at a glance
Top

Οι σημειώσεις της Δώρας Χρυσικού

κείμενο | δώρα χρυσικού */* φωτογραφίες | filio magenta + τάκης διαμαντόπουλος + χριστίνα φυλακτοπούλου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά

«Τι είναι αναρχικός μαμά; Θάνατος στους φασίστες. Ήρθα για να σκοτώσω τον Μπενίτο Μουσολίνι».

Ξαφνικά ανοίγω τα μάτια μου και συνειδητοποιώ που βρίσκομαι. ΒIOS 2019, «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας». Είναι σχεδόν αστείο και ανατριχιαστικό, το θέατρο με στέλνει σε γνώριμα μονοπάτια ζωής ή το αντίστροφο; Είναι ο αγώνας που κάνουμε, λέει η «Σαλώμη», ο ρόλος που υποδύομαι. Είναι ο αγώνας για ένα καινούριο, δικαιότερο κόσμο που με κάνει να ξυπνώ το πρωί. Και συνήθως, η Τέχνη δεν μπλέκεται σ’ αυτό. Γιατί στην Ελλάδα του 2019, έχει πάρει τις αποστάσεις της από το κοινωνικό αφήγημα του πόνου. Είναι και οι χρωματιστοί φίλοι μου, που ποτέ δεν ησυχάζουν και ξορκίζουν τα σκοτάδια εντός μου και αυτά του κόσμου τούτου.

Αν αγαπώ το θέατρο, είναι γιατί βάζει τον άνθρωπο στο κέντρο, σε όλες τις εκδοχές του. Είναι η ευτυχία που κρατάει όσο κρατάει η επαφή κι αφού περάσει ζει μέσα στη μνήμη των ανθρώπων. Έχει αυτή την απίστευτη θνησιγένεια η δουλειά μας, που ‘ναι σχεδόν αβάσταχτη, γι’ αυτό και τόσο γοητευτική. Κι αν αγαπώ τη ζωή, είναι γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να αναμετρηθείς με όλες τις εκδοχές του εαυτού, και κυρίως με αυτή την ισχνή μα τόσο πολύτιμη πιθανότητα να πραγματώσεις το φαντασιακό σε κάτι χειροπιαστό.

Μπαινοβγαίνω στη ζωή μου στις διάφορες χρονικές περιόδους, σχεδόν με ντροπή και συστολή. Σαν να ανοίγω ένα ξένο δωμάτιο. Ποτέ δε νοσταλγώ, είναι μια κατάσταση που αποφεύγω. Παρ’ όλα αυτά, μένω συχνά προσηλωμένη στο παρελθόν ξαναπαίζοντας τη σκηνή λες και θα μπορέσω να ανασυστήσω τις στιγμές και ίσως τη συνέχειά τους. 

Κι έτσι είμαι 4 στην αίθουσα χορού, βρίσκοντας ένα καινούριο ολοκάθαρο όνειρο που θα με κινεί για χρόνια. Κι είμαι με τη μητέρα μου στο σαλόνι του πρώτου μας σπιτιού να μου διαβάζει τα γράμματα από τη φυλακή του ΕΑΤ-ΕΣΑ σε χαρτί ΙΟΝ αμυγδάλου. Κι είμαι 8 χρόνων σε μια πλατφόρμα τρένου να κλαίω αποχωριζόμενη τον μπαμπά μου, τον ήρωα των παιδικών και κατοπινών μου χρόνων. Τον μόνο που απέκτησα σε όλη μου τη ζωή. Τον άνθρωπο που λάτρεψα όσο κανέναν. Κι είμαι 10 χρονών, σε ένα παράξενο σπίτι στο Παρίσι στην Place Pigalle, ξένη ανάμεσα σε ξένους, ένα μοτίβο που κράτησε όλη την παιδική μου ηλικία. Κι είμαι σε αεροπλάνα, σε τρένα, σε λεωφορεία, σε ξένες πόλεις στηριζόμενη στην «καλοσύνη των ξένων», πάντα αποχαιρετώντας ανθρώπους που αγαπώ. Εγώ η άπατρις, η περιοδεύουσα σε πολιτισμούς και μέρη άγνωστα. Κι είμαι 12 χρονών, στη Γερμανία να κάνω πιρουέτες παλεύοντας να μην καταρρεύσω από την αφαγία και τη μοναξιά. Κι είμαι στα 14, στην παγωμένη Φλώρινα προσπαθώντας να κατανοήσω τις παγωμένες συνειδήσεις των ανθρώπων, ένα ταξίδι που ξεκίνησε τότε και δεν σταμάτησε ποτέ. Ήταν τότε που κατάλαβα, για πρώτη φορά πως η μόνη απόσταση που δε γεφυρώνεται είναι αυτή των εμμονών και των σκληροπυρηνικών πεποιθήσεων, η αίσθηση ότι κάποιος κατέχει τη μία και μοναδική αλήθεια. Κι είμαι 16 χρονών, μια «Μαρία Νεφέλη», μια «Νύφη» του Λόρκα, ξεκομμένη από το περιβάλλον σχεδόν αόρατη, να διαβάζω τους ποιητές μας, να μαθαίνω για ένα μακρινό κορίτσι που όρθωσε ανάστημα στο κατεστημένο και έθαψε τους νεκρούς της, την έλεγαν «Αντιγόνη». Κι όλο να κρύβω κάτω απ’ τον «Οιδίποδα Τύραννο» την «Εντολή» της Σωτηρίου με κομμένη την ανάσα. Ο Μπελογιάννης, ο Πλουμπίδης, η Παππά, η Αριστερά, το Χρέος, το Καθήκον, η Ιδεολογία, ο Έρωτας. Ονόματα και έννοιες διάσπαρτες στο μυαλό μιας εφήβου που αρνείται να γίνει γυναίκα. Κι όμως τους εκτέλεσαν!

