at a glance
Top

Χρήστος Χατζηπαναγιώτης

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

σπίτι του είναι το ταξίδι

Δωμάτιο το άπειρο. Ζωή σαν σε ξενοδοχείο. Με το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει το οξυγόνο-δροσιά. Και ένα τσιγάρο καπνός στους πόθους. Κι ο χρόνος. Κι ο χρόνος ο αμέτρητος να στέκεται αγέρωχα νεανικός, όσο ο Χρήστος «μεγαλώνει» την εκδρομή του στη ζωή. «Έχω μάθει να συγχωρώ και να κατανοώ τους ανθρώπους. Ειδικά τους δικούς μου ανθρώπους, που ξέρω ότι με αγαπούσαν και εξακολουθούν να με αγαπάνε. Μέσα από το θέατρο, είτε είσαι ηθοποιός, είτε είσαι θεατής, μαθαίνεις να συμπαραστέκεσαι στην ανθρώπινη φύση, όσο σκληρή, άδικη έως και εγκληματική μπορεί να γίνει.». Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στο rejected…

rejected: Θάλασσα. Καράβι. Κατάστρωμα. «Κάμε να σ΄ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ»….

X.X.: Κάθε επιστροφή μου στη Μυτιλήνη, που είναι ο τόπος καταγωγής μου, σημαίνει συγκίνηση. Κάθε φορά που θα πλησιάσει το καράβι στο λιμάνι του νησιού κι αντικρίζω τον τρούλο του Άγιου Θεράποντα που δεσπόζει, με κατακλύζει μια γλυκιά φόρτιση συναισθημάτων. Η Μυτιλήνη είναι όλη μου η παιδική ηλικία κι άλλωστε η πατρίδα μας, πάντα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Πατάω στο νησί μου και έρχονται τα «κύματα» των αναμνήσεων. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να φύγω από το νησί. Όταν άκουσα ότι ο πατέρας μου πήρε μετάθεση, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Όταν ήμουν μικρός με «έπνιγε» το μέρος, όπως συμβαίνει νομίζω σε πολλούς ανθρώπους που μεγαλώνουν στην επαρχία. Η επαρχία πάντα έχει ασφυκτικό κλοιό κι εγώ ήθελα να ανοίξω τα φτερά μου. Να πετάξω. Ήθελα να ανοιχτώ, μεγάλους ορίζοντες. Ήθελα τη μεγάλη πόλη. Ήθελα το απρόσωπο μιας πόλης-με έλκυε και σχεδόν με «τάραζε» γοητευτικά. Ήθελα να χαθώ μέσα στην Αθήνα. Στα στενά και τα σοκάκια της, για να κάνω ό,τι θέλω, δίχως να δίνω λογαριασμό σε κανέναν. Στην επαρχία δίνεις πάντα «ραπόρτο». Όταν κατέκτησα την προσωπική μου ελευθερία στην Αθήνα, αυτό έγινε κλοιός. Τώρα θα ήθελα και θα μπορούσα πολύ άνετα να ζήσω στη Μυτιλήνη, αλλά δεν μπορώ λόγω δουλειάς να επιστρέψω. Η Μυτιλήνη και κάθε επαρχιακή πόλη σου προσφέρει μια διαφορετική ποιότητα ζωής. Μου αρέσει η φύση, το χώμα, μεγάλωσα σε σπίτι με κήπο. Γι’ αυτό και η χαρά μου είναι να πηγαίνω στη Μάνη, όπου έχουμε ένα κτήμα και θέλω να ασχολούμαι με τον κήπο. Μου αρέσει να κάνω βόλτες στη θάλασσα. Ο χρόνος είναι αλλιώς στην επαρχία-οι δείκτες του ρολογιού μετακινούνται με άλλη ποιότητα. Έπαιξα τον «Πατέρα του Άμλετ» στο νησί μου, πριν τις γιορτές. Ο χρόνος γίνεται παιχνίδι στον τόπο μου. Η δεύτερη παράσταση που κάναμε στη Μυτιλήνη είναι ίσως η καλύτερή μου παράσταση. Γιατί, ειδικά στο κομμάτι του «χρόνου» που αναφέρεται το έργο, παλλόταν το «είναι» μου.

rejected: «Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ, κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες»…

X.X.: Κάθε φορά που πάω στη Μυτιλήνη, περπατάω στα σοκάκια της. «Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα» που λέει κι ο Τάσος Λειβαδίτης. Το νησί μου είναι ένα σημείο αναφοράς. Δίνω ασυνείδητα αναφορά στον τόπο μου και επαναπροσδιορίζομαι. Όταν παίζω στην Μυτιλήνη, από κάτω, στην πλατεία του θεάτρου, πέρα από τους παρόντες, είναι σαν να είναι και οι απόντες. Λες και το κοινό μου είναι και όλοι μου οι «φευγάτοι». Η μάνα μου, η γιαγιά μου, οι παππούδες μου, οι θείες μου, φίλοι που έχουν «φύγει». Αυτό με συγκλονίζει.

rejected: «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα, χωρίς να γνωρίζω κανέναν. Κι ούτε κανένας με γνώριζε»…

X.X.: Τίποτα δεν μου συγχωρούσαν, όταν ήμουν μικρός!… Οι άνθρωποι δεν είναι σίγουρο ότι πάντα συγχωρούν. Είναι ωραίο πράγμα η συγχώρεση, μα οι άνθρωποι είναι σκληροί. Και οι γονείς μου ήταν σκληροί. Η μάνα μου ήταν αυταρχικός άνθρωπος, όπως και ο- εν ζωή- πατέρας μου. Οι γονείς μου ήθελαν να γίνουν τα πράγματα όπως τα φαντάζονται. Δεν σου αφήνανε κανένα περιθώριο να σκεφτείς και να κάνεις αυτό που θέλεις. Εγώ δεν τους άφησα, έκανα αυτό που ήθελα. Από μία στιγμή και μετά δεν άφησα τα περιθώρια στους γονείς μου, εγώ. Δεν ήταν μια ελεύθερη παιδική ηλικία, αλλά με πρόγραμμα, πίεση. Και κάπως έτσι ονειρεύτηκα το «παραμύθι» του θεάτρου. Ίσως το ονειρεύτηκα και περισσότερο αυτό το «παραμύθι», με τις -τότε- υπάρχουσες συνθήκες.

...δεν θέλω να έχω στέρεες απόψεις. Θέλω να έχω περιρρέουσες σκέψεις

rejected: «Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα, κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ»…

X.X.: Νόμιζα ότι δεν μοιάζω σε πολλά πράγματα με τον πατέρα μου. Κι όντως, εμφανισιακά έμοιαζα στην μάνα μου. Όλοι μου το έλεγαν. Μα όσο περνάνε τα χρόνια, βλέπω τον καθρέπτη και με τρόμο λέω «ωχ, ο Μένανδρος»! Ιδιαίτερα με την εικόνα που έχω για την παράσταση «Ο πατέρας του Άμλετ», είναι σοκαριστικό πόσο μοιάζουμε πια. Χτενίζω προς τα πίσω τα μαλλιά μου και βλέπω την εικόνα του πατέρα μου. Την πρώτη φορά που ο σκηνογράφος-ενδυματολόγος της παράστασης, Ανδρέας Γεωργιάδης, μου πρότεινε να το κάνω και με είδα στο καθρέπτη, τα έχασα. Ο πατέρας μου είναι υπέργηρος, 92 χρονών, συνταξιούχος δάσκαλος, με πνεύμα σε διαύγεια και τα προβλήματα υγείας που έχει ένας μεγάλος άνθρωπος. Ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη σχέση με τον πατέρα μου. Την απέκτησα τα τελευταία χρόνια. Θέλω πια, να έχω και πιο στενή σχέση μαζί του. Γονιδιακά, έχω πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του που θέλω να «ατροφήσουν». Δεν θέλω να τα «καλλιεργώ»-και το έχω καταφέρει. Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος με στέρεες απόψεις. Εγώ δεν θέλω να έχω στέρεες απόψεις. Θέλω να έχω περιρρέουσες σκέψεις. Να είμαι ανοιχτός σε κάθε καινούργιο ερέθισμα που μου δίνει κάθε νέα μέρα. Δεν θέλω να «πετρώνω» τη σκέψη μου. Ο πατέρας μου ήταν απόλυτος-έτσι τον φαντάζομαι, γιατί δεν τον ξέρω και πολύ καλά-χάσαμε χρόνια να γνωριστούμε. Ξέρεις…τον πατέρα μου άρχισα να τον μαθαίνω από περιστατικά και διηγήσεις των άλλων-που μου τα λένε. Υπάρχουν άνθρωποι που οφείλουν να γίνουν και σκληροί για να «κουμαντάρουν» μια οικογένεια. Αλλά, εγώ δεν πιστεύω, ούτε στην σκληρότητα, ούτε στην βία. Στη ζωή μας, η αλήθεια είναι αυτή που πρέπει να κάνει κουμάντο. Δύσκολο πράγμα. Πολλές φορές, η αλήθεια είναι σκληρή, αλλά και βάλσαμο. Αλαφρώνεις ψάχνοντας την αλήθεια σου.

