at a glance
Top

τα μεσάνυχτα, κατέβα τα σκαλιά στο θέατρο ….

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης  */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

στο Alte Fablon

Μεσάνυχτα. Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Θυμήθηκα τα φοιτητικά μου χρόνια. Να ψάχνω το σημείο της Φιλίππου, σαν άλλος πρίγκηπας που έμεινε μετά τις δώδεκα με ένα ξεχασμένο γοβάκι από μία «Σταχτοπούτα», που θα βρω κάτι διαφορετικό να κάνω. Όλα βαρετά. Όλα τα ίδια και τα ίδια. Μια συνομοταξία βλακειών που δεν με αφήνουν να πάω παραπέρα σε κάτι διαφορετικό. Λέξη «ψυχαγωγία». Hard core ιστορία για όλους όσους την έφαγαν με το κουτάλι, στα καθωσπρέπει φουαγιέ, με τα μάρμαρα και τα βελούδα. Ταινίες, ταινίες, παραστάσεις πολλές-overdose της επανάληψης. Μου το έλεγαν από καιρό. Να πάω, εκεί τις νύχτες τις σκοτεινές. Που η πόλη «κοιμάται», μα το θέατρο ξαγρυπνά.

Κι έτσι χάθηκα σε στενά και καθέτους της Φιλίππου. Έβρεχε, μα δεν με ένοιαζε. Με μια ομπρέλα μαύρη έφτασα έξω από το φωταγωγημένο μπαράκι του Πολυχώρου Τέχνης και ευθύς αμέσως αντίκρυσα κι άλλους «φευγάτους» σαν εμένα, που ήταν εκεί, λίγο μετά τα μεσάνυχτα να δούνε κάτι άλλο. Τα ηχεία jazzάρουν, οι άνθρωποι φλερτάρουν, και μια κοπέλα που μου χαμογελά, ενώ πίνω το ζεστό μου κόκκινο κρασί, μου λέει πως θα πρέπει να κατεβούμε. Η παράσταση αρχίζει…»Και το κρασί;»…»Καλέ, πάρτο μαζί σου, εν ώρα παράστασης»…Θεέ μου, ευλογία! Ευκαιρία να ξεφύγω από αυτά τα commel fo, που δεν γούσταρα ποτέ. Παίρνω αγκαζέ το κόκκινο κρασί και κατεβαίνω στο υπόγειο που έχει τη τρέλα του θεάτρου. «Κόκκινος θάνατος».

Δυο κύριοι, γελωτοποιοί, εμπνευστές της ζωής ως κλόουν κανονικοί, κάνουν τα μαγικά τους. Ταχυδακτυλουργοί της Παρασκευής μου, που πλέον γίνεται άνοιγμα υπέροχου Σαββάτου. «Είναι αδύνατο αν έχετε ένα λουλούδι στο στόμα σας, να μείνετε σπίτι. Ξέρετε πως το λένε αυτό στην Ιατρική; Επιθηλίωμα. Πείτε μου. Είναι αδύνατο να μη νιώθετε μια γλύκα στο στόμα. Αν είχα μείνει σπίτι, θα είχα φρικάρει. Θα μπορούσα να πάρω ένα όπλο και να αρχίσω να σκοτώνω, έτσι στη τύχη. Να πάρω ένα όπλο και να αρχίσω να σκοτώνω. Απόψε, θα σας πω μια ιστορία…αλήθεια, έχετε αναρωτηθεί ποτέ, τί είναι ο θάνατος; Πολύ απλό πράγμα. Όταν παύουμε να αναπνέουμε»…Αχ ναι, ωραία που απόψε θα ζούσαμε τη νεκρική ακαμψία παρέα με τον Διονύση Καραθανάση.

«O καλύτερος θάνατος είναι ο φυσιολογικός, στα βαθιά γηρατειά-μακάρι όλοι να τον βρούμε. Αλλά, απόψε θα δούμε τον ξαφνικό θάνατο. Μαζί με το Διονύση, και ο νέος ηθοποιός Σάββας Τραπεζάνογλου. Το μυστήριο και το χιούμορ άρχισε να ξεχειλίζει στην επιδημία θανάτου, που ο Διονύσης μου εξιστορούσε. Πόρτες χτυπούν και-ναι-ψάχνω το κρασί μου, το απολαμβάνω μέχρι τελευταίας γουλιάς και σιχτιρίζω που δεν πήρα ένα ολόκληρο μπουκάλι μαζί μου. Μυσταγωγία σε σχεδόν στέκι τρομοκρατών που επιζητούν κάτι διαφορετικό στη θέαση. Φώτα που σβήνουν, επιθυμίες που υποκλίνονται με σημάδια στο σώμα και τη καρδιά. Ήχος συναγερμού και spookie συνθήκες σε «κόκκινο θάνατο». Ασθένεια νυχτερινή, που εναλλακτικά σου προσφέρει το Alte Fablon.

