at a glance
Top

Οι σημειώσεις του Θέμελη Γλυνάτση

κείμενο | θέμελης γλυνάτσης */* φωτογραφίες | αρχείο θέμελη  */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου

σώμα να γίνεσαι φωνή

Το 1151, η αγαπημένη ηγουμένη και επιστήθια σύντροφος της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, η Ρικάρντις φον Στάντε, εγκαταλείπει το αβαείο του Ρούπερτσμπεργκ. Έναν χρόνο μετά, πεθαίνει. 

Η παράσταση «Recomposing Hildegard» στο Μέγαρο Μουσικής είναι μια φανταστική βιογραφία ενός επικείμενου πένθους, η βάναυση αναμονή σε μια αίθουσα αναμονής πριν ξεψυχήσει το σώμα της αγαπημένης συντρόφου. Η εμπειρία της αναμονής πάντα με συνάρπαζε, και με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, η κάθε παράσταση μου περιλαμβάνει την περίεργη αυτή δόνηση ανθρώπων που περιμένουν κάτι που γνωρίζουν εκ των προτέρων πως θα τους αλλάξει ριζικά τη ζωή.

Η αναμονή συνδυάζει με έναν μοναδικό τρόπο την ακινησία και ξεσπάσματα ακούσιας κινητικότητας, βαθιά προσήλωση σε μια δράση ή σε μια σκέψη και την αναρχία του συλλογισμού που μεταπηδά με μια αναπάντεχη τυχαιότητα από θέμα σε θέμα, από το πιο τετριμμένο στο πιο συνταρακτικό και πίσω πάλι σε υποχρεώσεις της καθημερινότητας, στην ποταπότητα της μικρο-κακίας και μιας ασάλευτης πλήξης. Η αναμονή είναι ταυτόχρονα κενή και υπερβολική γεμάτη, και οδηγεί τον άνθρωπο σε μια ανοίκεια επιτελεστικότητα χαοτικής σκέψης, ακινησίας, επανάληψης και συχνά παράλογων κινήσεων. Είναι από τις πιο συνταρακτικές επαφές του ανθρώπου με μια χρονικότητά του, που ενώ οφείλει να κυλά γραμμικά, εκλαμβάνεται εν τέλει ως μια αιώνια, στατική εμπειρία. Έτσι λοιπόν, σκέφτηκα όλες αυτές τις απειροελάχιστες διαφοροποιήσεις, τις μικροκινήσεις, τις κωμικές και βίαιες εξάρσεις, την τραγικότητα του ακίνητου σώματος πριν την παραδοχή πως εν τέλει η αγαπημένη έχει πεθάνει. Και μετά έρχεται η εφεύρεση μιας γλώσσας για το θάνατο, που δεν είναι γλώσσα αλλά στη συγκεκριμένη παράσταση ένας θρησκευτικός ύμνος που παρουσιάζει την άμωμο σύλληψη ως μια βαθιά ποιητική και αισθητηριακή εμπειρία της Παναγίας, γκρεμίζοντας (με αμείωτη πίστη και ταπεινότητα) το φράγμα μεταξύ της Παρθένου και ενός ζώντος, απτού γυναικείου σώματος. Η αφήγηση συνεπώς της παράστασης είναι η επινόηση, κατασκευή και εκτέλεση ενός πραγματικά συγκλονιστικού ύμνου της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν ο οποίος δεν μπορεί στην πραγματικότητα να αναστήσει το σώμα της αγαπημένης, αλλά μπορεί να καταστήσει ποιητική την μνήμη του σώματος που μας εγκαταλείπει. 

Υπήρχαν πολλά στοιχεία που μου έκαναν ειλικρινή εντύπωση στη διαδικασία της προετοιμασίας της παράστασης. Κατ’ αρχάς, η αρχική έρευνα αποκάλυψε μια εντυπωσιακά ικανή και έξυπνη γυναίκα, μια δεινή επιστολογράφο, θεραπεύτρια με μια πρωτόγνωρη ειλικρίνεια περί γυναικείας ανατομίας, οραματίστρια και καλλιτέχνιδα, που θεωρούσε πως η αποτύπωση των εκστατικών οραμάτων της ήταν πολυμεσικά – ούτε ο ήχος από μόνος του, ούτε η εικόνα από μόνη της, και σίγουρα όχι τα κοσμικά Λατινικά που συνειδητά χρησιμοποιούσε μπορούσαν να συλλάβουν και να μεταδώσουν την ενεργή και εν πλήρει συνειδήσει συμμετοχή της στην αποκάλυψη του Θείου ενώπιόν της. Τα μεταγεγραμμένα οράματά της είναι συνδυασμός εικόνας, υμνολογίας, αυτοβιογραφίας, σαν να απαιτούσε μια ολοκληρωτική συμμετοχή του σώματος του αποδέκτη με την προσωπική της εμπειρία. 

Και είναι περιέργως η σημασία του σώματος που προέκυψε όταν παρακολουθούσα τις πρόβες των Canto Soave – οι παραδοσιακές τεχνικές του κλασσικού τραγουδιού φαίνονταν μη κατάλληλες για την απόδοση της συγκεκριμένης υμνολογίας. Ήταν σαν η «λογιότητα» των τεχνικών να προσέκρουε σε μια αμιγώς σωματική και πνευματική εμπειρία που εκπέμπουν οι ύμνοι της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, ύμνοι που δεν γράφτηκαν για τραγουδιστές αλλά για μοναχές διαφορετικών φωνητικών ικανοτήτων. Μιλάμε συνεπώς για παρτιτούρες που οδηγούν τους ερμηνευτές όχι μόνο σε μια καινούργια επαφή με τα μελίσματα της φωνής και κυρίως με την αναπνοή, αλλά σε μια κοινωνία με τη φωνή του πλησίον, με στόχο η συλλογική φωνή να επεκταθεί στον χώρο. Σπάνια έχω συναντήσει μουσική με τόσο συνειδητή χρήση του χώρου για τον οποίον είχε συντεθεί – εν τέλει, το σώμα μεταμορφώνεται σε φωνή, γίνεται ανάμνηση του εαυτού του,  και εκτείνεται στις κοιλότητες, τα ύψη και τις κυρτώσεις των Μεσαιωνικών εκκλησιών ως μη ύλη, και ως η μοναδική δυνατότητα ειλικρινούς κοινωνίας με το Θείο. Αυτή η διαδικασία, η μεταμόρφωση του σώματος σε χώρο, που είναι ταυτόχρονα απόφαση μουσικής σύνθεσης, θρησκευτικής ευλάβειας, γυναικείας οντολογίας, ποιητικότητας και φυσικά μουσικής εκτέλεσης, είναι κατά τη γνώμη μου αυτό που μας παραδίδει ως αισθητική παράδοση η Χίλντεγκαρν φον Μπίνγκεν. Και παρότι το σύστημα αυτό φαντάζει ξένο, η ανοικειότητα αυτή είναι που καθιστά τους ύμνους αυτούς συνταρακτικούς. 

* Ο Θέμελης Γλυνάτσης  σκηνοθετεί  το «Splendidissima gemma –  Recomposing Hildegard».  Μια σύγχρονη παράσταση μουσικού θεάτρου βασισμένου σε ύμνους της μεσαιωνικής συνθέτριας Hildegard von Bingen. 

Τετάρτη 4 και Πέμπτη 5 Μαρτίου | 20:30

Αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.