at a glance
Top

Μιχάλης Συριόπουλος

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

let me see your beauty, when the witnesses are gone

«Η «πόλη” δεν καίγεται από αγάπη. Καμία πόλη δεν καίγεται από αγάπη. Οι πόλεις καίγονται από μίση, από οπισθοδρομικά μυαλά, από απόλυτες θρησκείες κι απ’ το ρημάδι το χρήμα. Όσο μεγαλώνω, έχω πολλά που θέλω να καταπολεμήσω, σε ό,τι αφορά τα μειονεκτήματα του χαρακτήρα μου. Αλλά το βασικότερο που το ΄χω βάλει κάτω και το χτυπάω αλύπητα είναι ένα… Δεν θέλω να είμαι απόλυτος σε τίποτα. Αυτό καταπολεμώ κι αυτό σιχαίνομαι. Κάποτε είχα πολλά «πρέπει” και «μην”, στη ζωή μου και τον τρόπο σκέψης μου. Μα ένας καλλιτέχνης οφείλει να ‘χει τα μάτια του ορθάνοιχτα”… Ο Μιχάλης Συριόπουλος στο rejected…

Μ.Σ.: «Σταυρούπολη, στα πευκάκια, τρίτος όροφος, πλάκα… να βράζει τα καλοκαίρια και να ‘ναι πάντα η εξώπορτα ανοιχτή για να κάνει ρεύμα. Η Αννούλα και ο Λεωνίδας με τα πέντε παιδιά. «Σκυλιά” στην δουλειά και πάντα με το χαμόγελο. Το σπίτι πεντακάθαρο -σε σημείο τρέλας! … Πώς χωρούσαμε όλοι σ’ αυτό το σπίτι απορώ. Κάθε Παρασκευή είχε πικ-νικ στο «πρόχειρο” δωμάτιο. Η μεγάλη μου αδερφή έστρωνε έναν μουσαμά πάνω απ’ το χαλί, έβραζε αβγά, είχε σαλάμι, κασέρι, ντομάτα και μουστάρδα. Τι χαρά έκανα Θεέ μου μ’ αυτό το πικ νικ… κι έπαιρνε και τούρκικες κασέτες θυμάμαι και βαλάντωναν στο κλάμα με την μάνα μου. Η αγγαρεία της ημέρας ήταν «ποιος θα στρώσει τα κρεβάτια απόψε”… Πολυθρόνες γυρνούσαν, τραπεζάκια έφευγαν, μπαουλοντίβανα άνοιγαν κι όλο το σπίτι γίνονταν ένα τεράστιο κρεβάτι. Τι να πρωτοθυμηθώ κι από πού ν’ αρχίσω! Αλήθεια, ξέρεις, τι θα πει το ρήμα ‘μοιράζομαι’;  Εγώ το ξέρω- μου το έμαθαν καλά. Η Αννούλα, υπομονετική, γενναιόδωρη, χαμογελαστή κι ευγενική κι ο Λεωνίδας, σοβαρός, μετρημένος, με πολύ χιούμορ και τόσο κρυφά ευσυγκίνητος. Παιδικά χρόνια γεμάτα αξιοπρέπεια κι αγάπη με ένα κόκκινο Lada να μας φορτώνει όλους για μπάνιο στην Αγία Τριάδα κι εγώ να κρύβομαι μόλις βλέπουμε τροχονόμο, γιατί ήμασταν πέντε άτομα πίσω! Πρέπει να ομολογήσω ότι οι γονείς μου είναι η προσωποποίηση των γιορτών. Όλων των γιορτών! Στο πατρικό μου θα καταλάβεις τι γιορτή είναι από τα εδέσματα που υπάρχουν επάνω στο τραπέζι, τα τραγούδια που ακούγονται, αλλά κυρίως από την συμπεριφορά των δύο. Μαγεία! Ύστερα ήρθαν οι γάμοι… πρώτα η μεγάλη μου αδερφή – τι στεναχώρια είχα… κοιμόμουν βλέπεις μαζί της ή μάλλον για την ακρίβεια κοιμόμουν κρατώντας τα μαλλιά της- μετά οι δίδυμες και τέλος ο αδερφός μου. Οι γονείς μου επαναλαμβάνουν τα ίδια «σκηνικά” στα επτά μου ανίψια πλέον. Μου φαίνεται τόσο περίεργο που δεν τους άκουσα ποτέ να λένε «θέλω”. Ούτε μια φορά! Λες και δεν έχουν ανάγκες οι ίδιοι. Μια ζωή τα «θέλω” μας είναι η ευτυχία τους”.

If you are the dealer, I’m out of the game/
If you are the healer, it means I’m broken and lame/
If thine is the glory then mine must be the shame/
You want it darker/ We kill the flame 
 

Μ.Σ.: «Αν οι απορρίψεις στη ζωή σε κάνουν πιο δυνατό; Ναι.  Απορρίψεις από επιτροπές δραματικών σχολών, έργα που δεν έγιναν, συνεργασίες που δεν ευδοκίμησαν… πολλά τέτοια! Στις -πάσης φύσεως- απορρίψεις οφείλεις να το φιλοσοφείς και να πηγαίνεις παραπέρα. Ο πατέρας μου, από μωρό παιδί μου λέει «πάντα στη ζωή σου θα βάζεις μπροστά από κάθε πρόταση ένα εάν”. Στην αρχή που είχα λύσσα να ζήσω και να κάνω αυτό που θέλω δεν το καταλάβαινα. Βουτούσα στις επιλογές μου, σαν σε μονόδρομο και μόλις αποτύγχανα, απογοητευόμουν, τα παρατούσα, έκλαιγα… αχ και να ‘σουν από μια μεριά και να μ’ έβλεπες όταν κόπηκα απ’ το Κρατικό ας πούμε… Μεγαλώνοντας όμως, συνειδητοποιώ ότι αυτό το «εάν» είναι σωτήριο. Σε κάνει πιο ψύχραιμο. Και η ζωή, όπως και η σκηνή, θέλουν ψυχραιμία”.

Dance me to your beauty with a burning violin/
Dance me through the panic till I’m gathered safely in/
Lift me like an olive branch and be my homeward dove/
Dance me to the end of love
 


Μ.Σ: «Μετά από αρκετά χρόνια θεατρικά στη Θεσσαλονίκη, ήθελα πλέον να φύγω Αθήνα. Κι ας πήγαιναν όλα υπέροχα επάνω. Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ. Και ήρθε η στιγμή να ανακοινώσω στους γονείς μου ότι φεύγω στην Αθήνα… Σ’  ένα πατρικό που έφευγες ως τότε- μόνο- παντρεμένος. Ευτυχώς, υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις. Δεν θυμάμαι να είπα πολλά… τους θύμισα ότι στα είκοσί τους είχαν φύγει κι αυτοί με μια βαλίτσα στην Γερμανία κι ότι εγώ στα τριάντα μου θα φύγω με έτοιμη δουλειά στην Αθήνα… Έτσι είχαμε μικρά «δράματα”, τα οποία λύθηκαν ως δια μαγείας στην μετακόμιση. Με το που βρέθηκα στην Αθήνα, μου έγινε η πρόταση να ανεβαίνω κάθε εβδομάδα για δύο μέρες στη Θεσσαλονίκη κι έτσι με βλέπουν κάθε εβδομάδα”.

Like a bird on the wire/
Like a drunk in a midnight choir/
I have tried in my way to be free
 

Μ.Σ.:  «Αχ, αυτό ήταν απίστευτο! Μόλις κατέβηκα στην Αθήνα, απ’ το πουθενά προέκυψε η πρόταση να αναλάβω την καλλιτεχνική διεύθυνση της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Βασίλης Διαμαντόπουλος” αλλά και να στεγάσω το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι που ήδη είχα για χρόνια, στους χώρους της σχολής. Εντάξει, ακούγεται υπέροχο… και είναι! Αλλά στην αρχή ήταν σαν να κάνω μακροβούτι δεμένος με πέτρες, νύχτα σε φουρτούνα. Δεν είναι εύκολες οι τόσες ευθύνες. Μιλάμε για εκπαίδευση ηθοποιών. Δεν είναι εύκολο να ζεις στην Αθήνα κάνοντας πρόβες-παραστάσεις και δύο ημέρες την εβδομάδα να είσαι κλεισμένος σε μια σχολή στην Θεσσαλονίκη. Πρέπει ξαφνικά να γίνεις και κακός, να πεις όχι, να βάλεις όρια… πράγματα άγνωστα για μένα. Πρέπει στα τριάντα σου χρόνια, να κάνεις πίσω τα δικά σου «θέλω” και να βάλεις μπροστά τα δικά τους. Δεν ξέρω αν πέτυχα τίποτα… ξέρω όμως ότι σε λίγο παραδίδω μια «φουρνιά” συναδέλφων αξιοζήλευτη. Και μιλάω ειλικρινά. Όσο για το Εργαστήρι μου, εντάξει δεν τολμούσα να φανταστώ ότι θα ‘χω τρία τμήματα στην Θεσσαλονίκη και δύο στην Αθήνα. Το Εργαστήρι μου είναι η καψούρα μου. Ζω την απόλυτη έμπνευση εξαιτίας τους. «Χάνομαι” όταν δένει η ομάδα και ταξιδεύουμε με κοινούς κώδικες”.

Η πόλη μου είναι το σπίτι μου, το καταφύγιό μου

There’s a lover in the story/
But the story’s still the same/
There’s a lullaby for suffering/
And a paradox to blame/
But it’s written in the scriptures/
And it’s not some idle claim/
You want it darker/ We kill the flame
 


Μ.Σ.: «Ποια είναι η δική μου «πόλη”; Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Μπορώ να σου πω ότι ο μικρόκοσμός μου είναι το σπίτι μου στην Αθήνα. Εδώ που το φτιάχνω όπως ονειρεύομαι, χωρίς να γυρνάω πολυθρόνες και τραπεζάκια τις νύχτες για να στρώσω το κρεβάτι μου. Η πόλη μου είναι το σπίτι μου, το καταφύγιό μου. Μια ωραία μουσική, το κρασί μου και τα λουλούδια μου που μεγαλώνουν. Την Αθήνα ακόμα δεν την ξέρω. Κινούμαι σ’ έναν μικρό χάρτη με τον σκύλο μου ή με λίγους, ήσυχα πράγματα και όπου έχει πράσινο, το αγαπώ κι εγώ κι ο Πάρης”.

Like a worm on a hook/
Like a knight from some old-fashioned book/
I have saved all my ribbons for thee/
If I, if I have been unkind/
I hope that you can just let it go by/
If I, if I have been untrue/
I hope you know it was never to you
 

 

Μ.Σ.:  «Τι θα κάνω θεατρικά τον ερχόμενο χειμώνα; Μετά από δύο χρόνια στο θέατρο Πόρτα, ύστερα από την «Δίκη του Κ.” και τον «Καντίντ”, δεν σου κρύβω ότι λίγο φοβήθηκα. Όσο να πεις είχε μια ασφάλεια η ομάδα των υπέροχων συναδέλφων του Θωμά Μοσχόπουλου, γίναμε οικογένεια. Ήρθε όμως η όμορφη συνεργασία με τον Γιάννη Μόσχο που μου θύμισε πως δεν κατέβηκα για να βρω οικογένεια. Τώρα, όσον αφορά το κοντινό μέλλον, περίεργα πράματα συμβαίνουν… ακυρώνονται δουλειές που έκλεισα, έρχονται ταυτόχρονες προτάσεις, λίγο «φλερτάρω” με την τηλεόραση, θα κάνω μάλλον και μια ταινία… είναι και η Σχολή, τα Εργαστήρια! Ειλικρινά δεν ξέρω τι απ’  όλα!… Κάτι θέλει να μου πει το σύμπαν, θα το ακούσω με καθαρό μυαλό, όταν ανέβει «Η πόλη””.

Νιώθω ότι ψάχνουμε - σαν άλλοι "Τρέπλιεφ"- νέες φόρμες. Εύχομαι να μην είναι εις βάρος των θεατών

Dance me to the children who are asking to be born/

Dance me through the curtains that our kisses have outworn/
Raise a tent of shelter now, though every thread is torn/
Dance me to the end of love
 /

Μ.Σ.:  «Δυστυχώς, δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο για να δω θέατρο. Απ΄ όσα είδα όμως, νιώθω πως στις παραστάσεις τρέχουν δύο παράλληλες ιστορίες, μία του συγγραφέα και μία του σκηνοθέτη. Μα γιατί; Μία ιστορία δεν ήρθε να δει ο έρμος ο θεατής; Γιατί πρέπει να φύγει μπερδεμένος; Ιστορίες δεν είναι το θέατρο, με αρχή μέση και τέλος; Τον θυμάσαι τον «Τρέπλιεφ”, τον ήρωα στον «Γλάρο” του Τσέχωφ; Νιώθω ότι ψάχνουμε – σαν άλλοι «Τρέπλιεφ”- νέες φόρμες.  Εύχομαι να μην είναι εις βάρος των θεατών”.

Να ξυπνούσαμε -λέει- ένα πρωί και να είχαν συγχωνευτεί όλα τα προφίλ μας στα social media σε ένα...!

They’re lining up the prisoners/
And the guards are taking aim/
I struggled with some demons/
They were middle class and tame/
I didn’t know I had permission to murder and to maim/
You want it darker

Μ.Σ.: «Αν γκρινιάζω; Κάποτε γκρίνιαζα πολύ. Τώρα παθαίνω κάτι χειρότερο… κατεβάζω ρολά. Απομονώνομαι. Δεν μπορώ… Κουράζομαι να βλέπω ανθρώπους να κάνουν ψέματα μες τα μούτρα μου. Κουράζομαι να βλέπω «ντίβες” στον χώρο μου. Κουράζομαι να βλέπω ανθρώπους που σκέφτονται μόνο την πάρτη τους. Μα τελοσπάντων αυτή η ρημάδα η κρίση δε μας ταρακούνησε καθόλου; Αν οι άνθρωποι εκφράζουμε το συναίσθημά μας επώδυνα και δεν καλουπωνόμαστε πίσω από μάσκες, γυαλιά και προσωπεία; Αχ…αχ… Να ξυπνούσαμε -λέει- ένα πρωί και να είχαν συγχωνευτεί όλα τα προφίλ μας στα social media σε ένα…! Ε, ρε σπίτια που θα έκλειναν! Κάποτε κρυβόμασταν πίσω από γυαλιά. Τώρα κρυβόμαστε πίσω από άπειρα προφίλ ή φατσούλες και ψεύτικα «χεχε” ή «χαχα”… Αυτό κι είναι φουλ ανώδυνο”!

In streams of light I clearly saw/
The dust you seldom see/
Out of which the nameless makes/
A name for one like me/

I’ll try to say a little more/
Love went on and on/
Until it reached an open door/
Then love itself/
Love itself was gone

Μ.Σ.:  «Κεφάλαιο Έρωτας. Το πιο δύσκολο κεφάλαιο. Κοίτα τώρα, τι μου θύμισες; Σπίτι στην Εγνατία, Θεσσαλονίκη, μπαλκόνι, απ΄ τα πρώτα ραντεβού, απ’  αυτά που δε θες να πετάει τρίχα, να ‘σαι ατσαλάκωτος, με μούσι στο μοιρογνωμόνιο, άρωμα όλο το μπουκάλι, απαλή jazz, καλό κρασί, φωνή αισθαντική… και ξαφνικά τρελή βροχή απ’ το πουθενά, τρελή όμως! Έτσι για την αλλαγή κάτσαμε μες την βροχή. Και το ήπιαμε όλο το ρημάδι! Για πότε έσπασε ο πάγος κι έφυγε η αισθαντική φωνή … για πότε οι ευγένειες έγιναν γέλια! Το ωραιότερο ξέπλυμα, σιχτίρ, ωραία ήταν… Κεφάλαιο Έρωτας. Το πιο δύσκολο κεφάλαιο. Έχεις διαβάσει το «Όλια ψυχούλα μου» του Τσέχωφ;  Ε, λοιπόν, επειδή μεγαλώνω αποφάσισα πως αυτή η κυρία είναι παράδειγμα προς αποφυγήν. Μπήκα λοιπόν στο κουκούλι μου μέχρι να γίνω «ολόκληρος” … γιατί μέχρι τώρα συνειδητοποιώ πως έψαχνα ό,τι δεν ήμουν. Τέσπα, μεγάλη ιστορία”…

...κλαίω και γελάω με θράσος χωρίς να με νοιάζει αν με βλέπουν

Magnified, sanctified, be thy holy name/

Vilified, crucified, in the human frame/
A million candles burning for the love that never came/
You want it darker/ We kill the flame
 

«Αν γελάω με τη καρδιά μου; Α, ναι, γελάω πολύ! Με οτιδήποτε δεν είναι δήθεν. Πολλά γέλια με τα παιδιά στο ΠΟΡΤΑ, πολλά όμως. Με την Κατερίνα την φίλη μου, με την Ηλέκτρα, με την Λίτσα, την Ειρήνη. Ξέρεις, με τους φίλους μου έχουμε επινοήσει χαρακτήρες… αυτοί λοιπόν, σε διάφορες συνθήκες που επινοούμε…άστα! Τώρα, με τι έκλαψα τελευταία;! Καταρχήν, να σου ξεκαθαρίσω ότι κλαίω και γελάω με θράσος χωρίς να με νοιάζει αν με βλέπουν. Έκλαψα που λες, στο ΜΕΤΡΟ, πρόσφατα, όπου ένας κύριος την ώρα που έρχονταν το όχημα, κρύφτηκε γρήγορα γρήγορα πίσω από έναν τοίχο, σκούπισε τα παπούτσια του μ’ ένα πανί, χτένισε γρήγορα τα -ήδη- χτενισμένα του μαλλιά  και μπήκε στο ΜΕΤΡΟ για να ζητιανέψει”…

...να θυμάμαι πως η δουλειά μου δεν είναι δα και η πιο σπουδαία του κόσμου

The light came through the window/
Straight from the sun above/
And so inside my little room/
There plunged the rays of love
 

«3 Ιουνίου 1995. Ημέρα γενεθλίων. Το τραπεζάκι στο σαλόνι γύρισε, κόλλησε στον τοίχο, πάνω έχει γαριδάκια, πατατάκια, δρακουλίνια, πακοτίνια, εκείνα τα αχώνευτα τα λεπτά, τα  αλμυρά τα πουράκια αλλά και τα άλλα τα γλυκά που τρώγονται πέντε -πέντε, κέικ από την μάνα και τυροπιτάκια κουρού, σταθερά γιορτινά εδέσματα στο πατρικό. Φοράω ένα μπεζ παντελόνι με τσάκιση μέχρι τις μασχάλες και μια άσπρη μπλούζα από μέσα, όπου η στάμπα κρύφτηκε – αναγκαστικά- και πέδιλα. Ναι, μέσα στο σπίτι παπούτσια, είναι γιορτή σήμερα. Κασέτες με τους Backstreet Boys, τον Θάνο Καλλίρη για διαγωνισμό χορού και μολύβια- σβύστρες για έπαθλο. Αναψυκτικά, μπαλόνια στα πολύφωτα, ενώ στο «πρόχειρο” δωμάτιο ήδη η θεία Βάσω, ο θείος Σίμος με λικέρ, πρώτο και δεύτερο κέρασμα όπου -σώνει και ντε- ήθελα να τα σερβίρω εγώ. Οι καλεσμένοι έρχονται και μαθαίνω ότι η μεγάλη μου η αδερφή, η Βαγγελίτσα μου ‘χει έκπληξη τούρτα, αλλά δεν χωράει στο ψυγείο μας λέει και την έβαλαν στο ψυγείο του κυρ -Βασίλη,  Θεός σχωρέστον, ψιλικατζής, κι εκεί που χορεύαμε «το νου σου κύριε οδηγέ” -έλα, έλα, το θυμάσαι το τραγούδι- και οι αδερφές μου γελούσαν με θράσος που χόρευα με την Ειρήνη κι είχαμε γίνει κατακόκκινοι απ’ την ντροπή… έρχεται η τούρτα! Χριστέ μου! Μία τούρτα όση το τραπεζάκι του σαλονιού. Ένα ολόκληρο αεροδρόμιο με κανονικά μεταλλικά αεροπλανάκια! Τόσα, όσα τα παιδιά απ’ το πάρτυ, ένα για τον καθένα. Ομολογώ πως δεν κατάλαβα ποτέ γιατί τούρτα αεροδρόμιο, μα ήταν τόσο εντυπωσιακή! Μου έμειναν αυτά τα γενέθλια…Ιούνιος 2018; Τι περιμένω από μένα μεγαλώνοντας; Τι ονειρεύομαι, Γιώργο; Να λένε οι συνάδελφοι, ο Μιχάλης είναι καλός άνθρωπος και καλός ηθοποιός. Να ‘μαι έντιμος, να ‘μαι σωστός άνθρωπος… να θυμάμαι πως η δουλειά μου δεν είναι δα και η πιο σπουδαία του κόσμου. Ένας παραμυθάς είμαι, ok! Θέλω να μεγαλώνω με αξιοπρέπεια”…

Closing scene: