Περνούσαν όμως τα χρόνια, ήμουν σε τρομερές παραγωγές, έκανα και κάτι σπουδές στα ΤΕΦΑΑ παράλληλα, γιατί ποιος χρειάζεται πάνω από τέσσερις ώρες ύπνο, και δεν έβγαινε ούτε να το σκεφτώ… Ώσπου, ένα βράδυ πέρσι μου τα έσκασε… Με έπιασαν τα υπαρξιακά μου, με έπιασε φόβος ότι σωματικά δεν ήμουν πλέον ικανός να το επαναλάβω, με έπιασε το Πετρουπολιώτικο το γινάτι, μια τρομερή ανάγκη να μιλήσω για τις καταβολές μου, τις περήφανα λαϊκές. Με έτρωγε, όπως με έχουν φάει ελάχιστα πράγματα στη ζωή μου.
Θα το γράψω για να το ξορκίσω… Ένας αποχαιρετισμός… Και μαζί, ένα οφειλόμενο δικό μου χρέος στις γειτονιές που μεγάλωσα, ένα χρέος σε αυτούς που δούλευαν 06:00–20:00, όπως οι δικοί μου. Στα παιδιά που τους έχουν γαμήσει τα σώψυχα, που τους έχουν πάρει την παιδεία, την αισθητική, τη χαρά, αλλά δεν τους έχουν πάρει την ψυχή… Αυτούς τους ανθρώπους τους ξέρω, δεν τους χαρίζομαι, δεν τους δικαιολογώ, αλλά τους καταλαβαίνω… Σάρκα τους είμαι…
Και για αυτούς μιλάει το «Ταπ Άουτ», αλλά όχι μόνο… Μιλάει για όλα τα αουτσάιντερ… Αυτό ήταν το turning point στο μυαλό μου, ότι σε αυτή τη γαμημένη χώρα των σαλτιμπάγκων είμαστε 10 εκατομμύρια αουτσάιντερ που δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει…