at a glance
Top

Πάνος Δεληνικόπουλος

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

you make me feel

Πόσο εύκολα μπορεί να «ξυπνήσει» κανείς σε μια «υγρή» πόλη; Με τη μία, όταν έχει δει θεατρικά «διαμαντάκια» από τον δημιουργό της, όπως την «Εξορία» του Μάτεσι, το «Friday, Bloody Friday», το «Πάρτυ Γενεθλίων» του Πίντερ, και πάει να τον συναντήσει. Έχει να πει πολλά μαζί του. Και έχει να πει πολλά εκείνος. Άλλωστε, ο Πάνος είναι η πολιτιστική ελπίδα της πόλης. Ω, ναι! Και τον παίρνω μονότερμα με τις ερωτήσεις ως φαν…»Αν το «Friday» είναι μια παράσταση που έκανε τον κύκλο της; Δεν το ξέρω ακόμη. Νομίζω ότι επανέρχεται ισχυρά από όλους εσάς, που το ζητάτε. Οι άνθρωποι όταν δημιουργούν κάτι, έχουν κατά βάθος κάποιες αφετηρίες, που δεν εξαντλούνται εύκολα. Δίχως να το θέλεις, υποχρεωτικά, σε γυρνάνε εκεί τα πράγματα. Το «Friday Bloody Friday» ίσως με μια άλλη μορφή, μια άλλη δομή να επιστρέψει»…Ο ταλαντούχος και άρτια καταρτισμένος Πάνος Δεληνικόπουλος στο rejected…

«It hurts to feel / It hurts to hear/ It hurts to face it / It hurts to hide/ It hurts to touch/ It hurts to wake up»…

Π.Δ.: Γεννήθηκα στο Βόλο και έζησα εκεί ως τα 18 μου. Τον κόσμο του θεάτρου, ως τότε τον αγνοούσα παντελώς. Δεν ξέρω αν ήταν «προνόμιο» του Βόλου ή γενικότερα της ελληνικής επαρχίας, αλλά από θέατρο είχα από ελάχιστα έως μηδαμινά ερεθίσματα. Επέλεξα να σπουδάσω Φαρμακευτική. Και πώς βρέθηκα από τα φάρμακα στο θέατρο; Τελείως τυχαία. Από τις ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες του Α.Π.Θ., στο Φυσικό Τμήμα κάναμε παραστάσεις όπου ανακάλυψα την ομαδικότητα στο θέατρο, «μπλέχτηκα» με το θεατρικό εργαστήρι της «Παράθλασης» και σταδιακά ανακάλυψα την υπόγεια έννοια των κειμένων. Κι όταν πια μπήκα στο Τμήμα Θεάτρου, ήταν σα να πήρα εισιτήριο για το μεγάλο σύμπαν του θεάτρου. Έμαθα πόσες «εκτάσεις» και πόση γοητεία έχει το θέατρο. Το «αυτό ήθελα πάντα να κάνω» που είπες σαν φράση για το θέατρο, μου ακούγεται διττής φύσης. Καθότι το «αυτό ήθελα πάντα να κάνω» συνυφαίνεται με το «από αυτό θέλω να βιοπορίζομαι». Δεν είναι πάντα εύκολο. Προσωπικά, είχα την τύχη να μου λειτουργεί μέσα από όλα όσα έκανα στο θέατρο. Συνειδητά, σαφώς, όταν μπήκα στο Τμήμα Θεάτρου ανέβασα τον πήχη ψηλότερα. Και πλέον γνωρίζω, ότι συνέχεια αυτό που πρέπει να αποζητώ από τον εαυτό μου με ό,τι καταπιάνομαι, είναι να βάζω ολοένα και ψηλότερα τον πήχη. Όχι για τους άλλους. Για μένα. Οφείλω στον εαυτό μου να βάζω πάντα μπροστά ένα ερωτηματικό…»τι έχω τώρα να ανακαλύψω, για το παραπέρα». Και ταυτόχρονα να αγνοώ τα πάντα γύρω μου αθώα-για να «βουτάω στην ακόμα

Ο χρόνος σου λειτουργεί με το κείμενο. Είναι μια ερωτική σχέση που εξελίσσεται, που βαθαίνει

«Cos I want to see you in no pain this time/ Cos I want to see you shine/ Blind me…»

