at a glance
Top

στη συναυλία της Νατάσσας Μποφίλιου

Ναι. Την ξέρεις πια με το μικρό της. Ναι. Με αυτή χαίρεσαι, με αυτή (πιο πολύ) λυπάσαι. Νταλκαδιάζεις, πακέτο ανοίγεις πέφτεις σε παγωτά με το κουτάλι της σούπας και τρως, λίγο πριν τα πατώματα. Η «Μπόφι» σε βάζει πιο εύκολα με τα τραγούδια της, να στείλεις sms και να γράψεις «σ΄αγαπώ». Εν λευκώ ψηφίζεις τη φωνή της και στα μεθύσια της μοναξιάς σου, την βάζεις στη διαπασών.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

για όσους ζουν με το αίσθημα

«Άντε πια, από ΄κει», λες στο καθρέφτη σου και καίγεσαι στο playlist του προσωπικού youtube σου. Από το μπαλκόνι της οδού Φιλίππου, στο τέρμα, απόγευμα Δευτέρας, κορίτσι μελαχρινό τέλειωσε εξεταστική-γαμήθηκε στο διάβασμα- και την συνάντησα στο ασανσέρ, με εισιτήρια διπλά και «τσιγάρα βαριά» να κατεβαίνει τις σκάλες της εισόδου της οικοδομής, να αγκαλιάζει την κολλητή της και να φεύγουν για να πάρουν το λεωφορείο για το θέατρο Γης.

Μια εποχή τελειώνει και ένα καλοκαίρι με «μέρες του φωτός» μπροστά στα υγρά μάτια τους, τις περιμένει. Ο.Κ. Άργησα να πάω κι εγώ…κι όμως σαν έφτασα στο Γης, τις είδα αγκαλιασμένες να γουστάρουν με «Belle Reve» και «Nel Giardino dell’ amore».
Ακόμα τις θυμάμαι, κι ας πέρασε μια εβδομάδα από τη συναυλία. Και τη Νατάσσα θυμάμαι. Στο καθιερωμένο ραντεβού της, με τα ανοιχτά θέατρα το καλοκαίρι. Τον Θέμη Καραμουρατίδη από δίπλα, τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο από κάτω, πίσω αριστερά με την φίλη του αγκαλιά-«Ουρανία» την λένε ή όχι- να ακούνε το πρόγραμμα που έφτιαξε ο ίδιος.

Μαζί με τη Νατάσσα, φέτος, ένα σπουδαίο ταλέντο στο ελληνικό πεντάγραμμο, ο Θοδωρής Μαυρογιώργης. Από τη «Δεμένη» στον «Λύκο», κι από τις «τελευταίες μέρες», στην καινούργια της «επόμενη ζωή».
Κι όσο τη γη γυρίζω με ένα σώμα, δεν έχω κλείσει τις παρτίδες μου ακόμα. Κι όσο στο στήθος η καρδιά σου θα χτυπάει, η δικιά μου θα πονάει και θα ψηλώνει.

Στο φως του προβολέα με ένα μικρόφωνο στο χέρι, το κορίτσι-αηδόνι δεν σταμάτησε στιγμή να μη δείχνει πόσο το απολαμβάνει. Μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα που με τη χορδή της φωνής του θηλυκού, ήταν αδύνατο να με κρατήσει βράχο, να χαζεύω το κορίτσι του ασανσέρ και να μην αφεθώ στα δικά μου. Στο δικό μου «μέτρημα». Κρυμμένοι, κλεμμένοι, κρυφά δανεισμένοι, τυχαίοι, γενναίοι, δειλοί, φοβισμένοι.

Πω πω….αυτό το «αχ» σπαρταρά στα μάτια του κόσμου -το βλέπεις- και συγκινείσαι. Για όσους νικούνται και επιμένουν. Κι «ένα τραγούδι από το Αλγέρι», κι «εγώ μεγάλωνα για σένα» και…»κοίτα εγώ, αν μου επιτρέπεις, δεν είμαι αυτό που βλέπεις.»
Η Νατάσσα με ένα «αόρατο» κατσαβίδι κι ένα εγχειρίδιο καρδιάς έστριψε τη βίδα της πληγής και στην ψυχή σου-κοίτα, να δεις-καταφέρνει καλό να κάνει…

Λίγο πριν το τέλος, στη γη του Κάφκα, τραγούδησε τη «Βαβέλ». Πες με ρομαντικό και χαζοβιόλη, μα τους είδα-όλους τους παρόντες κι όσους το αεράκι έστελνε τη φωνή της, στα μπαλκόνια της πόλης. Και πότισε αίμα στο τραύμα μου, το δικό μου, το δικό σου, που δεν λέει να κλείσει με εκείνο το λεωφορείο στην «Αλεξάνδρας» ξημερώματα.
Έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες σαν τη Νατάσσα. Σε φτάνουν μέχρι το τέλος. Και σε πηγαίνουν και ‘πιο κει.