at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Μιχάλη Μαλανδράκη

κείμενο | μιχάλης μαλανδράκης */* φωτογραφίες | αρχείο μιχάλη  */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

...τι νόημα έχει ένας ακόμα μονόλογος;

Αναρωτήθηκα τι νόημα έχει ακόμα ένας μονόλογος; Η μέρα μου, οι σημειώσεις μου, η ρουτίνα μου, οι προβληματισμοί μου. Σε ποιον να χρειάζεται ένας ακόμη μονόλογος; Κάθε μέρα – μονόλογοι επί μονολόγων. Σε δύο απέναντι γραφεία, ανάμεσα σε εκτυπωτές και κόλλες α4, σε τυχαίες και βιαστικές συναντήσεις στο δρόμο, στην άκρη μεγάλων ξύλινων πάγκων σε κυριλέ καφετέριες με brunch, σε πανάκριβες ξαπλώστρες με άδεια πλαστικά ποτήρια από τους προηγούμενους, μπροστά από το μπάρμπεκιου φορώντας πάνινα παπούτσια που λερώνονται από το γκαζόν, μέσα σε αστικά λεωφορεία γεμάτα ιδρώτα και υπνηλία – μονόλογοι επί μονολόγων. Ένας αδιάκοπος ψίθυρος. Εγώ σήμερα έκανα, εγώ αύριο θα πω, εγώ χθες αποφάσισα. Μπλα, μπλα, μπλα. Τι νόημα έχει ακόμη ένας μονόλογος; Σε ποιον χρειάζεται ένας ακόμη μονόλογος; Σε ποιον, εκτός από εμάς; 

Τέλος πάντων, ας δεχθούμε ότι κάποιοι μονόλογοι έχουν πράγματι ενδιαφέρον. Όπως εκείνος του Jep Gambardella στο La Grande Bellezza του Sorentino. Καλύτερα ας στηθεί αυτό το κείμενο γύρω από αυτόν. (Να επιστρατεύεις μια ταινία, για να μπορέσεις να μιλήσεις για όσα σε απασχολούν. Να έχεις ανάγκη κάτι φανταστικό, ψεύτικο, να έχεις ανάγκη την μυθοπλασία για να εξηγήσεις την πραγματικότητα, την ζωή. Κάπως προβληματικό. Αν και κάποιοι λένε η μυθοπλασία είναι πραγματικότητα).

«Το πιο σημαντικό πράγμα που ανακάλυψα λίγες μέρες αφού έκλεισα τα 65 είναι ότι δεν μπορώ να σπαταλήσω άλλο χρόνο κάνοντας πράγματα που δεν θέλω». Λίγες μέρες αφού έκλεισα τα 23 ανακάλυψα ότι δεν θέλω να ξοδεύω άλλες λέξεις σε συζητήσεις που δεν με ενδιαφέρουν. μετράω χρόνια τόσο μειώνω τις λέξεις μου. Παρατηρώ ότι μιλάω όλο και λιγότερο. Αν τα σώματα, καθώς γερνάμε μικραίνουν όλο και περισσότερο, αν η σπονδυλική στήλη έπειτα από την πλήρη ανάπτυξη αρχίζει σιγά μα και ακούραστα να συρρικνώνεται, ίσως το ίδιο να συμβαίνει και με τις λέξεις. Ίσως μετά τα 23, μετά την αστείρευτη πολυλογία σε οικογενειακά τραπέζια, φοιτητικές συγκεντρώσεις, βραδινές εξόδους – ίσως μετά από αυτή την πλήρη ανάπτυξη της χρήσης των λέξεων, να ξεκινάει η καμπή, η συρρίκνωση, η συστολή των λέξεων μας. Σιγά και ακούραστα να οδηγούμαστε προς τη σιωπή.

