at a glance
Top

Χρίστος Στυλιανού

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

we are all made of stars

«Οι γονείς μου από τη Κύπρο, πήγαν και οι δύο στη Ρωσία να σπουδάσουν. Είχαν καταλήξει στη Μόσχα κι εκεί γνωρίστηκαν και…προέκυψα. Στη Μόσχα δεν έμεινα καιρό. Δεκέμβριο γεννήθηκα του 1978, έναν από τους πιο δυνατούς χειμώνες-για να καταλάβεις είμασταν στους μείον βαθμούς Κελσίου-είχαν σπάσει οι σωλήνες στο νοσοκομείο. Αρρώστησα ως νεογνό, με πνευμονία και αρχές Φλεβάρη, με το που σαράντισα με κατέβασαν Κύπρο, στη γιαγιά μου, τη μάνα του πατέρα μου κι αυτή με μεγάλωσε μέχρι τον Ιούλιο, που οι γονείς μου τέλειωσαν τις σπουδές. Ο πατέρας μου είναι από την Αμμόχωστο. Και πρωτοέμεινα σε ένα προάστιο της Λάρνακας. Το πατρικό μου είναι στην Αγλαντζιά, λίγο πιο έξω από τη Λευκωσία, όπου εκεί έχτισαν ένα σπίτι μπροστά από τη γιαγιά, μητέρα της μάνας μου, και μέναμε όλοι μαζί. Είναι από τις πολύ ωραίες περιοχές της Λευκωσίας, η Αγλαντζιά. Δεν υπάρχει πια ο διαχωρισμός, και στην Αγλαντζιά είναι η Πανεπιστιμιούπολη και συνδυάζει το κέντρο με την -λίγο-εξοχή”. Ο Χρίστος Στυλιανού στο rejected…

«Μεγάλωσα σε αυτή τη γειτονιά, σε έναν κανονικό δρόμο, όπου δίπλα έμενε ο θείος, αδερφός της μάνας μου, με την δική του οικογένεια. Οπότε, σε αυτή τη γειτονιά με τα τρία μου ξαδέρφια και τον αδερφό μου, μεγάλωσα παίζοντας. Εκεί και η γιαγιά μου, στη πίσω αυλή, στο παλιό σπιτάκι της έμενε. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, έπαιζα τα πάντα. Ως και πινγκ-πόνγκ! Όλα τα έκανα μικρός. Μου άρεσαν όλα τα αθλήματα και τα κυνηγούσα. Αλλά, είχα θέματα με τα γόνατα, επειδή ψήλωσα απότομα. Χτύπησα κιόλας, είχα βγάλει ώμο, σπασμένα πόδια…έπαιζα-δεν αστειευόμουν-και νωρίς τα παράτησα. Μετά το στρατό, έχοντας πια όλη αυτή την ιστορία με γόνατα και χέρια, τα άφησα. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο. Η πιο ωραία εικόνα που έχω από τα παιδικά μου χρόνια, είναι να παίζω με τον αδερφό μου και τα ξαδέρφια μου, στο δρόμο μπροστά ποδόσφαιρο ή…θυμάμαι παίζαμε ότι είμαστε-και καλά-«σχολείο” και βάζαμε τους μικρότερους σε καρεκλίτσες να κάθονται, ότι είναι οι «μαθητές”, κι εγώ με τη ξαδέρφη μου, ως μεγαλύτεροι από όλους-με την ξαδέρφη μου είχα τρεις μήνες διαφορά-είμασταν οι «δάσκαλοι” και κάναμε διάφορα «χαζά”. Μια σχέση έντονη με όλους. Όλοι τους δυναμικά παιδιά. Όσο για τον αδερφό μου, ήταν πιο ζωηρός από μένα, και μεγαλώναμε με ταπεραμέντο και χαζοαστείους παιδικούς καυγάδες που μόνο δυο αδέρφια- αγόρια ξέρουν να έχουν και πάντα στο τέλος της μέρας, αγαπημένοι”.

Extreme ways are back again/
Extreme places I didn’t know/
I broke everything new again/
Everything that I’d owned/
I threw it out the windows, came along

X.Σ.: «Η γιαγιά μου ήθελε και μου το ΄λεγε «να πας να γίνεις δάσκαλος”. Εκείνα τα χρόνια, με το που έβγαινες από το Πανεπιστήμιο, κατευθείαν διοριζόσουν. Το είχα πρώτη επιλογή. Δεύτερη επιλογή μου στο μηχανογραφικό ήταν να γίνω νηπιαγωγός-αγαπώ τα μικρά παιδιά. Η τρίτη επιλογή ήταν αυτή που τελικά και πέρασα: Πολιτικές Επιστήμες, με λίγες μονάδες διαφορά. Το κράτησα. Από μικρός ήμουν αναμεμειγμένος σε «νεολαίες” και ήμουν από σπίτι που ήταν γεμάτο με πολιτικές συζητήσεις. Ο μπαμπάς μου έφερνε κάθε μέρα εφημερίδα και εγώ την «ξεκοκάλιζα”. Ο πατέρας μου ήταν λογιστικός λειτουργός, ασχολούνταν με οικονομικά, τώρα έχει βγει στη σύνταξη. Η μάνα μου είναι πολιτικός μηχανικός. Έχει σχεδιάσει πάμπολλες γέφυρες και δρόμους στη Κύπρο. Πολιτικές Επιστήμες πέρασα στη Κύπρο, εκεί και σπούδασα τέσσερα χρόνια και τελείωσα. Από το πρώτο έτος, βέβαια, είχα μια φίλη που με έπρηζε «έλα, στο ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου, δεν έχουμε άντρες” και μου άρεσε πολύ. Πέρασα από πολλά πόστα στο θέατρο, τότε. Έκανα και ταμίας, κατασκευή σκηνικών, γύρω-γύρω φροντίδα, τα έμαθα και τα έκανα όλα στο θέατρο. Έτσι γνώρισα πιο ουσιαστικά και σφαιρικά το θέατρο. Δεν είναι μόνο «εικόνα”. Το θέατρο έχει πολύ δουλειά από πίσω. Στο τέταρτο έτος, είχα μπει σε βαθιά αναζήτηση-αν θα θέλω να συνεχίσω αυτό που σπούδασα. Κι ας τέλειωσα με άριστα τις Πολιτικές Επιστήμες. Η διατριβή που έκανα είχε βαθμολογηθεί με δέκα. Αλλά, το «μικρόβιο” του θεάτρου είχε μπει. Από το Γενάρη, ενώ τέλειωνα τον Ιούνη, «μετρούσε” μέσα μου ότι γέρνω προς το θέατρο. Ο πατέρας μου «δεν πολύ”…η μητέρα μου ήταν πιο δεκτική. Είχα ασχοληθεί και με τη μουσική, είχα μπει σε ένα γκρουπάκι, τραγουδούσα, πέρασα από διάφορες καλλιτεχνικές φάσεις. Η μάνα μου αποδεχόταν πιο εύκολα, αυτό που «έβλεπε να θέλω”. Ο πατέρας μου ήταν πιο πολύ της άποψης «πήγαινε στην Αγγλία, κάνε ένα μεταπτυχιακό, το άλλο είναι πολύ επίφοβο, καλό είναι το θέατρο, αλλά αναρωτιέμαι μπορείς να το κάνεις για μια ζωή και οικογένεια να κάνεις, κ.λ.π.”…ωστόσο, αν και δεν είμαι ο απόλυτα παρορμητικός, αυθόρμητος τύπος, στο τέλος, αυτό που μου «βιδώνεται” στο μυαλό και κάνω. Απλώς, το παιδεύω πολύ στο νου, πριν το κάνω και τα «ζυγίζω” όλα τα ενδεχόμενα”.

