at a glance
Top

Γιώργος Καραμίχος

της Βέροιας, αλκυονίδα ημέρα...

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | αγγελική κοκκοβέ */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

“Τελευταία φορά που είχα έρθει στην Θεσσαλονίκη, με θεατρική παράσταση, ήταν με την “Μέθοδο Gronholm” στο θέατρο ΑΝΕΤΟΝ. Τώρα, βρίσκομαι αυτό το Παρασκευοσαββατοκύριακο , με το “Vanya” στο θέατρο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΝ. Ναι, όπως το λες, έχω πολλά χρόνια να έρθω Θεσσαλονίκη, με θεατρική παράσταση- μεσολάβησαν εννιά χρόνια στην Αμερική και όταν επέστρεψα έκανα γυρίσματα Ελλάδα και εξωτερικό και δεν έκανα καθόλου θέατρο. Πέρυσι τον Οκτώβρη, έκανα μία παράσταση στην Αθήνα, το “Outro” και το Μάρτιο ξεκίνησε ο “Vanya”. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θέλω να κάνω πολλά πράγματα, ταυτόχρονα. Και κάποιο, ούτως ή άλλως, θα πέσει χρονικά, το ένα πάνω στο άλλο- και ας μην θέλω να συμβεί. Όταν κάνω θέατρο, θέλω να είναι μόνο αυτό. Τουλάχιστον, στο απαιτητικό κομμάτι των προβών, θέλω απερίσπαστος να είμαι στο θέατρο”. Ο Γιώργος Καραμίχος στο rejected

“Ποιό είναι το δώρο που μου έδωσε ο “Vanya”; Το δώρο που μου δίνει σε κάθε παράσταση: να βλέπω τον κόσμο, μέσα από οχτώ διαφορετικά ζευγάρια ματιών και μια γλυκόπικρη αίσθηση της ματαιότητας. Όταν είμαστε νέοι, κάτι τέτοιο μας τρομάζει. Όταν μεγαλώνουμε, μας αφήνει την γλυκόπικρη αίσθηση της απώλειας της ομορφιάς. Ο Τσέχωφ, γενικώς, αυτό που διαχειρίζεται με τόσο κωμικό τρόπο είναι η τραγωδία της συνειδητοποίησης της απώλειας της ομορφιάς. Όλα τα έργα του, έχουν να κάνουν με αυτό, είτε πρόκειται για την απώλεια ενός έρωτα, ενός κτήματος- κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όταν διάβασα, το κείμενο που βασίζεται στον “Θείο Βάνια”, και είναι οχτώ ρόλοι ερμηνευμένοι από έναν άνθρωπο, τρόμαξα! Ξέρετε, είναι άλλο, να κάνεις έναν μονόλογο, να βγαίνεις στην σκηνή ως ένας ήρωας που θα πει τον “κορμό” μιας ιστορίας. Είναι άλλο, να βγεις σε έναν μονόλογο ως αφηγητής μιας ιστορίας και κάπου στη πορεία να “ερμηνεύσεις” έναν διάλογο δύο- τριών ηρώων και είναι εντελώς άλλο, στο πρώτο δευτερόλεπτο της παράστασης- με το “καλησπέρα”- ως “Μαρίνα”, να ρωτάς τον “Μιχαήλ” αν θέλει τσάι. Θυμάμαι, όταν  διάβασα πρώτη φορά το κείμενο, άρχισα να σκέφτομαι “τώρα, πραγματικά, θα μιλάω μόνος μου, με τον εαυτό μου”; Σαν συνθήκη μου φαινόταν δύσκολη, στη πορεία μπορώ να σου πω, ότι μου είναι και πιο εύκολο, από την στιγμή που οι όροι και οι ρόλοι του παιχνιδιού έχουν διαμορφωθεί με ακρίβεια. Στην πορεία είναι πιο διασκεδαστικό, γιατί δεν υπάρχει χρονικό κενό. Δεν υπάρχει τρίτο πρόσωπο. Δεν υπάρχει απόσταση. Είσαι μέσα, μέσα, μέσα- συνέχεια- σε κάποιο ρόλο. Δεν υπάρχει καμία “απόσταση” αφηγητή. Το πρωτότυπο κείμενο του Τσέχωφ, όπως και η διασκευή του Simon Stephens, έχει τόσες ποιότητες, που σε κάθε παράσταση, ανακαλύπτεις για το κάθε ρόλο, ένα εντελώς καινούργιο ταξίδι. Υπάρχουν στιγμές, ατάκες, παύσεις στον κάθε ρόλο που τις ανακαλύπτω και δεν μπορώ να τις επαναλάβω στην επόμενη παράσταση- θα προκύψουν άλλες. Είναι ένας διάλογος από το ίδιο  υποκείμενο, γι αυτό και δεν υπάρχει χρόνος προμελέτης”.