«Η ευτυχία είναι ένα πράγμα απλό και λιτοδίαιτο. Ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας. Τίποτα άλλο. Δεν ζυγιάζω, δεν μετρώ, δεν βολεύομαι. Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.»   Θυμήθηκα τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη και όπως έπινα μετά τη παράσταση ένα ακόμη κόκκινο κρασί-είδα πως τα Σάββατα, ο Θωμάς Κοροβίνης έχει τη τιμητική του. «Κατάδεσμος»-το βιβλίο που όταν διάβασα πριν δύο χρόνια, πίστεψα ότι πρέπει να γίνει θεατρικό, είχε ήδη γίνει. Τα Σάββατα. Γωνία Χριστοπούλου και Φιλίππου.

Μια και δυο, ξαναπήγα. Σαν ερωτευμένος που ψάχνει το ταίρι του. Πάλι κόκκινο κρασί, μα τώρα μια γυναίκα, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, με περίμενε σε σκηνοθεσία Τ. Δελιγκά, να μου πει το πόνο της δίχως μπιπ και μαλακίες. Αλήθεια που ξερνάς και χτυπάει την underground καρδιά. «Δε φταίω εγώ που είσαι μαμάκιας. Δε φταίω εγώ που είσαι κλαψομούνης. Δε φταίω εγώ που είσαι μουνοποέτας. Δε φταίω εγώ που είσαι σαβουρογαμιάς. Δε φταίω εγώ που βατεύεις γίδες, ξένες και δικές μας, χώρια τα ανήλικα τραγόπουλα που αποπλανείς με μια χούφτα σανό. Δε φταίω εγώ που είσαι ψωλοδίαιτος και βγάζεις χαρτζηλίκι, βολεύοντας χήρες εσχατόγριες και παροπλισμένα καυλόπουρα»….μάνα μου….»παροπλισμένα καυλόπουρα»…Κοροβίνης στις μεγάλες του συγγραφικές στύσεις, για μια «Ζηνοβία» της ανοχής.

Ένα θηλυκό που δεν έζησε και χύνει πόνο, χιούμορ, περίοδο, πληγή, αλήθεια και κάτι σατανικά σαββατιάτικο. Να το ανεβάζεις πυρετό και να θες πάλι κρασί. «Μα είναι και Θεός που βλέπει από ψηλά, κι ένα-ένα στα τεφτέρια του, τα γράφει». Μια γυναίκα στο καθρέπτη της γενικής επιμέλειας που επέλεξε στη ζωή. «Εμένα οι κατάρες μου πιάνουν. Και οι ευχές μου πιάνουν. Μα προπαντός οι κατάρες μου, Πραξιτέλη. Γιατί, είμαι γυναίκα ιερή. Κι αν με τόσο έρωτα που έκανα, δεν είμαι ιερή, έγινα ιέρεια».

Τέλειωσε η παράσταση, σκοτείνιασε κι άλλο το Σάββατο. Ανέβηκα πάλι, για ένα κρασί στο μπαρ. Ήρθε κι η ηθοποιός, μαζί με όλους εμάς, να πιεί ένα ποτήρι κρασί. Να πιεί κι αυτή το πόνο της, μετά τη παράσταση. Δίπλα, ο Απόστολος έβαζε μουσική και ήταν όλοι χαρούμενοι μέσα στο μπαράκι που ζούσαν ότι ζούσαν, ενώ είχε πάει δύο η ώρα…Θέατρο, after midnight στο Alte Fablon, τις Παρασκευές και το Σάββατα. Αυτό που δεν είχε η πόλη κι ο Λιάπης καινοτόμησε και εδραίωσε στη Θεσσαλονίκη. 

Βγήκα να φύγω…δεν έβρεχε, αλλά όπως περπατούσα στην έρημη Φιλίππου, έσκασε μύτη από πίσω μου και με ρώτησε…»έχεις φιλτράκια να στρίψουμε ένα τσιγάρο»; Και γύρισα και είδα μια γνωστή φυσιογνωμία…»μη με κοιτάς έτσι, παράξενα….εγώ ήμουν μέσα, στο κοινό της παράστασης…σε είδα και είπα, αν θέλεις να κάνουμε ένα τσιγάρο»…χαμογέλασα και ένα χέρι ακούμπησε τα χείλη….