Extreme ways I know move apart /

The colors of my sea/
Perfect color me/
Extreme ways that help me/
That help me out late at night/


X.Σ:  «Τέλειωσα το Πανεπιστήμιο, και ο Κύπριος συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο Λουκάς Πραστίτης, που ασχολούνταν με τον «θεατρικό όμιλο” ήταν αυτός που απευθύνθηκα και του ζήτησα να με δει 3-4 φορές να δει τα «κομμάτια” που είχα ετοιμάσει για τις εξετάσεις. Μέσω Θ.Ο.Κ. δεν είχα δικαίωμα να δώσω εξετάσεις, κι έτσι πήγα στην Αθήνα. Έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στο «Τέχνης”. Και στην Αθήνα, ένας γνωστός μου, μου πρότεινε να πάω Θεσσαλονίκη και να δώσω εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Έτσι και έκανα. Έχω γίνει ευπροσάρμοστος. Παλιά, δεν ήμουν τόσο. Μου κάνει εντύπωση, τώρα πια, πως με τρέλα και άγνοια κινδύνου ήρθα Ελλάδα. Φαντάσου, έμεινα για ένα μήνα φιλοξενούμενος σε μια φίλη στην Αθήνα, για να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό. Από σπόντα, έκανα τα χαρτιά μου για τη Δραματική Σχολή του Κ.Θ.Β.Ε., ανέβηκα με τρένο Θεσσαλονίκη έδωσα εξετάσεις, κατέβηκα κάτω για να δώσω στο «Τέχνης” και τότε με ειδοποίησαν από Θεσσαλονίκη ότι πέρασα στο πρώτο κύκλο, ξανανέβηκα Θεσσαλονίκη να δώσω για το δεύτερο πέρασμα. Στο Εθνικό, μετέπειτα, μου είπαν ότι ήδη δύο θέσεις είχαν δοθεί από το Θ.Ο.Κ., ενώ Θεσσαλονίκη δεν το είδαν έτσι. Πέρασα. Είχα να επιλέξω ανάμεσα στο Κρατικό και το Τέχνης. Και λόγω χρημάτων, κυρίως, επέλεξα να μείνω στο Κρατικό. Δεν ήθελα να ζητάω χρήματα από τους γονείς μου, για άλλα τρία χρόνια «στέλνετε λεφτά”. Πέρασα πρώτος, τελείωσα πρώτος, είχα κάθε χρόνο υποτροφία, στήριζα τις σπουδές μου, βοηθούσαν και οι γονείς μου, αλλά όχι σαν να έκανα από την αρχή ένα πτυχίο”.

Extreme places I had gone/
But never seen any light/
Dirty basements, dirty noise/
Dirty places coming through/
Extreme worlds alone/
Did you ever like it then

X.Σ.:  «Η Δραματική Σχολή του Κρατικού είχε ζηλευτούς καθηγητές. Ήταν ακόμη ο Βάγιας, ο Βουτσινάς, εκεί γνώρισα τον Σίμο Κακκάλα, τη Λίνα Λαμπράκη, ήμουν από τις δέκα το πρωί ως τις δέκα το βράδυ στη Σχολή και το χαιρόμουν. Έκανα και ταξιθεσίες στους ελεύθερους χρόνους κι έβγαζα ένα χαρτζιλίκι. Είχα «βυθιστεί” στη Σχολή και δεν μου έλειπε αισθητά η Κύπρος. Ήρθα «αγνός” με διερευνητική ματιά στη Θεσσαλονίκη, όλη μέρα διάβασμα, σχολή, πάλι διάβασμα το βράδυ για την επόμενη μέρα, και είχα σχεδόν «αποκοπεί” από την αίσθηση του «μου λείπει η Κύπρος”. Πέρασαν τα πρώτα Χριστούγεννα και αναλογίσθηκα τί άφησα πίσω μου και οι άνθρωποι που με περιμένουν στο νησί. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος σπουδάζοντας θέατρο. Τότε δεν είχα υπολογιστή, ούτε skype και Facebook υπήρχαν να έχω έντονη επαφή με τους δικούς μου ανθρώπους και φίλους στη Θεσσαλονίκη. Μόνο το τηλέφωνο, και τότε ακριβό σε πολύωρη συνομιλία. Κατέβαινα από το σπίτι που έμενα στις Σαράντα Εκκλησιές, στο-από κάτω-internet café και προσπαθούσα να έχω επαφή με την-τότε-αναπτυσσόμενη τεχνολογία, στα κλεφτά από τις σπουδές και τα διαβάσματα”.