“Μου λέτε, ότι ενώ θα μπορούσα να παίζω σε μεγάλα θεατρικά θεάματα ως “λαοφιλής” πρωταγωνιστής, επιλέγω την συνθήκη, τους συνεργάτες και τρόπον τινά δημιουργώ το τι θέλω να πω, θεατρικά. Ναι…Είναι απόφαση μου, αφότου γύρισα από την Αμερική, να μην ξανακάνω θέατρο, όπως έκανα πριν φύγω. Τότε, ξεκινούσε η παράσταση που έπαιζα, τον Οκτώβρη, τελείωνε τον Μάη, προέκυπτε και κάποιο Δευτερότριτο, πρόβες για το ένα, έπεφταν στις παραστάσεις του άλλου έργου- όχι! Δεν μου αρέσει αυτό το τόσο “αθλητικό” θέατρο. Πρώτον, θέλω να έχω χρόνο, κυρίως τα Σαββατοκύριακα και να χαίρομαι το μικρό μου παιδί που είναι δώδεκα χρονών. Δεύτερον, θέλω να δίνω το 100% μου, όταν κάνω θέατρο, έχω ανάγκη το μέτρο. Θαυμάζω τους ηθοποιούς που κάνουν τις “τόσες πολλές” παραστάσεις. Από την πείρα μου, όμως, καταλαβαίνω ότι από ένα σημείο και μετά, δεν είναι το ίδιο όλες οι παραστάσεις. Θέλοντας ή μη, έχοντας 6-7 παραστάσεις την εβδομάδα, μετά το δίμηνο, κάποιες γίνονται “αυτόματος πιλότος” και δεν θέλω να ακούω τον ήχο της φωνής μου να επαναλαμβάνεται σε τονικότητες. Με ενδιαφέρει πάντα να έχω ένα “φρέσκο τοπίο”, που να μην ξέρω πως θα προκύψει η τονικότητα- να μην κουραστώ με την ακοή της φωνής μου. Συν τοις άλλοις, είναι πολύτιμο να γεμίζω μπαταρίες και να έχω ενδιάμεσα κενά από παραστάσεις. Το θέατρο είναι…η “σαμπάνια” μου, θα πιω μία, στις τόσες! Δεν θέλω να κάνω φουλ παραστάσεις. Τώρα, μετά το “Vanya”, θέλω να πάρω ένα μικρό θεατρικό κενό, το καλοκαίρι μπορεί να κάνω κάτι, το φθινόπωρο θα δούμε….Θέλω κάτι που να με ιντριγκάρει και να μου προκαλεί ενδιαφέρον η ομάδα, με κύριο πρόσωπο τον σκηνοθέτη, που θα με προκαλέσει να βγάλω έξω από την ασφαλή ζώνη, γιατί με ενδιαφέρει να ρισκάρω παντού. Και στην κάμερα, και στο θέατρο. Ειδικά στο θέατρο, το “πληρώνεις” εκείνη τη στιγμή, είναι δυσβάσταχτη η ώρα της σκηνής, αν δεν ρισκάρεις, αν δεν είσαι εκτός ασφαλιστικής ζώνης. Δεν μπορώ να ταυτιστώ με κάποιους συναδέλφους που παίζουν το “ίδιο πράγμα”. Εμένα, μου αρέσει να αλλάζω και να αλλάζουν και οι άλλοι, γύρω μου. Να βλέπω τον κόσμο, με διαφορετικά μάτια”.