Και να ‘μαι 18 χρονών στο Λονδίνο, πάλι μονάχη, να συλλαβίζω λέξεις ξένων, σε μια ξένη γλώσσα τρυπώνοντας σε ξένες ζωές. Να ενδύομαι ρόλους το πρωί και το βράδυ να ονειρεύομαι τα γεμιστά της μητέρας μου και τον ανοιξιάτικο ήλιο στην Πλάκα. Τρεις φορές έφτιαξα τη βαλίτσα μου να φύγω, τρεις φορές την άδειασα μπας και σπάσει η κατάρα της φυγής. 

Πρόσωπα μπαινοβγαίνουν σαν φλασιές φωτός αλλάζοντας τις ισορροπίες μέσα μου, αφήνοντας το χνάρι τους που θα γίνει ορατό πολύ αργότερα. Ο Αγγελόπουλος, ο Μαστρογιάννι, ο Χατζιδάκις, η Έλλη Παππά, ο Καϊτέλ, η Δημουλά, άνθρωποι μυθικοί και τεράστιοι. Τόση τύχη, τόση γνώση, ομορφιά και σοφία στη ζωή ενός παιδιού που το μόνο που ήθελε ποτέ να κάνει είναι να ισορροπεί πάνω στις πουέντ του. Και δίπλα τους οι δικοί μου άνθρωποι, το βέλος, η ασπίδα και το τόξο μου. Κι είμαι 28 χρονών και πληγώνομαι κι εγώ από τα βέλη του έρωτα. Κι είμαι 30 χρονών και ό,τι ξέρω για τον κόσμο καταλύεται και η φωνή μου ενώνεται με τα εξαγριωμένα πιτσιρίκια τον Δεκέμβριο του 2008. Από την ταράτσα του Θεάτρου «Αθηνών» και για τις μέρες που ακολούθησαν παρακολουθώ σταδιακά την πραγματικότητα να αλλάζει και «τα παιδιά με τα γρατζουνισμένα γόνατα που τους έλεγαν αλήτες» να διεκδικούν θέση και ύπαρξη. Μέσα από κεραυνό και φωτιά. Πως αλλιώς; Και από τότε ο φόβος φώλιασε στις ζωές μας. Σαν κάτι να διαταράχτηκε εκ βαθέων. Από τα θεμέλια. Κι από ‘κει και μετά ο κόσμος γυρνάει τούμπα. Μνημόνια, λιτότητα, εθνικός διασυρμός. Τα παιδιά μας πέφτουν νεκρά από σφαίρα αστυνομικών, κάποια άλλα παιδιά πνίγονται στο Αιγαίο σε ένα ταξίδι – φευγιό από πολέμους και καταστροφή, νόμοι τρόμου στιγματίζουν νέους ανθρώπους ανακόπτοντας την πορεία τους, ρημάζοντας τη ζωή τους, τιμητές του Χίτλερ βγαίνουν απ’ το λαγούμι τους, ορίζουν τις ζωές μας, εισβάλλουν στις γειτονιές μας, στα σχολειά των παιδιών μας, ντύνονται μανδύα νομιμότητας.

 

Κάποιοι που μοιάζουν με ανθρώπους ονειρεύονται κρεματόρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκκαθαρίσεις. Μολύνουν τις ζωές μας με λόγο μίσους, ξερνώντας οχετό ρατσισμού και μισαλλοδοξίας. Ένας νέος άνθρωπος πέφτει νεκρός από μαχαίρι φασίστα. Και η ελληνική κοινωνία που μέχρι τότε αντιδρά στα γεγονότα με αντανακλαστικά μαστουρωμένου, βλέπει για πρώτη φορά το τέρας κατάματα. Αυτή είναι η σύγχρονη ελληνική ιστορία, μάγκα μου, καθόλου ένδοξη, καθόλου ηρωική.

Από τότε ο χρόνος έχει διασταλεί σαν μέσα σε ένα υδάτινο σύμπαν. Το παράλογο διαφεντεύει τις ζωές μας. Αντικρίζω το δυστοπικό μέλλον. Το βλέπω να έρχεται φουριόζικο, σαρωτικό, παρασέρνοντας στο διάβα του συνειδήσεις, ηθική, αξίες και ιδεολογία. Βλέπω τη «μαμά» πατρίδα, της κρίσης, της ανεργίας, της ανέχειας, της απώλειας προσανατολισμού και οράματος. Άνθρωποι γίνονται σκιές του εαυτού τους, μια χώρα κουρελιασμένη προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Ανθρωποφαγία και διχασμός. Ανθρώπινες σχέσεις δοκιμάζονται με την ήττα να καραδοκεί. Όση σιωπή τόση κι εκκωφαντική φασαρία, και δεν μπορείς να πεις με σαφήνεια ποια συνθήκη θα μας σώσει απ’ τους «βαρβάρους». 

Προσπαθώ με κόπο να πάρω ανάσες οξυγόνου, να βρω κρατήματα, να κατορθώσω μέσα σε αυτό το ζόφο να βρω μια χαραμάδα χαράς, δημιουργίας, αυτοπροστασίας. Να μην ξεχάσω να αγαπώ. Ήταν τότε που αντίκρισα το βλέμμα μου στο βλέμμα άλλων με μια κοινή δίψα κι ένα κοινό αίτημα. Και τότε για πρώτη φορά κατάλαβα απόλυτα που θέλω να πατώ, σε ποια πλευρά θέλω να ανήκω. Σ’ αυτών που αγωνίζονται, γινόμενοι μέρος της αλλαγής που οραματίζονται για τον κόσμο. Εκεί που οι ανάσες των ανθρώπων βγαίνουν απρόσκοπτα. Και τα χέρια δεν κρατάνε μαχαίρια, μα ενώνονται για ένα κοινό σκοπό. Για να προσφέρουν.

Είθε να ‘ναι μεγαλειώδης και λεβέντικη η διαδρομή μας, σαν την γυροβολιά του Μητροπάνου στη «Ρόζα». Είθε να ‘ναι περήφανη και αγέρωχη η περπατησιά μας στη ζωή σαν την Μάγδα Φύσσα. 

Και κάπου εκεί το 2015 ο ήρωας μου φεύγει για το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή. Ορφανή πλέον, χωρίς κανέναν σύμμαχο πια. Σήμερα, εάν με ρωτούσες, θα έδινα τα πάντα, σχέσεις, δουλειά, επιτυχία, λεφτά, για ένα χάδι του στα μαλλιά μου. Γιατί σήμερα ξέρω πως ο θάνατος είναι μια κατάσταση που ποτέ δεν συνηθίζεται. Τότε όμως απλώς ενηλικιώθηκα ανεπιστρεπτί. 

Στα 41 μου, έχω κάνει ταμείο κλείνοντας τις εκκρεμότητες, τις εσωτερικές κυρίως. Λίγες αμυχές, κάποιες ουλές αλλά πως αλλιώς; Κρατώ ο,τι αντέχει στη φθορά και ευγνωμονώ τους ανθρώπους που έμειναν στη ζωή μου. Μπορώ επιτέλους να πω πως « ο,τι πέρασε πέρασε σωστά» 

Είναι βλέπεις ο αγώνας που κάνουμε.

Πως αλλιώς; 

  • Η Δώρα Χρυσικού πρωταγωνιστεί στη παράσταση  «Grace and Glorie» με την Αλεξάνδρα Παντελάκη, στις 4 και 5 Φεβρουαρίου στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ Θεσσαλονίκης, ενώ από 21 Φεβρουαρίου συμμετέχει στο Bios στην Αθήνα, σε «Μια ιστορία έρωτα και αναρχίας».