αν και δεν είμαι ο απόλυτα παρορμητικός, αυθόρμητος τύπος, στο τέλος, αυτό που μου "βιδώνεται" στο μυαλό και κάνω.

I would stand in line for this/
There’s always room in life for this/
Oh baby, oh baby/
Then it fell apart, it fell apart


X.Σ.: «Έμεινα τέσσερα χρόνια στις Σαράντα Εκκλησιές, σε ένα δώμα δεκαπέντε τετραγωνικών, με «πιάτο” ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Ήταν, τελείως σαν καταφύγιο. Γυρνούσα αργά στο δώμα, στο σπιτάκι μου, κι απολάμβανα τη θέα της πόλης και του ουρανού. Η Ελένη, η γυναίκα μου (σ.σ. Ελένη Θυμιοπούλου), μπήκε στο «έργο” της ζωής μου, το 2006. Τελείωσα το 2005 τη Δραματική Σχολή, είναι πλέον να φύγω στην Αθήνα-αλλά δεν το έκανα-δουλεύω πρώτη φορά στο «Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης”, στην «Φρουτοπία” σε σκηνοθεσία-χορογραφία Κωνσταντίνου Ρήγου και με βλέπει ως θεατής-η Ελένη δεν έχει τελειώσει ακόμη τη Δραματική Σχολή- κι ένας κοινός μας φίλος, είναι πια κουμπάρος μας, κι έχει βαφτίσει τη Χλόη μας, ο Βασίλης Λιάκος- επίσης συνάδελφος, είμαστε μαζί στην «Φρουτοπία”- το «οργάνωσε”. Ο Βασίλης έχει μάθει το «ενδιαφέρον” της Ελένης, ο Βασίλης έχει κι ωραίο τρόπο να σε κάνει να «τσιμπήσεις” και να «ξεκολλήσεις-να σε σπρώξει-έλα, έλα, Χρίστο” στο να πας παραπέρα, κι έτσι με την Ελένη ήρθαμε κοντά. Όλα με την Ελένη τολμώ να πω έγιναν γοργά. Αρχίσαμε να βγαίνουμε το Φεβρουάριο του 2006, μαζί μείναμε μετά το Πάσχα-αφού πήγα για γιορτές στο νησί μου-και μάλιστα έφυγα από τις Σαράντα Εκκλησιές και μείναμε στο δικό της σπίτι. Η αγάπη μου για την Ελένη είχε μια υπέροχη «άνεση”, γλυκιά «άνεση” και στο τρόπο που δομήσαμε τη σχέση μας. Το 2010 παντρευτήκαμε και ήρθε και η πρώτη μας κόρη λίγο μετά, η Χλόη. Ο γάμος, μάλιστα, έγινε στη Κύπρο”.

Efforts of lovers/
Left in my mind/
I sing in the reaches/
We’ll see what we find

 

Χ.Σ.:  «Γενικώς, το πρώτο διάστημα είχα άγχος για την σχέση μου με την Ελένη, που θα την πάω, πως θα είμαι, ξέρεις…αυτό που θέλεις όλα να πηγαίνουν καλά και όλα πηγαίνουν λάθος. Έχουμε πάει με το θίασο της «Φρουτοπίας” μετά τη παράσταση, στο ΜΥΛΟ Θεσσαλονίκης που παίζουν οι Onirama, μόλις έχουν ξεκινήσει εκείνα τα χρόνια-παίζουν ένα βράδυ κάθε εβδομάδα στο Malt ‘n’ Jazz-κι ο Κωνσταντίνος Ρήγος τους έχει ανακαλύψει. Όσο απολαμβάνουμε το ξέφρενο πρόγραμμα, κατά λάθος και εν αγνοία μας, πέφτει λίγη στάχτη στο ποτό μου, και μέσα σε ελάχιστα λεπτά εγώ έγινα χάλια, κι έπεστρεψα κακήν-κακώς , σχεδόν αναίσθητος, στο σπίτι, όπου ήταν η Ελένη και δεν είχαμε ούτε καν μία εβδομάδα συγκατοίκησης…Άστα! …Έμεινε μαζί μου…τελικά! Πάντως, από πολύ νωρίς, απολαμβάναμε ο ένας τη παρέα του άλλου κι «ανοιγόμασταν”. Δεν ξέρω κατά πόσο πίστευα τη θεωρία ότι κάπου υπάρχει ένα απόλυτο ταίρι για τον άλλον- αλλά, με την Ελένη, από νωρίς ένιωσα το άλλο μου μισό. Και τώρα που έχουν έρθει οι δυο μας κόρες στη ζωή μας, η καθημερινότητα της σχέσης και οι τριβές στην από κοινού ζωή μας, πάντα θυμάμαι και το σκέφτομαι συχνά…ναι, ξέρω σε τι με γέμισε στη καρδιά η Ελένη και «κόλλησα” μαζί της. Και κάθομαι και σκέφτομαι…κι αν κάποια της στοχεία στο χαρακτήρα τα θεωρείς δεδομένα, ή τα έχεις συνηθίσει ή ακόμα-ακόμα έχουν περάσει στην άλλη άκρη και σε εκνευρίζουν κιόλας, αυτά όλα ήταν εκείνα που σου πρωτοάρεσαν σε εκείνη. Μήπως εσύ ο ίδιος έχεις αλλάξει σε κάποια; Και το πρώτο σου φίλτρο «θόλωσε”;”

Είναι άδικο να αλλάζεις το τρόπο που βλέπεις αυτόν που αγάπησες, ενώ εκείνος δεν σου έδωσε κάποια "χαραμάδα" αλλοίωσης του χαρακτήρα του".

People they come together/
People they fall apart/
No one can stop us now/ 
‘Cause we are all made of stars

Χ.Σ.:  «Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος που τα έχει καλά με το ρεαλισμό κι εγώ τα ΄χω βρει μια χαρά με το ρομαντισμό μου. Σα να περιμένω πράγματα από την Ελένη, που εγώ θα έκανα για εκείνη, αλλά η Ελένη ποτέ δεν ήταν έτσι, ώστε να το ανταποδίδει. Όταν εκνευρίζομαι ή όταν «πληγώνομαι” που δεν το κάνει, μετά σκέφτομαι…και να το ένιωθε, ποτέ δεν το μοιραζόταν. 2-3 χρόνια μετά, μου εκμυστηρεύθηκε ότι έβαζε τη ζάχαρη στο ψυγείο ή ξεχνούσε να κλειδώσει τη πόρτα του σπιτιού της φεύγοντας, για να με συναντήσει. Αυτά δεν μου τα είχε πει. Η Ελένη πάντα κρατά ένα κομμάτι για τον εαυτό της. Σα να θέλει να έχει κι αυτή μια «φωλιά”, μια «εστία” στην οποία μπορεί να ανατρέχει και να την έχει ζωντανή. Αν είμαι και εγώ ένας παρόμοιος; Είμαι πιο διαχυτικός μαζί της και κάποιες φορές ήθελα να είναι κι εκείνη-αλλά το μετανιώνω που το σκέφτομαι. Γιατί με αυτή μου τη σκέψη, την αδικώ. Είναι άδικο να αλλάζεις το τρόπο που βλέπεις αυτόν που αγάπησες, ενώ εκείνος δεν σου έδωσε κάποια «χαραμάδα” αλλοίωσης του χαρακτήρα του”.

Είναι ενοχλητικό να έχεις κάποιον που πάντα σου λέει "ναι, ρε φίλε, αλλά αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις".