'Cause in my dreams I'm dying all the time
'Cause I now wake it's kaleidoscopic mind
I never meant to hurt you
I never meant to lie
So this is goodbye?
'Cause this is goodbye

“Με ρωτάτε, αν καλή παράσταση είναι μια sold out παράσταση…Προς Θεού, όχι! Τα τελευταία χρόνια, αυτό το “sold out” έχει γίνει trend. Πέρυσι, είδα μια συγκλονιστική παράσταση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης “154 Bertha” που είχε ελάχιστο κόσμο και ήταν ένα αριστούργημα. Υπάρχουν sold out παραστάσεις που είναι πάρα πολύ καλές, και άλλες που δεν είναι, αλλά “φαίνονται”. Άλλωστε, φέτος είναι λίγες οι παραστάσεις που πάνε πολύ καλά στην Αθήνα- τα περισσότερα θέατρα “βογγάνε”- έχει πετύχει το σχέδιο που επιτελείται, εδώ και χρόνια, να φύγει ο κόσμος από την Τέχνη. Όταν ο κόσμος δεν έχει λεφτά, θα επιλέξει να πάει σε λιγότερες παραστάσεις. Και θα επιλέξει αυτές που είναι πιο “πλασαρισμένες”, είτε για εμπορικούς λόγους με μεγάλα ονόματα, είτε για “κουλτουριάρικους”- σε πάρα πολλά εισαγωγικά- λόγους. Φέτος, όσοι ξεκίνησαν από πολύ νωρίς την προπώληση και το πλασάρισμα, έγιναν sold out. Φέτος, είδα sold out παραστάσεις που είναι αριστουργήματα, και είδα και κακές δουλειές που είναι sold out”.

“Γιατί, ως θεατές, ξεχνάμε τις παραστάσεις που βλέπουμε και δεν μένουν στο χρόνο; Γιατί, δεν έχουμε παιδεία. Η παιδεία δεν έχει να κάνει με το τι ξέρω. Η παιδεία έχει να κάνει με την εκπαίδευση της περιέργειας. Εδώ και δεκαετίες, από τα σχολεία εκπαιδευόμαστε να μιμούμαστε  και να συγκρινόμαστε. Και από τους γονείς, και κοινωνικά. Γι αυτό, υπάρχουν οι “μόδες” και στο θέατρο και παντού. Πριν δύο εβδομάδες, ήμουν στο Λονδίνο με την κόρη μου και είδαμε τέσσερις παραστάσεις. Σε καμία παράσταση δεν χτύπησε κινητό, σε καμία δεν άναψε οθόνη κινητού, σε καμία παράσταση στην υπόκλιση δεν τραβούσαν με κινητό- όλοι χειροκροτούσαν όρθιοι. Και με μεγάλα ονόματα! Έβλεπα παράσταση με τον Κλάιβ Όουεν και κανένας δεν έβγαλε κινητό, επειδή έβλεπε τον Κλάιβ Όουεν live. Χειροκροτούσαμε την στιγμή! Τιμούσαμε τα χρήματα που ξοδέψαμε, τον χρόνο που επενδύσαμε, ώστε να είμαστε παρόντες σε μια συνθήκη. Οι Έλληνες πάμε σε μια πολιτιστική εκδήλωση και δείχνουμε ότι “ξέρουμε”, όχι ότι θέλουμε να συμμετάσχουμε κάπου και να δούμε κάτι που μπορεί να μας ωφελήσει. Πλέον, στο ελληνικό θέατρο δεν αντέχουν οι “παύσεις”. Με το που θα γίνει παύση, ακούς τις καρέκλες θεατών να κουνιούνται. Το κινητό έχει γίνει η προέκταση του χεριού μας. Πας σε άλλες χώρες και βλέπεις στα εστιατόρια, οι παρέες να μην έχουν το κινητό πάνω στο τραπέζι. Τρώνε, συζητάνε και απολαμβάνουν την στιγμή. Στα ελληνικά τραπέζια,  όχι μόνο οι ενήλικες, αλλά και τα παιδιά είναι στο εστιατόριο, με το κινητό στο χέρι. Είναι αδύνατον να δεχτούν την συνθήκη πως, “είμαι γονέας και βγαίνω με το παιδί μου για να φάω” και δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη πως, εκεί που θα πάω, δεν πρέπει το παιδί να βαρεθεί. Στις μέρες μας, φτάσαμε να θεωρούμε πως για να μην βαρεθεί το παιδί, το “παρκάρω” μπροστά σε ένα κινητό”.

