at a glance
Top

Έλενα Τοπαλίδου

σαν αερικό θα ζήσω...

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | δομνίκη μητροπούλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Είναι άσχημο να κοροϊδεύεις οποιαδήποτε ανάγκη ενός ανθρώπου, να αγαπηθεί, να έχει μια αδυναμία-που δεν είναι άλλωστε αδυναμία να θέλεις να παντρευτείς. Είναι άσχημο να εκμεταλλεύεσαι την «αχίλλειο πτέρνα» ενός οποιουδήποτε ανθρώπου και να τη φοράς στη δική σου τη ζωή ως διασκέδαση. Άσχημη λέξη η εξαπάτηση και η «Γιαννούλα» που ερμηνεύω εξαπατήθηκε, όχι μία, όχι δύο, αλλά τρεις φορές. Η «Γιαννούλα» εν τέλει, εξαπατάται βάσει της μυθοπλασίας που έχει η παράσταση, από τον άντρα που ονειρεύτηκε να περιμένει. Όχι τόσο, από τους γύρω της. Αυτόν που περιμένει, κατηγορεί στο τέλος. Με αυτόν «τα βάζει» κι όχι με την κοροϊδία των γύρω της»…H Έλενα Τοπαλίδου στο rejected…

«Όλοι μας έχουμε τα δικά μας άκρα. Κι εγώ, μπορώ να φτάσω στα άκρα. Είμαι ένας άνθρωπος ή του ύψους ή του βάθους. Δεν ξέρω τι σημαίνει κανονικό-λειτουργώ «στα κόκκινα». Είμαι παρορμητικός άνθρωπος. Μπορώ να «λιώσω», μπορώ να «σκοτωθώ», μπορώ να κάνω τα πάντα όταν κάποιος που με νοιάζει, δεν καταλαβαίνει τί του λέω. Ερωτικά  δε, μπορώ να «τρελαθώ»! Τα «κομμάτια» μου έπειτα τα μαζεύω δύσκολα. Ευτυχώς, μου χαμογέλασε η ζωή όταν έπρεπε. Βρήκα έναν άνθρωπο που ακουμπάω επάνω του και δίνω όλη την ακρότητα, τη τρυφερότητα, τη συντροφικότητα και το εύρος των συναισθημάτων μου. Μέχρι να γνωρίσω τον Νίκο (Κουρή) ήμουν μια «τρικυμία». Ζούσα με τα «κομμάτια» μου. Το μόνο που μπορούσε να με συνεφέρει ήταν η ατέλειωτη δουλειά στο χορό. Η δουλειά με έβαζε στα ίσα μου, όπως και η πειθαρχία μου. Διότι, από την άλλη, είμαι και πολύ πειθαρχημένη, για κάποιο ανεξερεύνητο λόγο. Η ζωή μου χαμογέλασε και είμαι συναισθηματικά ευτυχισμένη. Βέβαια, αγάπη είναι να δέχεσαι και τα συναισθήματα του άλλου, σαν «σφουγγάρι». Είμαι πάρα πολύ «απαλός» άνθρωπος στο πως υποδέχομαι τα συναισθήματα των άλλων. Είμαι ανοιχτός άνθρωπος για να δεχτώ και να πιστέψω τον άλλον.  Θέλω να βοηθάω στη στεναχώρια του άλλου. Τα τελευταία χρόνια, έχω γίνει «δοχείο αγάπης». Θέλω να δίνω, να προσφέρω. Πιστεύω στην ακραία αρρώστια του έρωτα που δεν τελειώνει ποτέ και είναι αξεδίψαστη.