Lordy don’t leave me/
All by myself/
Good time’s the devil/
I’m a force of heaven

Χ.Σ.: «Με ποιο μειονέκτημα κουράζω την γυναίκα μου; Θα πω μια κουβέντα παραπάνω! Δεν θα αφήσω κάτι να πέσει χάμω. Μια εξτρά παρατήρηση θα την κάνω, είμαι λίγο «πυγμαλίων”. Κάνω προσπάθειες πολλές, αλλά κάτι θα μου ξεφύγει. Και δεν το κάνω μόνο στην Ελένη, αλλά σε όλα τα πρόσωπα που αγαπάω. Είναι ενοχλητικό να έχεις κάποιον που πάντα σου λέει «ναι, ρε φίλε, αλλά αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις”. Λες και ξέρω περισσότερα από τον άλλον. Κι ο άλλος δεν έχει ανάγκη από σένα να του το πεις, όπως κι εμένα να μου το πει κάποιος. Προσπαθώ πάντα να καταλαβαίνω την πρόθεση του άλλου, σε ότι μου λέει. Η καλή πρόθεση του άλλου είναι θησαυρός που την ψάχνω, σε ότι μου πει”.

So many time’s I’m down/
Down down/
With the ground

Χ.Σ.: «Πέρασαν επτά χρόνια που γεννήθηκε η κόρη μου, η Χλόη, τέτοια εποχή ακριβώς, και μετακομίσαμε στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης, με την γυναίκα μου την Ελένη στο πατρικό της μέρος, όπου φτιάξαμε ένα σπίτι και τα πεθερικά μου, κατέβηκαν σε ένα-από κάτω-διαμερισματάκι που φτιάξανε και μας βοηθάνε με τα παιδιά. Εκεί, αποκοπήκαμε από την καθημερινή ζωή της πόλης. Είναι 30 χιλιόμετρα από το κέντρο και πρέπει να φροντίζω τις φιλίες μου, τις παρέες μου. Και δεν το κάνω. Αμελώ. Χάνομαι ανάμεσα σε ρόλους και στα παιδιά που θέλω να τους παρέχουμε με την Ελένη, τα πάντα. Μπαλέτα, δραστηριότητες…κάποιος πρέπει να τους πηγαίνει και να τους γυρνά και δεν μπορεί να είναι πάντα «οι άλλοι”. Οπότε, δουλειά, υποχρεώσεις, βουτάω σε μια «αποκοπή”. Οι φίλοι μου είναι μετρημένοι και πρέπει να «δουλέψω” κι άλλο τη σχέση μου μαζί τους”.

Και είναι ωραίο να βγαίνεις εκτός θεάτρου, με ανθρώπους του θεάτρου, καταλήγοντας να μιλάς για πράγματα που δεν έχουν σχέση με το θέατρο

The street bears no release/
When everybody’s fighting/
The street bears no release/
With life so hard and biting

«Πέρασα πολύ ωραία σχετικά πρόσφατα, το τελευταίο βράδυ των φετινών παραστάσεων στα «Ορφανά”. Βγήκαμε μετά τη παράσταση, η Ελένη παρούσα, ο Τάκης Τζαμαργιάς που μας σκηνοθέτησε, η Ζαχαρούλα, ήταν ο Χρήστος Διαμαντούδης, ο Γιώργος Χριστιανάκης στο «Residence” κι ήταν ωραίο κλείσιμο ενός πρώτου κύκλου παραστάσεων, μιας και θα συνεχίσουμε από Οκτώβρη, ενώ μετά τα Χριστούγεννα θα παίξω στις «Πυρκαγιές” που θα σκηνοθετήσει η Ιώ Βουλγαράκη. Αυτή η παράσταση, τα «Ορφανά” μας έκανε σχέσεις πολύ αγαπησιάρικες και μάλιστα σε βαθμό που να μπορούμε να κάνουμε συζητήσεις και παρατηρήσεις με σεβασμό ο ένας απέναντι στον άλλον. Κουβέντες με ανθρώπους που να μη ντρέπεσαι μήπως ο άλλος παρεξηγηθεί. Όλα τα λύναμε πάντα και σε όλα τα επίπεδα. Μείναμε μέχρι πολύ αργά στο μαγαζί…και ήταν και λίγο «ξεσάλωμα” στα χρονικά όρια που έχουμε πια ως γονείς. Και είναι ωραίο να βγαίνεις εκτός θεάτρου, με ανθρώπους του θεάτρου, καταλήγοντας να μιλάς για πράγματα που δεν έχουν σχέση με το θέατρο. Είναι ωραίο να μοιράζεσαι”.

Είναι ωραίο να μοιράζεσαι...

