at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Δημήτρη Τσικλή

κείμενο Ι δημήτρης τσικλής */* φωτογραφίες | μάρκος τσικλής  */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

Ποτέ μακριά

Πάλι, Θεσσαλονίκη.

Ύστερα από ένα μεγάλο διάστημα στην Αμερική, επιστρέφω σε μια πόλη που κάθε φορά μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι καινούργιο.

Μια πόλη που, από τη στιγμή που φτάνεις, η ενέργειά της σε παρασύρει κάπου αλλού.

Η πρεμιέρα του “Γλάρου” έγινε, το μεγάλο άγχος πέρασε, οι πρόβες, η αγωνία, εκείνη η αβεβαιότητα λίγο πριν συναντήσεις το κοινό.

Κι όμως, η Θεσσαλονίκη δεν σε αφήνει ποτέ, να μείνεις στην επιφάνεια. Σου δίνει συνεχώς τροφή για σκέψη, σε προκαλεί να πας πιο μέσα, πιο βαθιά.

Κάθε βόλτα και μια νέα εμπειρία.

Κάθε γωνιά και κάτι απρόβλεπτο.

Κάθε βράδυ κι ένας αναστεναγμός. Ένα μεγάλο «αχ».

Κάθε δρόμος και μια παλιά ιστορία.

Νυχτερινές διαδρομές χωρίς προορισμό, έρωτες και φιλιά στα στενά, κρυφά μέσα στη νύχτα, φανερά κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου.

Ξέφρενα πάρτι που καταλήγουν τα ξημερώματα στην παραλία, με παρέες, γέλια και συζητήσεις με αγνώστους, που για λίγες ώρες, γίνονται οι πιο δικοί σου άνθρωποι.

Και μπορεί να μην τους ξαναδείς ποτέ, όμως κάτι από εκείνες τις στιγμές μένει ανεξίτηλο.

Αυτή η πόλη έχει έναν παράξενο τρόπο, να κάνει τα πάντα πιο έντονα.

Να σε γεμίζει φως, ελπίδα, έρωτα.

Γιατί, για μένα, η Θεσσαλονίκη είναι, με διαφορά, η πιο ερωτική πόλη.

Κατεβαίνοντας τη Ναυαρίνου, αντικρίζω στο βάθος τον Όλυμπο.

Τα πρώτα χιόνια έχουν ήδη πέσει στις κορυφές του.

Και σκέφτομαι πως, όλα αυτά, υπήρχαν πολύ πριν από εμάς.

Η θάλασσα, το βουνό, ο ουρανός, οι δρόμοι αυτής της πόλης.

Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από εδώ;

Πόσοι ερωτεύτηκαν, πόσοι ονειρεύτηκαν, πόσοι πίστεψαν πως οι στιγμές τους θα κρατήσουν για πάντα;

Πόσο μικροί είμαστε τελικά μπροστά στην ιστορία αυτού του τόπου.

Ένα τόσο δα μικρό πέρασμα μέσα στον χρόνο.

Κι όμως, πόσο θα ήθελα κι εγώ, σαν εκείνους τους γλάρους που πετούν πάνω από τον Θερμαϊκό, να κάνω το δικό μου μικρό πέταγμα.

Να υπάρξω για μια στιγμή τόσο αληθινά, τόσο έντονα, που κάτι από αυτή τη στιγμή να μείνει.

Ένα βλέμμα, ένα φιλί, μια ιστορία, μια ανάμνηση στην καρδιά κάποιου άλλου. Συνεχίζω να περπατώ.

Το φως με λούζει, λες και με καλεί να το ακολουθήσω.

Λίγο πιο κάτω βρίσκω ένα κέρμα στον δρόμο. Ένα lucky penny. Σκύβω να το πιάσω, αλλά είναι κολλημένο στο έδαφος. Προσπαθώ να το ξεκολλήσω, μάταια. Και σκέφτομαι, πως ίσως έτσι να είναι καλύτερα.

Μια μικρή τύχη που παραμένει εκεί για όλους, χωρίς διακρίσεις.

Κάπου πιο πέρα, ένα κορίτσι τραγουδά το «Πες μου μια λέξη».

Και ξαφνικά, βρίσκομαι πίσω σε μια συναυλία, το μακρινό 2015, να τραγουδώ κι εγώ το ίδιο τραγούδι.

Πόσο κοντά, μοιάζει εκείνη η χρονιά και πόσο μακριά.

Πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος σήμερα.

Πόσο διαφορετικοί είμαστε κι εμείς.

Και κάπως έτσι, επιστρέφω στον “Γλάρο”.

Σκέφτομαι τον “Τρέπλιεφ”, τη “Νίνα”, όλους εκείνους τους ανθρώπους που προσπαθούν να αγαπήσουν, να δημιουργήσουν, να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Που ονειρεύονται κάτι μεγαλύτερο από αυτό που τους επιτρέπεται να ζήσουν. Και σκέφτομαι ότι τελικά δεν διαφέρουμε από αυτούς.

Όλοι μας ακροβατούμε. Εγώ, εσύ, οι φοιτητές στο Σύνταγμα, στην Θεσσαλονίκη, οι νέοι στο Παρίσι, οι άνθρωποι που ζουν στην ανέχεια, στη φτώχεια, στην αφάνεια.

Άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που ολοένα στενεύει, που γίνεται πιο σκληρός, πιο ασφυκτικός. Έναν κόσμο που θέλει να σου επιβάλει πώς θα ζήσεις, πώς θα σκέφτεσαι, ποιος θα είσαι.

Κι εμείς προσπαθούμε να ανοίξουμε τα φτερά μας, να πετάξουμε προς κάτι ανώτερο, κάτι φωτεινότερο, ενώ συνεχώς κάποιος μοιάζει έτοιμος να μας τα κόψει.

Στον “Γλάρο”, η “Νίνα” μιλά για την ανάγκη να αντέχεις. Ο “Τρέπλιεφ”, αντίθετα, παραμένει χαμένος μέσα σε ένα χάος εικόνων, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, χωρίς να ξέρει πια σε τι πιστεύει. Πόσο οικείο.

Ίσως, όλοι να είμαστε λίγο ο “Τρέπλιεφ”.

Ίσως, όλοι να είμαστε λίγο η “Nίνα”.

Ίσως, όλοι να είμαστε ο γλάρος.

Και ίσως, η μεγαλύτερη επανάσταση σήμερα να είναι, να παραμείνεις άνθρωπος. Να παραμείνεις ευαίσθητος.

Να παραμείνεις αληθινός.

Να αντιστέκεσαι σε οτιδήποτε προσπαθεί να σου στερήσει την ικανότητα να αισθάνεσαι.

 

Αυτό το διάστημα, στο αεροπλάνο, στις διαδρομές μου, στις βόλτες μου στη Θεσσαλονίκη, με συντροφεύουν οι “Ευτυχισμένες μέρες” του Σάμιουελ Μπέκετ. Επιστρέφω, ξανά και ξανά, σε αυτό το κείμενο. Στη σκέψη του χρόνου. Στο πόσο παράξενο είναι να λέμε «έχω καιρό να σε δω», «έχω καιρό να σε ακούσω». Τι σημαίνει –τελικά- καιρός; Πόσος χρόνος χωρά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ανάμεσα σε αυτό που ήμασταν και σε αυτό που γίναμε; Πόσο δύσκολο πράγμα για τον νου να συνειδητοποιήσει πως υπήρξες ανέκαθεν ο ίδιος άνθρωπος και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικός.

Είμαι το ένα και μετά το άλλο. Τώρα το ένα, ύστερα το άλλο.

Κι είναι τόσο λίγα αυτά που μπορείς να πεις πια.

Τα λες όλα, όσα μπορείς, αναζητώντας έστω μια σταλιά αλήθειας.

Αυτή η σκέψη με ακολουθεί από το αεροπλάνο μέχρι την πόλη, από την παραλία μέχρι το θέατρο, και πάλι πίσω. Κάποτε, αρκούσε ένα χέρι. Ένα χέρι που σου έδιναν ή που έδινες εσύ σε κάποιον που το είχε ανάγκη.

Ίσως, τελικά αυτό να εξακολουθούμε να αναζητούμε όλοι. Ένα χέρι, μια επαφή, μια μικρή βεβαιότητα μέσα σε όλη αυτή την αβεβαιότητα. Κι εκεί, βρίσκω τη χαρά μου, σήμερα.

Στις μικρές, σχεδόν ασήμαντες στιγμές.

Στη δυνατότητα να συγκινούμαι ακόμη.

Σε μια συνάντηση, σε ένα τραγούδι που επιστρέφει από το παρελθόν, σε μια παράσταση, σε ένα βιβλίο, στο φως που πέφτει πάνω στη θάλασσα. Στην αίσθηση πως, μπορώ ακόμη να πω: “σήμερα είναι μια ευτυχισμένη μέρα”. Εν τέλει. Μέχρι στιγμής.

 

Και ύστερα, βγαίνω ξανά στην παραλία. Ο Θερμαϊκός απλώνεται μπροστά μου. Ο ουρανός γίνεται μωβ, τα σύννεφα σκεπάζουν τα πάντα και η βροχή αρχίζει να πέφτει τόσο ήσυχα, σχεδόν τελετουργικά. Σαν βάφτισμα. Σαν μια καινούργια αρχή.

 

Γιατί, η Θεσσαλονίκη πάντα θα σε φέρνει πίσω. Με το φως της, τους ανθρώπους της, τους έρωτές της, με όλα όσα υπήρξες μέσα της. Και κάθε επιστροφή θα μοιάζει με μια νέα αρχή. Έναν καινούργιο έρωτα. Ένα ακόμη, μικρό πέταγμα μέσα στον χρόνο.

 

Ποτέ μακριά.

*Ο Δημήτρης Τσικλής συμμετέχει στην θεατρική παράσταση “Ο Γλάρος” σε διασκευή- σκηνοθεσία Γιώργου Βάλαρη, στο θέατρο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ της Θεσσαλονίκης, μέχρι και 8 Νοέμβρη και στη συνέχεια, για δεύτερη χρονιά, στην Αθήνα, στον ιδιαίτερο χώρο ΦΙΑΤ, από 28 Νοέμβρη. Παράλληλα, ο Δημήτρης συμμετέχει και στην τηλεοπτική σειρά “Αντώνιος και Κλεοπάτρα”.