Πάντα με γοήτευαν οι δρόμοι που άνοιγαν κι εγώ, έως τότε, δεν τους είχα φανταστεί.

rejected: Τραίνο. Βαγόνια, ρόλοι και έργα. Άνθρωποι μέσα σε κουπέ συνεργασιών, στην αμαξοστοιχία του -δύσβατα- κερδισμένου. «Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά»…

X.X.: Η νεότητα σε βάζει σε μια φούρια, σε ένα «σύννεφο». Παίρνεις από εδώ, παίρνεις από εκεί. Ήμουν εμπειριομανής άνθρωπος κι ήθελα να «ρουφάω» το καθετί. Ό,τι μου δινόταν ήθελα να το εξαντλήσω, μη κρίνοντάς το. Αλλά και ταυτόχρονα ήμουν ανοιχτός στο να το ανατρέψω την επόμενη μέρα. Όταν έβλεπα κάτι άλλο που περισσότερο με αντιπροσώπευε, ήμουν έτοιμος να πάω κατά εκεί. Πάντα με γοήτευαν οι δρόμοι που άνοιγαν κι εγώ, έως τότε, δεν τους είχα φανταστεί. Είχα τη μεγάλη τύχη να δουλέψω γρήγορα χρονικά και να συνεργαστώ με σπουδαίους ανθρώπους. Την πρώτη δεκαετία της ζωής μου στο θέατρο συναντήθηκα με τον Κώστα Τσιάνο, τον Σταμάτη Φασουλή, την Ξένια Καλογεροπούλου, τον Ανδρέα Βουτσινά, τον Μίνωα Βολανάκη, την Μάγια Λυμπεροπούλου. Ήμουν πλήρης εμπειριών και πάντα με τα μάτια ορθάνοιχτα και τα αυτιά τεντωμένα να πάρω πράγματα για τις αποσκευές μου.

rejected: Θέση. Ταξίδι. Κι ο Τάσος. Ο Τάσος Μπαντής…

X.X.: Μια σημαντική συνάντηση. Έγινε «off the record». Μου έγινε μια πρόταση αλλά δεν μπόρεσα-«χώρισαν» από το «Κυκλάδων» και πήγαν στο «Εμπρός». Έπρεπε να δουλέψω, γιατί ζω από αυτή τη δουλειά, όπως και το ξέρεις. Έτσι πήγα στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας μετά από πρόταση της Μάγιας Λυμπεροπούλου, να παίξω στο «Αγάπης Αγώνας Άγονος». Με τον Τάσο βρεθήκαμε σε ένα τρίμηνο ιδιωτικό στούντιο. Έμαθα πολλά πράγματα. Έμαθα πώς χτίζεται ένας ρόλος. Του οφείλω του Τάσου, στο πώς έλαβα και ταξινόμησα την γνώση.

Οι άνθρωποι που φεύγουν, και είναι σημαντικοί για εμάς, είναι μέσα μας

rejected: «Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες. Κι η πόλη νεκρή»…. Τι σου λείπει από τον Τάσο Μπαντή;

X.X.: Ο Τάσος δεν μου λείπει, είναι εντός μου. Κάνεις λάθος. Οι άνθρωποι που φεύγουν, και είναι σημαντικοί για εμάς, είναι μέσα μας. Ίσα- ίσα, όταν φεύγουν είναι πιο εντός μας. Ο Τάσος είναι παρών σε κάθε μου μελέτη θεατρικού κειμένου. «Είναι ελάχιστοι οι ηθοποιοί που ξέρουν να χτίζουν έναν ρόλο», μου έλεγε… Τότε τα καταλάβαινα όσα μου έλεγε, μα δεν ήταν εύκολο να τα εφαρμόσω. Σιγά σιγά, έγινε πράξη και σωματοποιήθηκε ό,τι μου δίδαξε. Μαζί του εμπέδωσα ότι «ο Χρήστος έχει μεγάλη αξία στους ρόλους»-αυτό δεν το ήξερα. Δεν το εμπιστευόμουν-δεν μας το μάθαιναν στο θέατρο, τα πρώτα χρόνια. Οι ρόλοι έχουν αξία μόνο όταν μιλάς για τον εαυτό σου, μέσα από αυτούς. Γιώργο… τότε μπορούν να γίνουν φωτεινοί, με σάρκα και οστά τα πρόσωπα που υποδύεσαι και τότε να έχουν και αξία θέασης.

rejected: Θέση. Στάση. Στάση στη ζωή, στάση στον πολιτισμό.

X.X.: …Μεγάλες κουβέντες είναι αυτές. Προσπαθώ να ανακαλύπτω την αλήθεια μου. Όση περισσότερη βρίσκω, τόσο πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η ζωή μου. Φέτος αρνήθηκα πολλές mainstream προτάσεις για να είμαι στην Αθήνα και επέλεξα αυτό το κείμενο του Μάνου Ελευθερίου, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη. Λεπτό δεν το μετάνιωσα, γιατί το «ταξίδι» που κάνω με αυτό το κείμενο είναι σπουδαίο για μένα.

Δεν ταξιδεύω σαν τουρίστας, αλλά σαν ταξιδευτής ψυχών

rejected: Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα… Καρέκλα. Θάλασσα. Απέραντο.

X.X.: Μελετάω τις ζωές των άλλων στα ταξίδια που κάνω. Μελετάω και τον εαυτό μου μέσα σε όλο αυτό-πού μπορώ να σταθώ μέσα σε όλο αυτό. Να πάρω και να μπω σε ένα μικρό κομμάτι της «εικόνας» που συγκινεί τα μάτια μου. Δεν ταξιδεύω σαν τουρίστας, αλλά σαν ταξιδευτής ψυχών. Μου αρέσει να πηγαίνω στα μέρη και να ζω όπως βιώνουν την καθημερινότητά τους οι ντόπιοι. Μόνο έτσι μου αρέσει το ταξίδι. Θέλω να ταξιδεύω με το αυτοκίνητο. Να σταματάω όπου θέλω, να κοιμάμαι όπου θέλω. Να συναντώ ανθρώπους, μέρη, ενέργειες. Μου αρέσει η αρχαιολογία-θέλω να πηγαίνω σε μέρη που έζησαν πριν από μένα άνθρωποι. Θέλω να περπατάω μέσα στην Ιστορία. Αλλά και ταυτόχρονα να ζω το σήμερα ενός τόπου.

rejected: Μοναξιά. «Κι ούτε κανένας με γνώριζε»…

X.X.: Μου αρέσει να πηγαίνω μόνος μου ταξίδια. Αν δεν πάω μόνος μου, δεν το ευχαριστιέμαι. Πηγαίνω διακοπές σημαίνει «διακόπτω». Κλείνω το κουμπί. Κατεβάζω διακόπτες. Όσο φίλοι μου και αν είναι οι άλλοι-το έχω κάνει και μαζί τους να πάω ταξίδια, αλλά δεν είναι το φόρτε μου. Άλλωστε στις διακοπές μου, στο ταξίδι ποτέ δεν κάνω πρόγραμμα. Ποτέ δεν σχεδιάζω, εξαρχής το ταξίδι μου. Πήγα για 25 μέρες στην Κούβα. Έκλεισα για τις δύο πρώτες μέρες ένα ξενοδοχείο και μετά συνέχεια μόνος μου ανακάλυπτα το εκάστοτε μέρος που ήθελα να πάω.

rejected: Τραίνο. Στάση. Στο -κατά λάθος- ταξίδι…

X.X.: Όταν πήγα στην όαση της Σίβα. Σε αυτό το ταξίδι πήγα εντελώς συμπτωματικά. Ξεκίνησα να πάω στην Αλεξάνδρεια. Είχα μία εβδομάδα κενό και πήρα τηλέφωνο τον εκεί φίλο μου, στο Ίδρυμα Πολιτισμού, τον Λάκη Φιλιππάτο, του λέω «είσαι εκεί; έρχομαι». Πήγα και σε δύο μέρες μου λέει ο Λάκης «θα πάω στην όαση της Σίβα». Αναρωτήθηκα τι είναι αυτό και μου είπε οδικώς με λεωφορείο 750χλμ-εκεί δεν έχει αεροπλάνο. «Θες να ΄ρθεις;». Εννοείται, είπα το «ναι» αμέσως. Ο Λάκης, λόγω δουλειάς έμεινε στην όαση της Σίβα, μόνο δύο μέρες. Εγώ δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Αλεξάνδρεια. Έμεινα όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, εκεί. Και έπειτα από 2-3 χρόνια, ξαναπήγα με την Βίκυ.

rejected: Ένα άπειρο για βόλτα. Αποσκευές θα πει βιβλία.