“Και από την άλλη πλευρά, οι θεατρικές παραστάσεις δεν παραμένουν ανεξίτηλες στον χρόνο, γιατί στην Ελλάδα δουλεύουμε πάρα πολύ “δήθεν” με fast food διαδικασίες. Ο ηθοποιός πηγαίνει στην πρόβα μετά από δεκάωρο τηλεοπτικό γύρισμα, ο σκηνοθέτης δεν κοπιάζει πραγματικά, οι πρόβες δεν είναι βαθιά ουσιαστικές. Προσωπικά, στην πρώτη μέρα πρόβας του “Vanya”, ήξερα το κείμενο απέξω, όλο. Δεν νοείται ένας μουσικός να πάει σε μια ορχήστρα και να μην ξέρει την δική του παρτιτούρα. Δεν θα πάει για να την μάθει εκεί. Οι Έλληνες ηθοποιοί έχουν το χούι “α, συγγνώμη, εγώ στις πρόβες μαθαίνω τα λόγια”! Στην πρώτη πρόβα πρέπει να ξέρεις τα λόγια, και αν στα αλλάξει ο σκηνοθέτης, θα τα αλλάξεις και εσύ, μαθαίνοντάς τα, ξανά. Αν τα κόψει, θα τα κόψεις. Αν προσθέσει, θα προσθέσεις. Η πρόβα είναι μια ζωντανή διαδικασία, που απαιτεί νωρίτερα, μελέτη στο σπίτι! Και να σου πω και κάτι; Είμαστε μια μικρή αγορά που προσπαθούμε να το παίξουμε “μεγάλοι”. Βαυκαλιζόμαστε, λέμε πόσες παραστάσεις έχουμε κάνει. Δεν είναι θεατρική πρωτεύουσα η Αθήνα. Θεατρική πρωτεύουσα είναι το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη, το Βερολίνο και -τελευταία- το Παρίσι. Εκεί πάει ο κόσμος για να δει θέατρο, είναι γεμάτα όλα τα θέατρα και όχι τυχαία. Έχουν επενδύσει σε αυτό. Βλέπεις υπέροχα φώτα, εξαιρετικές παραγωγές, η ατμόσφαιρα που χρειάζεται- δεν πάνε να κάνουν παράσταση με…δεκαπέντε φώτα, για το κοινό! Μοιραία, αυτό που παρακολουθεί το κοινό στο εξωτερικό, έχει ενδιαφέρον. Και θα το πάω και λίγο παραπέρα…Στο ελληνικό θέατρο έχουμε περάσει σε μια διαδικασία που κάτι θα είναι μεταμοντέρνο και πολύ “πειραγμένο”, που ελάχιστοι θα το καταλάβουν, με ενδυμασία “μαύρο σκαρπίνι με μαύρη κάλτσα”! Ή το υπόλοιπο όλο που παρουσιάζεται, είναι ένα “παλιακό” πράγμα- στην καλύτερη περίπτωση με λίγη “δηθενιά”! Δεν υπάρχει πραγματική, εκ βαθέων εξερεύνηση στα θεατρικά έργα. Δεν είναι τυχαίο που ο Mario Banushi σκίζει, γιατί αυτό που κάνει, είναι μια άλλη “γλώσσα”. Βρίσκει μέσα από την σιωπή, μια άλλη “γλώσσα”. Εγώ, ως παιδί από επαρχία, με αγγίζουν πολύ, οι παραστάσεις του και βλέπω όλη μου την ζωή, μέσα σε αυτές τις τρεις-τέσσερεις παραστάσεις. Επίσης, η διάνοια του Γιώργου Κουτλή, που μέσα από μια άλλη ρυθμολογία καταφέρνει να βγάλει άρτια, μια δική του “συμφωνική ορχήστρα”, με προσωπική προσέγγιση, με ακρίβεια και δίχως να επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Όπως και κάποιες παραστάσεις του Άρη Μπινιάρη που έχω δει”…