Η μεγάλη μου αγάπη είναι ο γιος που έχουμε με το Νίκο, ο Πέτρος. Τον βλέπω και λιώνω. Αγαπάω φίλους, συνεργάτες, μαθητές, αλλά…για παράδειγμα η αγάπη μου για το Νίκο έχει από όλα. Θαυμασμό, συγκίνηση και τεράστια επιθυμία που πρέπει συνέχεια να ανανεώνεται. Συνέχεια, κάνω σκέψεις για το πως πρωτογνωριστήκαμε με το Νίκο, πόσα έχουμε περάσει. Έχω ανάγκη από τον έρωτα στη ζωή μου και να μένει πάντα ζωντανός. Πώς κάνω πέρα την τοξικότητα του κόσμου; Είναι φορές που με εξαντλούν οι άλλοι και δεν μπορώ να αντέξω. Θέλω τα νέα παιδιά να μην απογοητεύονται, έχω μαθητές που θέλω να εμπνέονται και να μη βουλιάζουν. Με θυμάμαι μικρή με πόσα οράματα «συνδιαλεγόμουν», γιατί είχα ανάγκη το όνειρο. Πληγώνομαι όταν στερεύει το όνειρο στους νέους. Αγαπώ, πιστεύω και με εμπνέουν τα 20χρονα. Κάθε πρωί, έξι με επτά, κάνω μια προσευχή, μια δική μου προσευχή-υποδέχομαι τη μέρα έτοιμη και δυνατή. Επιζητώ τη σωματική και επιθυμώ και την πνευματική δύναμη. Κάνω μια ώρα άσκηση και με τροφοδοτεί με ενέργεια. Έχω μια υγιή οικογένεια, είμαι τυχερός άνθρωπος….

Είναι περίεργο, ενώ παίζω τη «Γιαννούλα» που επιζητά το γάμο, η ίδια να μην τον έχω κάνει τόσα χρόνια, με το Νίκο….ναι! Το σκεφτόμουν και χθες. Με το Νίκο θέλουμε να παντρευτούμε. Δεν έτυχε. Δεν είναι ότι είμαστε κατά του γάμου. Μπορώ και θέλω να το ζήσω με το νυφικό κι όλα τα γύρω. Θα ΄ρθει κάποια στιγμή κι αν δεν έρθει, έχω φορέσει άπειρα νυφικά στις παραστάσεις του Κωνσταντίνου Ρήγου. Αχ…στην «Γιαννούλα» κατεβαίνει ένα νυφικό από τον ουρανό, λες και δεν της κάνει…σαν ένα κορίτσι που φοράει τις γόβες της μαμάς του. Υπέροχη στιγμή της παράστασης…..

Στα 13 μου χρόνια πήγα στη Σχολή της Ελένης Βακαλοπούλου, για να μάθω χορό. Όλη μέρα σαν παιδί χόρευα και τραγούδαγα. Λύσσαξα να με πάνε στη Σχολή-άσε που οι γονείς,  δεν μου χαλούσαν χατήρι. Ήμουν καλή μαθήτρια, με τελειομανία και προσωπική ανασφάλεια. Σταμάτησα στα 16 μου χρόνια, άφησα και το πιάνο που ήμουν για πτυχίο και αποφάσισα να δώσω πανελλαδικές και μπήκα στο Μαθηματικό Τμήμα, όπου δεν πήγα ποτέ! Ήταν η στιγμή που είπα θα κάνω μπαλέτο. Η δασκάλα του χορού αποθάρρυνε τους γονείς μου και τους προέτρεψε να γίνω ηθοποιός, γιατί-όπως έλεγε-ήμουν ένα κορμί που θα ταλαιπωρούνταν σωματικά. Αλλά, ήμουν πεισματάρα! Κι έτσι μπήκα στη Κρατική Σχολή Χορού κι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι μοναχά ένα πράγμα. Το χορό. Με τόσο χορό, δεν ξέρω πως πέρασαν τα χρόνια. Ξύπναγα και ήταν χορός με Παπαιωάννου, Ρήγο, πρόβες, αγωνία, δουλειά και πείσμα-πείσμα….είχα πολύ πείσμα. Ο χορός είναι πειθαρχία. Το μπαλέτο που διδάσκω και λατρεύω έχει πόνο. Το μπαλέτο είναι ένα ροζ που έχει μέσα του, τόσο πολύ μαύρο. Εγώ χόρεψα σύγχρονο χορό και ως εργαλείο πρέπει να είσαι μέσα σε αυτόν. Με ψυχή, κορμί, που είναι σε πλήρη χρήση τεχνικής.

Τα σώματα δεν «μιλάνε» στις μέρες μας. Τα κορμιά δεν εκπέμπουν. Είμαι άνθρωπος που όταν μιλάω, ακουμπάω πολύ τον συνομιλητή μου. Ο χώρος μας είναι ανοιχτός χώρος. Έξω όμως, από αυτό βλέπω ότι οι άνθρωποι είναι δύσκολο να δεχτούν το άγγιγμα, τη «ζέστη». Πόσες φορές θέλω να πω σε ανθρώπους «εκφράσου λίγο, ανάπνευσε, κοίτα βαθιά στα μάτια, διαπεραστικά, χάιδεψε»….μα είναι από την άλλη, λογικό. Οι άνθρωποι γέμισαν τόσες σκοτούρες και βάσανα. Καθημερινά…

Από το 1992 μέχρι το 2004 είμασταν μαζί με τον Κωνσταντίνο Ρήγο, «αντρόγυνο» στις παραστάσεις του, κι έπειτα παίξαμε στα «Κόκκινα Φανάρια» που ξέρω πόσο αγαπάς ως παράσταση. Με τον Ρήγο είμασταν ο ένας για τον άλλον. Τον αγαπώ πολύ. Πάντα τα μάτια του, για μένα, ήταν αυτά που με ένοιαζε να δω, αν αυτό που κάνω είναι καλό. Όσοι και να ερχόντουσαν στις παραστάσεις μου, συνάδελφοι, εμένα το δικό του βλέμμα, λειτουργούσε καταλυτικά. Ακόμη και τώρα, αν σε μία παράσταση που παίζω έρθει ο Κωνσταντίνος και ξέρω ότι είναι στη πλατεία, θα τρομάξω. Με επηρεάζει και θέλω πάντα εκείνος να είναι καλά.

Στην Θεσσαλονίκη, πέρασα υπέροχα. Είχαμε έναν χώρο που κάναμε ότι θέλαμε, νωρίτερα με την ομάδα τα κάναμε όλα μόνοι μας. Κουβαλούσαμε, τρέχαμε, άλλα όταν πλέον είμασταν στο Βασιλικό Θέατρο, ήταν σαν δώρο, ένας χώρος δίπλα στη θάλασσα. Θα ήθελα να μένω Θεσσαλονίκη, μα εκείνο το διάστημα «μου τέλειωσε» ο χορός. Έγκωσα. Το 2004 είχα γεμίσει «σκοτάδι» παντού, δεν κοιμόμουν τα βράδια, μόνο 1-2 ώρες την εβδομάδα. Με παρατηρούσε κι ο Κώστας. Έλεγα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Από ένα απειροελάχιστο σημείο στο πάτωμα που κοίταζα, έλεγα «από αυτό πρέπει να αλλάξουν όλα». Ήμουν σαν τρελή. Από το μηδέν ήθελα πλέον να ξεκινά η κίνηση. Από το τίποτα. Είχα ακυρώσει τα πάντα, δεν άντεχα τον εαυτό μου να κινείται, αισθανόμουν ότι έκανα πάρα πολλά με το σώμα μου. Επέστρεψα Αθήνα και δεν έκανα τίποτα. Απλά, περπατούσα όλη μέρα στα Εξάρχεια, χαζεύοντας τον Νίκο. Και από τύχη, ήρθε η παράσταση «Ρομπέρτο Τσούκο», που πρωτοέπαιξα ως ηθοποιός.  Δεν ξέρω να δικαιολογώ τον εαυτό μου, αυτό μου το έμαθε ο χορός κι έτσι βούτηξα στα νερά της υποκριτικής. Ήταν η εποχή που γνώρισα το Νίκο και άλλαξε όλη μου η κοσμοθεωρία.

