at a glance
Top

Της μοναξιάς παρέα

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου

μυστήρια πλάσματα

Χιλοτραγουδισμένη, χιλιοαποτυπωμένη στο χαρτί, χιλιοσυζητημένη νύχτες πολλές, συνήθως ξημερώματα μιας καθημερινής, με τσιγάρα και αλκοόλ.

Ποιος δεν την έχει φοβηθεί, ποιος δεν έχει αναστενάξει στο άκουσμά της; Και μόνο η λέξη προκαλεί σφίξιμο στο στομάχι, κόμπο στο λαιμό. Σύμβουλος κακός, συχνά οδηγεί σε λάθος ανθρώπους, παρέες συμβιβασμού, σχέσεις ανάγκης. Βαθιά κατάρα, που δεν τολμάς να ξεστομίσεις ούτε για τον εχθρό σου. Μοναξιά.

Άνθρωπος μοναχικός, δε σημαίνει μοναξιά, και άνθρωπος μες στους ανθρώπους δε σημαίνει απουσία της. Ευτυχώς, όχι μόνιμη κατάσταση. Ευτυχώς, αναστρέψιμη κατάσταση. Ευτυχώς, όχι απαραίτητα κατάσταση, υπαρκτή τουλάχιστον. Αίσθηση περισσότερο. Το ίδιο άδειο σπίτι δεν είναι πάντα γεμάτο μοναξιά. Πολλές φορές είναι γεμάτο μουσική, μυρωδιές, φωτογραφίες, απολαυστικά όμορφη ησυχία- και τι αστείο!- δε νιώθεις μόνος. Άλλες πάλι είναι γεμάτο φωνές, γέλια, φίλους -ναι, αληθινούς φίλους, και το ξέρεις, μα τι έχεις πάθει;- κι εσύ αισθάνεσαι μόνος μέσα σου.

Η μοναξιά λοιπόν είναι μέσα μας. Από εμάς ξεκινά, εκεί γεννιέται. Μέσα μας εκκολάπτεται. Εμείς της δίνουμε τροφή και μεγαλώνει, θεριεύει. Την αφήνουμε και κυριαρχεί πάνω μας, και μπορεί και απαξιώνει, και ματαιώνει, και εξαϋλώνει ό,τι στ’ αλήθεια έχουμε. Την αγνοούμε, κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε, και συνεχίζουμε να γεμίζουμε το πρόγραμμά μας, τις μέρες και τις νύχτες μας, το κρεβάτι -μα όχι  την αγκαλιά μας… Γεμίζουμε το χρονολόγιό μας με στιγμιότυπα της «γεμάτης» μας ζωής, μήπως πείσουμε κυρίως τον εαυτό μας. Και μετά ξαπλώνουμε μόνοι στον καναπέ μας, και ψάχνουμε να βρούμε τι φταίει. Τι φταίει που νιώθουμε κενοί, που κλαίμε με το παραμικρό, που δε μας γεμίζει τίποτα. Τι φταίει και φεύγουν όλοι. Κι όσο απομακρυνόμαστε ουσιαστικά από τους ανθρώπους μας  κι απλώς  περιφερόμαστε ανάμεσά τους, τόσο την επιβεβαιώνουμε, την κάνουμε υπαρκτή, της δίνουμε σώμα, και νύχια, και φωνή. Και μας κατασπαράζει.

Την επόμενη φορά που θα χτυπήσει την πόρτα του μυαλού σου, μην κάνεις ότι δεν ακούς. Άστη να μπει, βάλ’ τη να κάτσει στον καναπέ σου και κάνε της παρέα. Είδες; Παρέα. Έχασε ήδη τη δύναμή της. Άκου τι έχει να σου πει, κλέψε εσύ από αυτήν. Εκμεταλλεύσου την. Πάρε το χρόνο σου, όσο χρόνο χρειάζεσαι, κλειδώσου σπίτι, κλείσε κινητό, μείνε μόνος. Κλάψε δυνατά. Φάε πολύ. Κοιμήσου. Ξέσπασε. Κι όταν έχεις τερματίσει, όταν τα έχεις βάλει με όλους και με όλα, πιάσε εκείνο το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες. Ναι, εκείνες που εκτυπώναμε-τότε με τα φιλμ. Με τους γονείς σου, τα αδέρφια σου, με τους φίλους- τα δεύτερα αδέρφια. Χαμογέλα. Είναι ακόμα εκεί. Τελικά δεν είχαν φύγει. Εσύ είχες φύγει για λίγο, μα ξαναγύρισες. Πιο δυνατός, πιο σίγουρος, πιο ώριμος, πιο ισορροπημένος. Νιώθεις λιγάκι χαζός που νόμισες πως είσαι μόνος. Μόνος εσύ; Ποτέ όταν σ’ αγαπούν δεν είσαι μόνος.

Κατάφερες και βγήκες από το λαβύρινθο που σε είχε ρίξει, με μίτο σου την αγάπη που ‘χεις πάρει.  Ώρα για τη χαριστική βολή λοιπόν.  Κοίτα την στα μάτια με θράσος και σήκωσέ της το μεσαίο σου δάχτυλο. «Εμένα μ’ αγαπούν», πέτα της στα μούτρα. Νίκησες. Τώρα αυτή σε φοβάται.

Πάρε τώρα τον κολλητό τηλέφωνο, ώρα για ποτό, έχεις πολλά να του πεις. Κι ίσως έχεις και κάποιες συγγνώμες να ζητήσεις, απ’ όσους αδίκησες.