«Τι θα κάνετε σήμερα το βράδυ; – Τίποτα. Η Πωλίνα θα τελειώσει το σιδέρωμα και μετά θα πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Θα δούμε λίγη τηλεόραση και θα πάμε για ύπνο. Εσύ;» «Όχι, αυτός είναι Ο Νίκος. Εγώ σου λέω για τον ξάδερφο του, τον Γιάννη. Αυτός το πήρε. Θα το κάνει all day, από μπραντς μέχρι κοκτέιλ». Καμία φορά σκέφτομαι ότι αν το 24ωρο μας ήταν αρχείο ψηφιακό, ένα mp4 αρχείο από το 1ο λεπτό μέχρι το τελευταίο, αν μπορούσαμε να πλοηγηθούμε μες την μέρα μας, αν στο τέλος, όταν ξαπλώναμε κάποιος μας άφηνε σε ένα στικάκι την καταγραφή όλη της ημέρας μας σε βίντεο, πόσα στικάκια θα πήγαιναν στράφι. Ορίστε. Περίπου στα μισά της ημέρας και προσπαθώ να θυμηθώ ποιος είναι ο Γιάννης από το λύκειο, που άνοιξε ένα μαγαζί στα Χανιά. Γιατί; πώς βρέθηκα εδώ; Καμία φορά νιώθω σαν ένα αόρατο χέρι να με πήρε και να με πέταξε στη μέση μιας συζήτησης. Αυτό μου φαίνεται πιο λογικό. Σίγουρα πιο λογικό από το να βρέθηκα με την θέληση μου σε τέτοια συζήτηση. Γιατί μιλάμε για πράγματα που δεν μας ενδιαφέρουν, σε ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρουμε, απλά και μόνο για να μην υπάρξει σιωπή. Αδράνεια. Γιατί, για να μην σταθούμε ούτε ένα λεπτό ακίνητοι, επιλέγουμε να τρέχουμε όλη μέρα, να βουτάμε σε ό, τι πληροφορία περάσει από μπροστά μας, να μιλάμε, να μιλάμε, λέξεις και άλλες λέξεις άδειες, ανάλαφρες, τόσο ανάλαφρες που βγαίνουν από τα χείλη μας και τις παίρνει ο αέρας, σηκώνονται στην ατμόσφαιρα και χάνονται αμέσως.  Και αφηνόμαστε να μιλάμε με τις ώρες και με πλαστική θερμή και πάθος και με ενδιαφέρον για το μαγαζί του Γιάννη, τις πολεμικές τέχνες, τις αεροπορικές εταιρείες, το ίνσταγκραμ, τα κοκτέιλ, το τραμ, τα αμφισβητούμενα πέναλτι, τα μεγάλα βυζιά, το μετρό, τις συναυλίες, τους παλιούς συμμαθητές, τα περιττά κιλά, την τιμή της βενζίνης, τους καλούς οδοντίατρος, το κρόσφιτ – μονόλογοι επί μονολόγων.

Πέρασα όλα τα καλοκαίρια μου κάνοντας πλάνα για τον Σεπτέμβρη. Το ξημέρωμα είναι το πιο όμορφο σημείο της ημέρας. Το πικ της. Η κορύφωση. Προσπάθησα να το εξηγήσω σε κάποιον τις προάλλες, αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν τα είπα σωστά. Αλλά διατηρώ την αίσθηση ότι το ξημέρωμα μοιάζει με μια μεγάλη υπόσχεση. Μπορείς να περιμένεις τα πάντα από την ημέρα σου. Ο, τι θες. Η ελπίδα – πάντα. Ο, τι θες. Μετά θα έρθει η υπόλοιπη μέρα να στα ακυρώσει – εννοείται αυτό – αλλά το ξημέρωμα; Το ξημέρωμα είναι τα παιδικά χρόνια. Όλα μπορούν να συμβούν. Όλα επίκεινται. Μια άδεια λεωφόρος. Και πίσω σου ήχος από τακούνια. Η φωνή ενός φίλου. Η μυρωδιά από το αγαπημένο σου φαγητό. Η ειδοποίηση στο κινητό ότι βγήκε ο τελευταίος άσσος και πας ταμείο. Ο, τι θέλει ο καθένας μες την μέρα του. Όλα χωράνε στο ξημέρωμα και στις άδειες λεωφόρους.

Έτσι τελειώνει πάντα. Με τον θάνατο. Αλλά πρώτα υπήρξε η ζωή. Κρυμμένη κάτω από το μπλα, μπλα, μπλα. Οι ωχρές, στιγμιαίες αναλαμπές ομορφιάς. Ίσως για αυτό συνεχίζονται οι λέξεις. Για αυτό συνεχίζονται και οι μονόλογοι. Γιατί κάπου, ανάμεσα σε τόση φλυαρία, τόση κοινοτυπία, τόση κούραση, ελπίζουμε ότι κάπου – για μια στιγμή – θα φωτίσει μπροστά μας μία όμορφη φράση, μία ωραία περιγραφή, μία παλιά μας εικόνα. Ελπίζουμε. 

* Ο Μιχάλης Μαλανδράκης είναι συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο-νουβέλα ονομάζεται «Patriot», από τις Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.