Π.Δ.: Θέλω τα μικρά βήματα στην Τέχνη. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας; Τεμπελιάς; Λίγο που θέλω να κάθομαι πίσω και να παρατηρώ τις συνθήκες και να αυτοπροσδιορίζομαι εκ νέου; Θεωρώ ότι κάθε ερέθισμα οφείλει να έχει και μια τριβή μέσα σου. Με ένα έργο, ένα κείμενο, μια δραματουργία από μηδενική βάση θέλει ένα διάστημα να το ζήσεις, να συνδιαλλαγεί μαζί σου, να «ανασάνει» εντός σου. Δεν θα μπορούσα εύκολα να κάνω παράσταση κάθε τέσσερεις μήνες. Για το «Όσα η καρδιά μου η καταιγίδα» ξεκίνησα να ασχολούμαι από τον περασμένο Μάη. Δεν σου λέω ότι έξι μήνες ξημεροβραδιαζόμουν αγκαλιά με το κείμενο. Αλλά, αν συμπυκνώσουμε το χρόνο, ένα πεντάμηνο το κείμενο «δούλευε» μέσα μου. Ο χρόνος σου λειτουργεί με το κείμενο. Είναι μια ερωτική σχέση που εξελίσσεται, που βαθαίνει.

«Face in my hands admiring view again/ Pictures tell me it’s only my fear/ So I’ll try, I’ll try to hear what I like»…

Π.Δ.: Δεν είναι εύκολο να κάνεις θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Όταν κάναμε το «Friday, Bloody Friday» που ήταν -ουσιαστικά- η τρίτη μας θεατρική δουλειά, με ωραίους «τρελούς» στην ομάδα, αν και πήγε εξαιρετικά επιτυχημένα, διαπιστώσαμε ότι οικονομικά αυτό που μας έμενε ήταν να βγούμε ένα βράδυ να περάσουμε καλά. Εκεί μου χτύπησε το καμπανάκι του μουδιάσματος. Αλλά, δεσμεύτηκα στον εαυτό μου, αλλά και όλη η ομάδα, ότι δεν πρόκειται να τα παρατήσουμε. Είναι η δέσμευση του εαυτού μας, απέναντι στη Τέχνη και τη ζωή, να κάνουμε ομαδικά, θεατρικά πράγματα. Δεν τα παρατάμε! «Ανοίξαμε» προς άλλες κατευθύνσεις, μαζεύουμε εμπειρίες και θα κρατήσουμε την προοπτική να ξανασυναντηθούμε πιο «ισχυροί». Αν θα το καταφέρουμε στην Θεσσαλονίκη ή κάπου αλλού, δεν το ξέρω.

«Blood fire/ I attack with my brain seeing eye vision/ Looking over my terrain day by day stay same/ In the land of chaos and disorder»

Π.Δ.: Τι μου λείπει από το ελληνικό θέατρο; Θα σου μιλήσω ως θεατής. Κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν τα περιθώρια να εξελίξουν την θεατρική τους διαδρομή. Η πραγματικότητα δεν τους αφήνει. Είναι απογοητευτικό να βλέπεις «προτάσεις» από ανθρώπους που απλά επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους. Οι συνθήκες τους επιβάλλουν να λειτουργούν με ταχύτητα, να μην «χωνεύει» μέσα τους αυτό που θέλουν να δημιουργήσουν. Να παρακολουθείς δημιουργούς που από παράσταση σε παράσταση επαναπροσδιορίζουν τον εαυτό τους, είναι αυτό που μου λείπει. Με 5-6 θεατρικές δουλειές δεν μπορείς να λες «αυτό είμαι εγώ και τέλος». Ότι -και καλά- θα γίνω ειδήμων του εαυτού μου και θα πατάω το προσωπικό μου repeat. Μην με ρωτάς αν οι μικρές ομάδες σκέφτονται «μικρά» στη Θεσσαλονίκη κι αυτό τις «περιορίζει»… το «ταβάνι» της Θεσσαλονίκης είναι συγκεκριμένο κι ας μην το παραδεχόμαστε στον εαυτό μας. Ξέρουμε το άνω όριο της πόλης. Δυστυχώς, δεν μπορεί η Θεσσαλονίκη να λειτουργήσει ως ένα αυτόνομο, «αντίπαλο δέος» της Αθήνας. Κι αυτό κοστίζει σε κέφι και ορμή. Στην Αθήνα, από τα όσα γνωρίζω, θεατρικά είναι πολύ χειρότερα τα πράγματα, αλλά αφού ο διπλανός σου είναι υποχρεωμένος να ανασκουμπωθεί και να επανεπινοήσει τον εαυτό του για να μπορέσει να διασωθεί, θα βγει από τον εφησυχασμό του. Στην Θεσσαλονίκη, απλά, «ξεχνιόμαστε» στα εύκολα «μικρά» ύδατά μας.

Η Θεσσαλονίκη είναι σαν έργο του Τσέχωφ, αυτή τη στιγμή...

«From your heart / They’ve ripped all apart/ Our world collide/ Inside our souls collapsing/ In their thoughtless ways/ Our hearts collide»…

Π.Δ.: Η Θεσσαλονίκη για μένα είναι οι άνθρωποί της, που μου δίνουν χαρά. Η σχέση μου με την πόλη είναι τρικυμιώδης. Έχω περάσει περιόδους που μισώ βαθιά την πόλη, κι άλλες που την λατρεύω απεριόριστα. Είμαι 25 χρόνια σε αυτήν και πέρασα πολλά σκαμπανεβάσματα. Φάσεις που λέω «αυτή είναι η πόλη μου» κι άλλες που αναρωτιέμαι «Χριστέ μου, τι κάνω εγώ εδώ πέρα!»… Σε αυτό το χρονικό διάστημα, η Θεσσαλονίκη είναι σκυθρωπή. Έτσι την νιώθω τώρα. Η Θεσσαλονίκη λες και περιμένει κάτι που δεν έρχεται και τώρα δεν είναι σίγουρη ότι το περιμένει πια. Η Θεσσαλονίκη είναι σαν έργο του Τσέχωφ, αυτή τη στιγμή…

«If I had a hatchet it would be yours to have/ ‘Cause your decapitating habits feel a little bit orgasmic»…

Π.Δ.: Κάνοντας μαθήματα σε νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με την υποκριτική, οφείλω να εμφυσήσω σε αυτούς όλα τα ωραία του θεάτρου, αλλά και να τους ενημερώσω για το ότι μπορεί εσαεί να παλεύουν και με τους ανεμόμυλους. Δεν σου εγγυάται κανείς ότι επειδή επέλεξες το θέατρο, θα σου συμβεί κιόλας. Για να κάνεις θέατρο, απαιτείται συχνότατα να θέτεις στον εαυτό σου «πραγματικά, τι θέλω εγώ από όλη αυτή την ιστορία». Προσωπικά, αντλώ δύναμη από το γεγονός ότι το θέατρο είναι ένας καταπληκτικός τρόπος να συνδιαλέγεσαι με τους ανθρώπους. Παρόντες, απόντες, τρέχοντες, προηγούμενους… οι άνθρωποι συνδιαλέγονται στο θέατρο.

«If I gave you a pistol I wouldn’t need it back/ You could aim between my eyes and I’d still be yours to have»…

Π.Δ.: Ζούμε -εν αφθονία- bar και «χαμετυπίων» σε αυτή την πόλη, όπου μπορείς να πας και να κάθεσαι, να ακούς μουσικές και να παρατηρείς τον κόσμο. Τι παρατηρώ στους γύρω μου; Χμ… Κατά βάση, εντοπίζω μια αγωνιώδη προσπάθεια να κάνουν -ανά πάση στιγμή- μια performance του εαυτού τους. Σαν λίγο να υπάρχει μια αίσθηση ότι «έχω ένα βλέμμα πάνω μου και λειτουργώ υπό το βάρος αυτού του βλέμματος». Και σαν περάσει η ώρα κι οι άνθρωποι χαλαρώσουν, τότε τα σώματα αρχίζουν να γίνονται πιο ειλικρινή. Ανέκαθεν συνέβαινε. Αλλά τώρα, είναι λίγο πιο επιτακτικό, πιο ισχυρό κι άσχημο. Το βλέπω ειδικά σε νέες ηλικίες. Υπάρχει ένας «έλεγχος» στα σώματα, ένας «φόβος της κριτικής» που για έναν νέο άνθρωπο είναι τρομακτικό να συμβαίνει. Λες κι ο νέος άνθρωπος γέρασε νωρίς… Νέα παιδιά φοβούνται την έκθεση και λειτουργούν με διαχωριστικές μπάρες. Λες και χάθηκε η αφέλεια κινδύνου που -νομοτελειακά- ένας νέος άνθρωπος οφείλει να κουβαλάει.

«Winter is waking/ calling on motion/ Fueling descending/ Falling unending/ Caught up in circles/ Distorted angels»…

Π.Δ.: Σε ρώτησε ένας φίλος τι σημαίνει η φράση «όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», και με ρωτάς κι εσύ με την σειρά σου;… Είναι θετικό συναίσθημα που συμβαίνει σε έναν νέο άνθρωπο, που στο τέλος του αφήνει αυτό το υπόβαθρο. Μια μετεφηβεία που λειτουργούν όλα καταιγιστικά και είναι αυτά τα «όσα» που σε κάνουν πλούσιο, σε κάνουν ό,τι είσαι σήμερα, το φορτίο σου να πηγαίνεις μπροστά και να μην παραμένεις καθηλωμένος στο παρόν σου.