Αγαπώ το λόγο στο θέατρο. Ο ήχος του κειμένου που κάτι κρύβει όταν τον μιλάς. Έχω κρατήσει ένα μήνυμα του Λευτέρη Βογιατζή, στο κινητό μου. Ήρθε στο Rex και είδε τα «Κόκκινα Φανάρια» και έπειτα τη νύχτα, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πράγματα σαν «διαθήκη». Μου «έδειξε» το τρόπο που πρέπει να λειτουργώ, να μην ξεχνάω όταν «βλέπω» πάνω στη σκηνή να θυμάμαι. Μέσα στη νύχτα μου μίλαγε κι εγώ έκλαιγα από χαρά. Όταν τελειώσαμε τη τηλεφωνική συνομιλία, μου έστειλε ένα τελευταίο σχόλιο στο κινητό. Το κρατάω σαν φυλαχτό. Ήμουν έγκυος στον Πέτρο, σε αυτή τη παράσταση. Ο Λευτέρης είναι ο νονός του Πέτρου.

Ο Πέτρος μου μοιάζει στη τρυφερότητα, ενώ στο ειρωνικό χιούμορ μοιάζει απίστευτα με τον Νίκο. Δεν έχει σχέση με το κουτσομπολιό ο γιος μου. Ελίσσεται με διαφορετικό τρόπο στην κάθε διαπροσωπική του σχέση και την κάνει ξεχωριστή. Με τον παππού του ή τη γιαγιά του λειτουργεί εντελώς διαφορετικά και αγαπησιάρικα. Τον θαυμάζω τον Πέτρο! Είναι μεγαλόψυχος, παρηγορητικός, «ακούει»….αντικειμενικά να τον δω, από μακριά, τον χαζεύω….Τα άσχημα πράγματα, ο Πέτρος, με υποδόριο τρόπο θα τα λειάνει. Ενοχές δεν έχω στον χρόνο που διαθέτω για το Πέτρο, μέσα στις πολλές πρόβες και παραστάσεις όλων αυτών των χρόνων.  Γοργά συνειδητοποίησα ότι οι ενοχές δημιουργούν στο παιδί μεγάλο άγχος και πίεση. Κατάλαβα, επίσης, ότι και μια ώρα να του δώσεις και να τον αφήσεις να έχει τον δικό του χρόνο, είναι καλό. Τα παιδιά έχουν το δικό τους χρόνο, δεν καταλαβαίνουν τη φράση «τρέχα, βιαζόμαστε». Από την αρχή, προσπάθησα, με χίλια λάθη βεβαίως, να του δώσω χρόνο. Αν θέλει για λίγο να χαζέψει μια αράχνη στο δρόμο για το σχολείο, δεν τον αγχώνω «τρέχα, τρέχα, τρέχα». Τον αφήνω, γιατί για εκείνον-τη στιγμή τη συγκεκριμένη- διαστέλλεται ο χρόνος. Κι ο Πέτρος σε βάθος χρόνου, κατάλαβε ότι μόνο με την αγάπη που εισπράττει μπορεί να πάει παραπέρα. Ένα παιδί όταν νιώθει αγάπη από το σπίτι του, έχει δύναμη από τα αποδυτήρια. Αλλά, πάντα από το θέατρο το βράδυ, μετά τη παράσταση φεύγω σαν την τρελή, να προλάβω να γυρίσω σπίτι , γιατί θέλω και επιδιώκω, εγώ να τον κοιμήσω. Είναι πλέον 11 χρονών και ευτυχώς τον βλέπω «πατάει στα πόδια του». Εμένα μου λείπει να τον βλέπω λίγο παραπάνω, όχι εκείνον.