“Επίσης, δεν είναι απαραίτητο όσα κάνει ένας άνθρωπος να είναι επιτυχημένα! Είναι αδύνατον. Όλα τα ποιήματα ενός ποιητή, δεν είναι αριστουργήματα. Όταν όμως υπάρχει συνέπεια και τριβή, κάτι επιτυγχάνεται. Δεν μπορείς να είσαι ποιητής, μοναχά με ένα ποίημα…Αντίστοιχα, οι σκηνοθέτες που διαθέτουμε στο ελληνικό θέατρο είναι ελάχιστοι. Υπάρχουν κάποιοι που δεν μπορώ να πάω να δω, γιατί τονίζουν τις λέξεις με τον ίδιο τρόπο που τις τόνιζαν πριν είκοσι χρόνια, οπότε προτιμώ να πάρω το θεατρικό κείμενο να το διαβάσω μόνος μου, σπίτι μου. Υπάρχουν κάποιοι σκηνοθέτες “faux bijoux” που οι κριτικές είναι γραμμένες πριν καν ανέβουν τα έργα τους, με ένα “κλέψιμο” λίγο από έξω, λίγο από μέσα, λίγο “να ΄χαμε, να λέγαμε”, που “πειράζουν” τα έργα, μα δεν εμβαθύνουν. Και ποιοτικά, το θέατρο δεν έχει εξελιχθεί, όπως ελπίζαμε πριν τριάντα χρόνια. Όπως, έχει εξελιχθεί σε άλλες χώρες…Γιατί, σε άλλες χώρες υπάρχουν πραγματικές “προτάσεις” θεατρικών ανεβασμάτων που μένεις με ανοιχτό το στόμα. Έχουμε ξεχάσει, ότι το θέατρο είναι για να αισθάνεσαι και όχι μόνο για να σκέφτεσαι….Όλες οι παραστατικές “σχέσεις” και τέχνες γίνονται για να αισθανθείς. Όλο το σώμα να περάσει από την κάθαρση. Κι ύστερα, όταν βγεις από το θέατρο να συζητήσεις για το έργο. Γιατί, το αίσθημα προκαλεί την ορθή σκέψη. Δεν πάμε στο θέατρο για να λέμε “κοίτα τί ωραία που κάνει αυτό, ο σκηνοθέτης”…Αυτό είναι παλιό και το “περάσαμε” την δεκαετία του ’80”.

Tell the truth, you've never wanted me
Oh, tell the truth, you've never wanted me
Tell me