Η αγάπη όταν είναι ουσιαστική, γίνεται πάντα πρώτη αγάπη

«Every time you hurt me/ I want you even more/ I’ll never win the battle and I’ll never win the war»…

Π.Δ.: Όταν πρωτοδιάβασα το «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» του Άκη Δήμου, μου έμεινε η φράση που διάλεξα κι ως επίγραμμα του έργου…»να τ’ αγαπάς τα ανήμερα που μέσα σου φωλιάζουν»… Σε μια περιρρέουσα συνθήκη που καλείσαι να αγωνιστείς για να υπάρξεις, όταν όλα γύρω μας υποχρεώνουν να ξεχάσουμε οτιδήποτε μας συγκροτεί ως ανθρώπους, υπάρχουν κι άλλα για να παραμένουμε προσωπικότητες, πέρα από το «να βγει κι αυτός ο μήνας». Όσο για την αγάπη, αυτή την «πρώτη αγάπη», ασχολούμενοι όλοι οι συντελεστές με το κείμενο, καταλήξαμε σε μια κοινή ομολογία. Δεν είναι η πρώτη αγάπη μιας εφηβικής ηλικίας. Η κάθε αγάπη, γίνεται πρώτη, στον βαθμό που συμβαίνει να θυμάσαι ότι έχεις ένα σώμα. Η αγάπη όταν είναι ουσιαστική, γίνεται πάντα πρώτη αγάπη. Σου ξανασυμβαίνει από την αρχή. Αυτή είναι η αποκάλυψη και του έργου μας. Η πρώτη αγάπη δεν είναι ανάμνηση νεότητας, αλλά το βαθύ ξύπνημα του κορμιού που νιώθεις να ξαναείναι ζωντανό. Κάθε δυνατή αγάπη γίνεται και πάλι πρώτη αγάπη.

Η πόλη είναι σχέση. Να της δίνεις ευκαιρίες, να μην την θεωρείς δεδομένη

«Your love is like no other / I want when we’re together/ Our love to be forever/ You make me feel stronger»….

Π.Δ.: Ξέρεις πού πέρασα καλά, τελευταία, σε αυτή την πόλη; Όταν κάναμε την φωτογράφιση της παράστασης στα Συμμαχικά Νεκροταφεία και σε ένα εκκλησάκι στο νοσοκομείο «Άγιος Δημήτριος» από πίσω. Πέρασα καλά, γιατί διαπίστωσα και μέρη της πόλης που δεν ξέρω -κι εγώ ευθύνομαι γι’ αυτό. Λες και μου μίλησε η πόλη και μου μουρμούρισε «δεν τα ξέρεις όλα και με λες σκυθρωπή Θεσσαλονίκη-διεύρυνε τους ορίζοντες!»… Η πόλη είναι σχέση. Να της δίνεις ευκαιρίες, να μην την θεωρείς δεδομένη. Α! Και πέρασα πάρα πολύ καλά στο «Έγινε η νύχτα πυρκαγιά», βλέποντας τις χιλιάδες του κόσμου που έκαναν την «Πομπηία» από την Παραλία ως την Πλ. Αριστοτέλους, ήταν καταπληκτικό….

Ζούμε την εποχή, που η ευγένεια θεωρείται μειονέκτημα

«Pray to God I think of a nice thing to say/ But I don’t think I can, so fuck you anyway»…

Π.Δ.: Κινούμαι σε χαμηλούς τόνους. Δεν είναι «θωράκιση», αλλά συνειδητή επιλογή. Οι άνθρωποι αν επιμείνουν αρκετά, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, μπορούν να συνεννοηθούν. Θέλει να επιμείνεις, για να συνεννοηθείς περισσότερο με τον άλλον. Δίχως να υποχωρήσεις από αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως σωστό ή πρέπον. Ζούμε την εποχή, που η ευγένεια θεωρείται μειονέκτημα. Για να πας κόντρα σε αυτό, οφείλεις να παραμένεις ευγενής, δίχως να γίνεσαι ηλίθιος. Η ευγένεια και η βλακεία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Δυστυχώς, εκεί έχουμε φτάσει. Η υποβολή γίνεται πάντα με ήπιους τρόπους… Μην με ρωτάς για τα επόμενα βήματα. Ειλικρινά, δεν τα ξέρω. Όταν εσύ είσαι μέσα σε μια ερωτική σχέση και περνάς καλά, σκέφτεσαι την επόμενη γκόμενα;