Πάμε πρώτα για λουτρό:
Τις “Λουόμενες” τις έγραψα μυσταγωγικά, στην Ικαρία ξεκίνησα στο Παγκράτι τις τελείωσα, ενώ είχαμε αρχίσει ήδη πρόβες. Είναι τρεις ηρωίδες λίγο σκοτεινές, λίγο εν δυνάμει επικίνδυνες, πολύ κωμικές εν αγνοία τους, που τρέχουν να κρυφτούν Πρωτοχρονιάτικα σε ένα μισοσάπιο υδροθεραπευτήριο και τελικά καταλήγουν να χορεύουν, να αλληλο-εξαγνίζονται και να αφήνουν από μέσα τους να χυθεί ένα ποτάμι από ιστορίες που τις καίνει, που μας καίνε. Έχουν κλέψει, έχουν καταστρέψει, έχουν λοξοδρομήσει, έχουν μεθύσει τελειωτικά, έχουν αδικήσει, έχουν ερωτευτεί, έχουν εγκαταλείψει, έχουν ζήσει. Είναι γυναίκες, και όλα αυτά τα φέρουν βαρέως, πολύ βαρέως.
Και για αυτό τα λένε, όλα τα λένε. Και για αυτό είπαμε όλη η ομάδα, πρέπει να την ξανακάνουμε αυτήν την παράσταση, τώρα πρέπει να την ξανακάνουμε, τώρα που οι γυναίκες και οι θηλυκότητες, μιλάνε. Πάντα μιλούσαν, ίσως, ναι, αλλά πιο πολύ μεταξύ τους; Λίγο ψιθυριστά ίσως; Πάλι με ενοχή, σαν να έχουν κάνει κάτι κακό; Ίσως, ναι. Τώρα όμως, ανοίγουν τα αυτιά, τώρα ακούμε. Κι οι “Λουόμενες” ακούν κι αυτές όπερα μέσα στο υδροθεραπευτήριο, σαν να μην τους έφταναν οι αναθυμιάσεις από τα ιαματικά νερά που τις ζαλίζουν, βάζουν και την “Τραβιάτα”. Και γιατί πεθαίνει η “Τραβιάτα” στο τέλος; Και γιατί πεθαίνουν όλες οι ηρωΐδες στην όπερα ; Για να εμπνευστεί και να γράψει δραματική μουσική ο εκάστοτε συνθέτης. Από εκεί, πιάνουμε το νήμα. Από εκεί ξετυλίγεται η ιστορία.