“Όταν είσαι μικρός ηλικιακά, ως καλλιτέχνης, το “εν δυνάμει” που φέρεις, αρχίζει να αξιοποιείται, άρα και να αξιολογείται, δίχως κάθετη τομή στον χρόνο. Όταν μεγαλώνεις, από μία ηλικία και μετά, είναι δεδομένο πως ο σπουδαίος καλλιτέχνης πρέπει να είναι και σπουδαίος άνθρωπος ή να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Το υπόλοιπο δεν με ενδιαφέρει. Ακούω μπουρδολογίες τύπου “ναι, είναι κακοποιητικός, αλλά είναι διάνοια”- καθόλου δεν με νοιάζει. Είναι κάποιος κακοποιητικός- δεν θα πάω να δω την παράστασή του. Τελεία. Έχω δει ανθρώπους με θαυμαστή διάνοια, αλλά η σκηνική τους αλαζονεία με έχει ενοχλήσει και δεν θα τους ξαναδώ. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχω δει στην σκηνή σε παραστάσεις τους, 25 χρόνια τώρα. Και όλα αυτά, πριν το metoo ξεκινήσει. Δεν είμαστε όλοι στον ίδιο “δρόμο”. Μέσα από την δουλειά σου, οφείλεις να κάνεις εμβάθυνση στην ανθρώπινη φύση και το συμπαντικό φορτίο. Οι καλλιτέχνες- καλώς ή κακώς-  είμαστε “ψώνια” – θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, για κάτι καλύτερο- αυτό είναι το “ψώνιο” μας. Όταν αυτό το ταυτίσεις με το δικό σου “εγώ”, χάνεις την μπάλα. Αν νομίζεις ότι εσύ είσαι ο σπουδαίος που θα αλλάξει τον κόσμο, είναι το κακώς εννοούμενο ψώνιο και λέγεται “ναρκισσισμός”. Αν δεν είχαμε αυτούς τους γονείς, αυτό το περιβάλλον που μεγαλώσαμε, αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, με πολέμους και σειρήνες, δεν θα είμασταν, αυτό που είμαστε. Η επιτυχία ή η αποτυχία δεν μου ανήκει. Μέσα από το στόμα μου, ακούγονται πολλές “φωνές”. Το ψώνιο παραμένει ότι έχω την “μεγάλη ιδέα” και θέλω να κάνω τα πάντα για να αλλάξω τον κόσμο…μα δεν τον αλλάζω μόνος μου. Τον αλλάζω, με όλες τις φωνές που ακούγονται μέσα από μένα. Με την ζωή της γιαγιάς μου και του παππού μου, που πέρασαν όσα πέρασαν, των προπάππων μου, με τις ζωές των άλλων που είναι πολύ μακριά, αλλά μπορώ να ταυτιστώ γιατί υποφέρουν ή κάνουν άλλους να υποφέρουν. Ταυτίζομαι με την ανθρώπινη φύση. Αν δεν έχω αυτή την ικανότητα και αν δεν έχω αυτόν τον μεγάλο στόχο, το μόνο που μου μένει είναι να πάρω λίγο χειροκρότημα και “να πάω να πιω τα ουίσκια μου”.”

“Με ρωτάτε για την Σοφία Σειρλή, που η Δανάη Λουκάκη που μετέφρασε τον “Vanya”, στο βιβλίο της αφιέρωσε το κείμενο και ήταν σημαντική φίλη μου, και συνεργάτιδα μέχρι αρχές καλοκαιριού στον “Ευγένιο” που σκηνοθέτησα….Η Σοφία είναι, γιατί για μένα “είναι”- άσχετα που δεν βλέπουμε το φυσικό της σώμα….η Σοφία είναι ροκ. Και ο τρόπος που έζησε και ο τρόπος που έφυγε…..Είναι μεγάλη μου απώλεια και ακόμη δεν έχω καταφέρει να διαχειριστώ το πένθος”….

Cause in my dreams I'm jealous all the time
When I wake I'm going out of my mind
I'm going out of my mind...

“Όπως το λέτε…έγινα 52 χρονών και κάτι λίγες μέρες…Τί επιθυμώ, από εδώ και πέρα; …Να απολαμβάνω την κάθε μέρα. Να χαίρομαι και να τιμώ τις ρυτίδες μου….Με τί συγκινήθηκα, τελευταία; Συγκινήθηκα που είδα τον πατέρα μου, 92 ετών, μετά το τελευταίο χειρουργείο του…ο γιατρός τον ρώτησε “αν πονάει” και ο μπαμπάς μου είπε “πονάω, γιατρέ, αλλά και τα καλά δεχούμενα και τα κακά, δεχούμενα”….