I run the stairs away/
And walk into the night-time/
The sadness flows like water/
And washes down the heartache

«Με το «μούλιασμα” από βροχές τον Ιούνη που συνεχίστηκε και τον Ιούλη, με έκανε να έχω μεγάλη λαχτάρα, φέτος το καλοκαίρι να κάνουμε πρεμιέρα στο θέατρο Δάσους, να παίξουμε στη Κύπρο και να ζήσω αυτό το διήμερο στην Επίδαυρο με τον «Ορέστη” που ερμηνεύω. Ανυπομονώ με τεράστια χαρά να παίξουμε στην Επίδαυρο και σε όλη την Ελλάδα με την περιοδεία που έχουμε αυτό το μήνα. Συγκινήθηκα με την επιστροφή μου στη Κύπρο, που έπαιξα στο Κούριο Θέατρο, ήταν μια ωραία προσωπική επιστροφή. Έχω χαρά μεγάλη και ξέρεις…με τον «Ορέστη” κατέλυσα πολλά προσωπικά μου «φρένα”. Ο «Ορέστης” είναι ένα αλλοπρόσαλλο πλάσμα, που άγεται και φέρεται από το πάθος του. Κάνει απέλπιδες προσπάθειες να μιλήσει λογικά, να στήσει ρητορικό μονόλογο, μα πάντα κάτι κάνει λάθος στο τέλος. Κι ας είχε αρχική πρόθεση για το καλό, το γυρνάει ανάποδα ο ίδιος. Ο «Ορέστης” πάντα κάτι κάνει λάθος-είναι η μοίρα του”…

My heart is full/
My heart is wide/
The saddest songs are played/
On the strings of my heart

«Η Χλόη, η μεγάλη μου κόρη, νομίζω ως χαρακτήρας- το λέμε συχνά πυκνά με την Ελένη- την κάναμε σαν τα μούτρα μας, με την έννοια ότι είναι ένα ώριμο παιδί που τα παίρνει πιο σοβαρά τα πράγματα, από ότι θα ‘πρεπε. Την πονάνε και την πληγώνουν πράγματα, που άλλα παιδάκια ούτε καν τα προσέχουνε. Κι εγώ τέτοιος είμαι σαν χαρακτήρας. Και με συγκινεί πάρα πολύ να το βλέπω στη κόρη μου. Θέλω αυτό, στη ζωή της, να της βγει δημιουργικά κι όχι «προς τα μέσα”. Κι εμένα, η ενασχόληση μου με το θέατρο, σε αυτό το «θέμα” με βοήθησε. Σαν χαρακτήρας εύκολα απογοητεύομαι, αλλά δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να μην αισιοδοξώ. Αλλιώς τίποτα δεν προχωρά…κι αυτό θέλω και η Χλόη να το καταλάβει όταν θα μεγαλώσει κι άλλο. Όταν η Χλόη, βάζει πολύ χρώμα, στη ζωγραφική που της αρέσει πολύ και καταπιάνεται για ώρες, η χαρά μου για την δημιουργικότητα της, με χαροποιεί. Η δεύτερη μικρή μου κόρη, που θα ήθελα να της «κλέψω” σαν στοιχείο από το χαρακτήρα της, είναι η ορμή στο αυθόρμητο. Φεύγει με τα χίλια σε αυτό που θέλει και δεν τη σταματά κανένας. Πρακτικά είναι επικίνδυνο, άπειρες φορές έπεσε και χτύπησε, καθώς ερχόταν για μια αγκαλιά, ή για να μου δείξει τη χαρά της ή να μου δείξει το πρόβλημα της. Γι αυτό και το βράδυ πέφτει ξερή για ύπνο. Ενώ, η μεγάλη μου κόρη, αν περάσεις το βράδυ έξω από το δωμάτιο της, θα δεις το φως δίπλα στο κρεβάτι της αναμμένο, είτε διαβάζει κάτι, είτε σκέφτεται κάτι που συνέβη την ημέρα. Ενώ η μικρή σου λέει «καληνύχτα, μπαμπά”, γυρνά πλευρό και «γεια σας”!

Closing scene: