at a glance
Top

Σπίτι της

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Περνά πάλι τον έλεγχο κι έχει πάλι αυτό το απροσδιόριστο συναίσθημα. Πάει σπίτι της, μα αφήνει το σπίτι της για να το κάνει. Χαίρεται που θα δει τους δικούς της, αλλά στενοχωριέται που αφήνει πίσω τους άλλους δικούς της. Της έχουν λείψει πολύ, αφού έχει καιρό να τους δει, μα και οι άλλοι της λείπουν ήδη- κι ας έχει λίγα λεπτά που τους άφησε- και ξέρει ότι πάλι θα ανυπομονεί να γυρίσει. Χρόνια τώρα, αυτό το βάσανο. Παντού, κάποιος της λείπει. Όπου και να’ ναι, κάτι έχει αφήσει πίσω που το νοσταλγεί.  Χρόνια τώρα, μοιράζεται σε δύο σπίτια, σε δύο τόπους, στο παρελθόν της και στο παρόν της. Το μέλλον; Μάλλον θα’ ναι στριμωγμένο σε μία βαλίτσα με φαγωμένα- πια -ροδάκια, κι εκείνη σε ένα αεροπλάνο να προσπαθεί να δώσει ορισμό για το τι είναι «σπίτι», να προσπαθεί να ορίσει πού νιώθει πιο πολύ «σπίτι» της. Έστω, λίγο, λιγάκι, λιγουλάκι παραπάνω…

Έχει την αίσθηση ότι το ένα της πόδι βρίσκεται εδώ, το άλλο αλλού, μακριά, κι εκείνη σκίζεται στα δυο προσπαθώντας να ισορροπήσει. Δεν έχει καταλήξει ακόμα κι ας έχει φάει με το κουτάλι τις αναμονές και αναβολές στις αίθουσες αναχωρήσεων. Πάλι σήμερα μπερδεύτηκε. Σπίτι είναι εκεί που μεγάλωσε ή εκεί που ζει; Εκεί που είναι η οικογένειά της ή η οικογένεια που θα κάνει; Οι φίλοι της ζωής της ή οι νέοι της φίλοι; Και πάλι νιώθει άτυχη που πρέπει να διχάζεται. Και πάλι λυπάται που η καρδιά της διαιρείται. Νιώθει και ενοχές κάποιες φορές, λες και φταίει αυτή. Γι’ αυτό άλλωστε έκοψε τα ταξίδια και τις διακοπές. Επιλέγει να βλέπει ανθρώπους- τους ανθρώπους της-  στην άδειά της, και όχι νέα μέρη. Πάντα γυρίζει στα παλιά.

Νευριάζει! Πάλι θα φτάσει στον προορισμό της χωρίς ορισμό… Ξεκινά τον καφέ της στη μια πόλη, και τον τελειώνει στην άλλη!  Δύσκολο και άδικο… Μα για στάσου! Τι είπε; Κάπως έτσι είναι και η αγάπη για τους δικούς της! Για όλους τους δικούς της, νέους και παλιούς. Ξεκινά από τη μια άκρη του κόσμου και φτάνει στην άλλη…Όπως έλεγε μικρή, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, ως τον ουρανό… Γελάει μόνη της!

Κάπου εκεί στη μέση της διαδρομής, στο ατέλειωτο του ουρανού, ανάμεσα στα σύννεφα και στις σκέψεις της, βρίσκει την απάντηση που έψαχνε. Ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να δώσει ορισμό, ούτε να διαλέξει. Δε χρειάζεται να ονομάσει ή  να οριοθετήσει το συναίσθημα. Δεν χρειάζεται να καλουπώσει την καρδιά της. Δεν της το ζήτησε κανείς άλλωστε… Το σπίτι της είναι μέσα της, είναι παντού. Είναι σαν το ουράνιο τόξο, δεν υπάρχει ένα μοναδικό, αλλά ξεκινά μέσα από τα δικά της μάτια. Είναι εκεί που την αγαπάνε, κι εκεί που αγαπάει. Και ναι, μπορεί να είναι σε πολλά μέρη ταυτόχρονα! Κάτι συνέβη εκεί ψηλά κι αρχίζει να νιώθει τυχερή. Τώρα έχει την αίσθηση ότι οι δυο πόλεις της καρδιάς της ήρθαν πιο κοντά, και χωρούν μέσα στα δυο της χέρια. Συνειδητοποιεί ότι η αγάπη δεν διαιρείται, αντίθετα, πολλαπλασιάζεται. Και ότι  το σπίτι δεν παίρνει  υπερθετικό βαθμό.