, οι άνθρωποι που ζουν στην ανέχεια, στη φτώχεια, στην αφάνεια.
Άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που ολοένα στενεύει, που γίνεται πιο σκληρός, πιο ασφυκτικός. Έναν κόσμο που θέλει να σου επιβάλει πώς θα ζήσεις, πώς θα σκέφτεσαι, ποιος θα είσαι.
Κι εμείς προσπαθούμε να ανοίξουμε τα φτερά μας, να πετάξουμε προς κάτι ανώτερο, κάτι φωτεινότερο, ενώ συνεχώς κάποιος μοιάζει έτοιμος να μας τα κόψει.
Στον “Γλάρο”, η “Νίνα” μιλά για την ανάγκη να αντέχεις. Ο “Τρέπλιεφ”, αντίθετα, παραμένει χαμένος μέσα σε ένα χάος εικόνων, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, χωρίς να ξέρει πια σε τι πιστεύει. Πόσο οικείο.
Ίσως, όλοι να είμαστε λίγο ο “Τρέπλιεφ”.
Ίσως, όλοι να είμαστε λίγο η “Nίνα”.
Ίσως, όλοι να είμαστε ο γλάρος.
Και ίσως, η μεγαλύτερη επανάσταση σήμερα να είναι, να παραμείνεις άνθρωπος. Να παραμείνεις ευαίσθητος.
Να παραμείνεις αληθινός.
Να αντιστέκεσαι σε οτιδήποτε προσπαθεί να σου στερήσει την ικανότητα να αισθάνεσαι.
Αυτό το διάστημα, στο αεροπλάνο, στις διαδρομές μου, στις βόλτες μου στη Θεσσαλονίκη, με συντροφεύουν οι “Ευτυχισμένες μέρες” του Σάμιουελ Μπέκετ. Επιστρέφω, ξανά και ξανά, σε αυτό το κείμενο. Στη σκέψη του χρόνου. Στο πόσο παράξενο είναι να λέμε «έχω καιρό να σε δω», «έχω καιρό να σε ακούσω». Τι σημαίνει –τελικά- καιρός; Πόσος χρόνος χωρά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν και σε αυτό που γίναμε; Πόσο δύσκολο πράγμα για τον νου να συνειδητοποιήσει πως υπήρξες ανέκαθεν ο ίδιος άνθρωπος και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικός.
Είμαι το ένα και μετά το άλλο. Τώρα το ένα, ύστερα το άλλο.
Κι είναι τόσο λίγα αυτά που μπορείς να πεις πια.
Τα λες όλα, όσα μπορείς, αναζητώντας έστω μια σταλιά αλήθειας.
Αυτή η σκέψη με ακολουθεί από το αεροπλάνο μέχρι την πόλη, από την παραλία μέχρι το θέατρο, και πάλι πίσω. Κάποτε, αρκούσε ένα χέρι. Ένα χέρι που σου έδιναν ή που έδινες εσύ σε κάποιον που το είχε ανάγκη.
Ίσως, τελικά αυτό να εξακολουθούμε να αναζητούμε όλοι. Ένα χέρι, μια επαφή, μια μικρή βεβαιότητα μέσα σε όλη αυτή την αβεβαιότητα. Κι εκεί, βρίσκω τη χαρά μου, σήμερα.
Στις μικρές, σχεδόν ασήμαντες στιγμές.
Στη δυνατότητα να συγκινούμαι ακόμη.
Σε μια συνάντηση, σε ένα τραγούδι που επιστρέφει από το παρελθόν, σε μια παράσταση, σε ένα βιβλίο, στο φως που πέφτει πάνω στη θάλασσα. Στην αίσθηση πως, μπορώ ακόμη να πω: “σήμερα είναι μια ευτυχισμένη μέρα”. Εν τέλει. Μέχρι στιγμής.
Και ύστερα, βγαίνω ξανά στην παραλία. Ο Θερμαϊκός απλώνεται μπροστά μου. Ο ουρανός γίνεται μωβ, τα σύννεφα σκεπάζουν τα πάντα και η βροχή αρχίζει να πέφτει τόσο ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά. Σαν βάφτισμα. Σαν μια καινούργια αρχή.
Γιατί, η Θεσσαλονίκη πάντα θα σε φέρνει πίσω. Με το φως της, τους ανθρώπους της, τους έρωτές της, με όλα όσα υπήρξες μέσα της. Και κάθε επιστροφή θα μοιάζει με μια νέα αρχή. Έναν καινούργιο έρωτα. Ένα ακόμη, μικρό πέταγμα μέσα στον χρόνο.
Ποτέ μακριά.