at a glance
Top

Οι Τρεις Αδελφές

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* ανάγνωση | νίκη ζερβού */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

στην Κάτια, αδελφές μου, στην Κάτια

22 Οκτωβρίου 2004. Πρεμιέρα στο θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη», Πατησίων και Αγίου Μελετίου. Ο Νικήτα Μιλιβόγιεβιτς σκηνοθετεί τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ, σε απόδοση Μάριου Πλωρίτη. Αραχνοΰφαντο πέπλο τους καλύπτει ενίοτε. Ένα σκηνικό «πορτών» από το Γιώργο Γαβαλά, κοστούμια από την Κλαιρ Μπρέησγουελ, μουσική Δημήτρης Καμαρωτός και όλη η υποκριτική «αφρόκρεμα» του ελληνικού θεάτρου ενώνει τις δυνάμεις της, στο όνομα της παραγωγού Κάτιας Δανδουλάκη, μα και του Σάκη Μανάφη με τη Νόρα Χριστοδούλου, που συνδράμουν στην παραγωγή. 

Άγγελος Αντωνόπουλος, Γιάννης Φέρτης, Θέμις Μπαζάκα, Στέλιος Μάινας, Μάνια Παπαδημητρίου, Άρης Λεμπεσόπουλος, Μαρίνα Ψάλτη, Μάνος Βακούσης. Μαζί τους, ο Στέλιος Ψαρουδάκης, ο Γιάννης Χαρίσης, η Σούλα Διακάτου κι ο Γιώργος Βελέντζας. 

Τα τέσσερα παιδιά ενός μορφωμένου στρατιωτικού, οι τρεις κόρες του και ο μοναχογιός του, «ξεμένουν» μετά τον θάνατό του, στον τόπο της τελευταίας του μετάθεσης, σε μια απομακρυσμένη και μονότονη πόλη της ρωσικής επαρχίας. Ο στενός πυρήνας της οικογένειας και των στρατιωτικών φίλων τους λειτουργεί ως μια «νησίδα πολιτισμού» για τα αδέλφια και διατηρεί ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής στην ιδανική πόλη των παιδικών του χρόνων, τη Μόσχα. Ωστόσο, η μικρή, ιδιότυπη κοινότητά τους φυλλορροεί μέσα στον χρόνο και την πραγματικότητα συμπαρασύροντας κάθε προσδοκία. 

Ο Άντον Παύλοβιτς Τσέχωφ τιμάται για τα 100 χρόνια από το θάνατο του, από το θέατρο της Κάτιας, που με μια δερμάτινη μαύρη καπαρντίνα-σαν τώρα τη θυμάμαι-κυκλοφορεί στο σπίτι των Πραζόρωφ. Η «Όλγα», η «Μάσα», η «Ιρίνα» «ξύνουν» πληγές τους,  ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, το κρεβάτι με τα δυο σκαλοπατάκια, μπροστά στην φωτογραφική μηχανή, μέσα από «πόρτες» και «κολώνες»

«Κορούλες μου, ακούστε τον «Τούζενμπαχ». Ήρθε ένας συνταγματάρχης, ο νέος διοικητής της πυροβολαρχίας. Ξέχασα να σας το πω. Ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν. Καθόλου ηλικιωμένος, διόλου ανόητος, μόνο που μιλάει πολύ». Και μπαίνει ο ίδιος στη σκηνή. Ο Γιάννης Φέρτης. «Λαμβάνω τη τιμή να παρουσιαστώ στο σπίτι σας. Μα, πόσο έχετε αλλάξει. Μα, είστε τρία κορίτσια! Τρεις αδελφές. Είμαι από τη Μόσχα. Ο αείμνηστος πατέρας σας, ήταν στην ίδια ταξιαρχία με μένα. Εγώ σας θυμάμαι».Και η Μάσα του απαντά «εγώ δεν σας θυμάμαι διόλου».  Όπως και την παράσταση;

Βιολιά, φιλιά, αγκαλιές, φτερά και πούπουλα μέσα από καπέλα. Και το ρολόι βασανιστικά στους χτύπους του, να διώχνει την στιγμή. Ο στροβιλισμός του πάθους. Επιτυχημένη εισπρακτικά χρονιά, μια καλλιτεχνική συνεύρεση, κι αέρας η μνήμη. Κείμενο καθαρής γραμμής σε παράσταση με μισή τόλμη και εντιμότητα στο «μαζί». Πάνω από όλα το κείμενο. Όπως στο «Βυσσινόκηπο», τον «Γλάρο» στο -τότε-θέατρο Διονύσια, της οδού Αμερικής. 

Αχ, αυτή η ζωή, από πολλές πλευρές, είναι μετωπική σύγκρουση με τα θέλω μας. Αυτό ένιωθα, όσο έβλεπα την παράσταση. Ματαιωμένες ελπίδες και μια επίπλαστη ευτυχία σε άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο, γιατί εδώ δεν τους χωράει. Ρε, δεν μας χωρά η πλάση.

Το έργο που τους στένευε ο τόπος. Η προοπτική που ισοπεδώνεται από την ίδια τη ζωή. Η φύση του ανθρώπου να είναι τόσο μάταιη, που πάντα κάτι θα ονειρεύεται για τις επόμενες γενιές. Ερμηνείες στο «πάμε μαζί να κάνουμε τα ωραία στο θέατρο κι ότι βγει». Και αν δεν βγήκε, δεν πειράζει! Άλλωστε, έτσι δεν πρέπει να είναι πάντα το θέατρο; …Τί πώς; Μια ουτοπία πάντα να είναι ο στόχος. Κι η Μόσχα. «Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα». Θέσφατο.