X.X.: Έχεις διαβάσει τους «Χαμένους Δίδυμους» του φίλου μου Χρήστου Αγγελάκου; Την «Ζωή μεθόρεια» του Γρηγοριάδη; Εξαιρετικά κείμενα φίλων και σημαντικών συγγραφέων. Είναι «ύποπτο» να μιλάς για τους φίλους σου, αλλά βρε αδελφέ είναι το γούστο μας και στην ανάγνωση. Οι φίλοι μας είναι το γούστο μας. Και η βαλίτσα έχει πάντα και θεατρικά έργα. Διαβάζω συνέχεια, σε μια δουλειά που κάνουμε και μονίμως πρέπει να ανακαλύπτουμε τις ελεύθερες ώρες μας-τι «τρέχει» στο ρεπερτόριο. Αν και δεν υπάρχουν ελεύθερες ώρες για τον ηθοποιό. Ο ηθοποιός είναι δουλειά 24ωρης απασχόλησης. Το ταξίδι όσο και να τελειώνει πάντα έρχεται κι ένα καινούργιο. Κυριακή, τελευταία ημέρα παράστασης στην Θεσσαλονίκη. Μετά 13 και 14 Γενάρη θα πάμε στη Σύρο, την πατρίδα του Μάνου Ελευθερίου. Μετά στην Πάτρα, τη Ρόδο, το Ηράκλειο, θα πάμε και στην Κύπρο!

Κάθε βράδυ που πάω στο θέατρο, είναι η σωτήρια ώρα μου.

rejected: Ο Χρήστος και ο Μάνος Ελευθερίου. «Δρόμοι παλιοί που αγάπησα»…

X.X.: 25 χρόνια είμαστε φίλοι με το Μάνο Ελευθερίου. Η παρέα του είναι πλούτος. Χαιρόμουν πάντα τη σχέση μου μαζί του, πόσο μάλλον τώρα που τα λόγια του κάνω θέατρο. Με συγκινεί η πορεία του Μάνου. Ένα βράδυ μου είχε πει «μπορείς να με παίρνεις ό,τι ώρα θες τηλέφωνο. Κοιμάμαι μετά τις 03.30». Κι ένα βράδυ που μελετούσα το κείμενό του, γύρω στις 02.30 τον πήρα τηλέφωνο συγκινημένος από κάτι ακόμα που είχα ανακαλύψει στο θεατρικό του έργο. Του λέω «Μάνο, τι έχεις περάσει;»…Κάνει μια παύση και μου απαντάει «άστα, παιδί μου, άστα»…Ο Μάνος Ελευθερίου είναι μέγας ποιητής και σπουδαίος άνθρωπος. Πέρασε μεγάλη ανηφόρα ο Μάνος Ελευθερίου….κάθε του τραγούδι και ποίημα έχει και μια σταγόνα αίμα, όπως κι ο ίδιος έχει πει. Αν δεν δώσεις αίμα και στο θέατρο, αλλιώς δεν γίνεται. Τώρα πια το ξέρω. Όσο περνάνε τα χρόνια μπορεί και περισσότερο να πονάει, μα γίνεται και περισσότερο θεραπευτικό. Κάθε βράδυ που πάω στο θέατρο, είναι η σωτήρια ώρα μου. Βγαίνω από την μαυρίλα της καθημερινότητας. Οι ώρες στο θέατρο είναι το «χαπάκι» μου, οι σταγονίτσες που παίρνω, είναι το zanaxάκι μου… Κάθε βράδυ στη σκηνή πρέπει να μπαίνεις αθώος και γυμνός. Δεν θέλω να υποδύομαι, ούτε να παίζω. Θέλω να «είμαι» στη σκηνή. Να είμαι. Βγάλε τα εισαγωγικά. Να είμαι. Κι όταν είμαι στη σκηνή, αυτό γίνεται ιαματικό.