Η καλύτερη μου φίλη είναι η αδερφή μου που μένει στο Σιάτλ και είναι μοριακή βιολόγος-ερευνήτρια. Η Ειρήνη, η αδερφή μου, είναι ο άνθρωπος που θα πάρω τηλέφωνο ότι ώρα και να ΄ναι. Η Ειρήνη έχει ένα αίσθημα δικαιοσύνης, ακλόνητο. Έχει νικήσει θεούς και δαίμονες, όταν έφυγε για δέκα χρόνια στη Νέα Υόρκη και τα έβγαλε πέρα μόνη της, με αυτή την τρομερή επιστήμη. Η Ειρήνη είναι ευφυής στο τρόπο που διαχειρίζεται τον εαυτό της κι όλα τα προβλήματα που της συνέβησαν. Την θαυμάζω. Η Ειρήνη παίρνει σταθερές, ισχυρές αποφάσεις, με δύναμη. Εγώ πάω με τον αέρα, μπορώ να αλλάξω στη στιγμή, άποψη. Νιώθω πιο μικρή από την Ειρήνη κι ας είμαι δύο χρόνια μεγαλύτερή της.  Ο Νίκος, επίσης, είναι και φίλος μου-θα του τα πω όλα όσα θέλω να «γκρινιάξω» και θα με ησυχάσει.

Τη «Γιαννούλα» την πονάω στη στιγμή που τους πιστεύει. Σε αυτό που πιστεύει όταν της λένε την λέξη «έρχεται». Αυτός. Εκεί που πιστεύει το ψέμα, την ερμηνεύω και πιάνεται το στομάχι μου. Γιατί η ηρωίδα μου πιστεύει στους άλλους. Μετά τις παραστάσεις της «Γιαννούλας», έρχονται τα γενέθλια μου. Θέλω πλέον να κάνω συγκρατημένες επιλογές. Θέλω η «Γιαννούλα» να μην τελειώσει στις 4 μέρες παραστάσεων. Το ελπίζω και το εύχομαι. Θα είμαι και στην επανάληψη του «Ξύπνα Βασίλη» στο Εθνικό Θέατρο. Μέχρι τότε, το καλοκαίρι ολόκληρο, θα το αφιερώσω στα μαθήματα μου και τον Πέτρο. Στα γενέθλια μου, θαρρώ, θα είμαι τόσο ευτυχισμένη, με καθημερινότητα πλήρη κι όμορφη, που δεν θέλω, πέρα από υγεία, να μου ευχηθώ κάτι παραπάνω. Κάθε μέρα ξυπνάω με χαμόγελο…κι όταν το λες αυτό στις μέρες μας, καταντάει σκάνδαλο…αλλα εγώ το έχω και «το φωνάζω».

Με συγκίνησε τελευταία, το βαλς της Ματούλας. Της Ζαμάνη. Στην παράσταση μας, που παίχτηκε στην πρόβα για πρώτη φορά και βούρκωσα. Όταν ήρθαν οι μουσικοί στην πρόβα μας, μετά από καιρό που είμασταν μοναχά ο Γιώργος, ο Μιχάλης, ο Κίμων και η Αθανασία, νιώσαμε ότι «κούμπωσε» η ζωντανή μουσική και η φαντασία πήγε την παράσταση ως πρόβα, σε ωραία, άπιαστα -έως τότε- πεδία. Γιατί πάντα έχουμε άγχος, στις πρόβες, για το τί φτιάχνουμε κι αν είναι καλό….Αχ, θα σου πω και κάτι άλλο Γιώργο, που με συγκίνησε τελευταία και θα γελάσεις. Προχθές, είδα τα παπούτσια του Νίκου και του Πέτρου μαζί και ήταν σχεδόν το ίδιο μέγεθος πια. Ο Πέτρος νούμερο 43 και ο Νίκος 44…

  • Η Έλενα Τοπαλίδου πρωταγωνιστεί στην «Γιαννούλα τη Κουλουρού» με τον Μιχάλη Συριόπουλο, την Αθανασία Κουρκάκη και τον Κίμωνα Κουρή, σε απόδοση της Θεοδώρας Καπράλου και σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου, στο Φεστιβάλ Αθηνών. Παραστάσεις 18 έως και 21 Ιουνίου στο θέατρο ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260.