at a glance
Top

Λευτέρη Βογιατζή το ανάγνωσμα

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | αρχείο λευτέρη βογιατζή */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

το σημείο αναφοράς μου

Ήμουν μέσα στο άγχος. Μία ώρα και δέκα λεπτά έξω από το θέατρο της οδού Κυκλάδων. Έπαιζε το «Bella Venezia». Επιτέλους είχε γίνει η πρεμιέρα, είχαν περάσει οι μέρες και εγώ απεγνωσμένα έψαχνα μια θέση εντός θεάτρου. Τελειωμένος Απρίλης ήτανε θαρρώ που πήρα την απόφαση. Θα στήσω καραούλι έξω από το θέατρο. «Εγώ αυτή τη παράσταση δεν θα τη χάσω», είπα στον εαυτό μου, με το πείσμα που τα νιάτα δέκα οχτώ χρονών το αποφασίζουν. Κατέβαινα από Θεσσαλονίκη να δω στην Αθήνα παραστάσεις και μου ΄χε γίνει εμμονή κι εγωισμός η συγκεκριμένη παράσταση. «Απόψε, θα τη δω».

Η δόλια η ταμίας από τη πρώτη στιγμή μου είχε πει «μάλλον θα το καταφέρουμε. Μην ανησυχείτε τόσο». Αλλά πληθαίναν οι άνθρωποι σαν εμένα. Όλοι διπλοί ή τριπλοί στη παρέα. Εγώ πάντα μόνος. Μια θέση-και τι ζητάω;!…Άξαφνα έρχεται ο Σταμάτης Φασουλής με τον ηθοποιό Γιώργο Δεπάστα, με εισιτήρια στο χέρι.

 

«Αυτοί κρατούσαν εισιτήρια-προνόησαν βδομάδες πριν-εγώ γιατί δεν το είχα κάνει επίσης νωρίτερα;», μετάνιωνα όσο ζήλευα να τους βλέπω να μπαίνουν μέσα.

 

Πάω-έρχομαι, ανεβαίνω-κατεβαίνω το πεζοδρόμιο της οδού Κυκλάδων. Κοντεύω να το σκάψω το πλακάκι κάτω. Χαζεύω τα παράθυρα του θεάτρου. Τα θρυλικά παράθυρα του.

 

Με έχουν ζώσει τα νεύρα. «Εγώ απόψε θα μπω εδώ μέσα, ο κόσμος να χαλάσει», σκέφτομαι. Και πάνω που είμαι αυτοεκνευριζόμενος, ακούω σαν τώρα τη ταμία να μου φωνάζει «κύριε, ελάτε σας παρακαλώ…σας άργησα, γιατί κατάλαβα τη λαχτάρα σας και ήθελα κάτι-όσο καλύτερο για εσάς». Το χαρτάκι μου το έδωσε από τη κλειστή της παλάμη  στο δικό μου ανοιχτό χέρι. Κάνω να δω και δεν είναι εισιτήριο-μόνο αναγραφή θέσης. Γυρνάω τη κοιτάω, πάω να της μιλήσω και με προλαβαίνει, «μου κάνατε παρέα μια ώρα και βάλε, πέρα δώθε πηγαίνοντας, περιμένοντας. Χαίρομαι νέα παιδιά να έχουν τόση λαχτάρα για θέατρο. Να περάσετε καλά».

 

Κι ύστερα ήρθε η μυσταγωγία. Δυόμιση ώρες παραδομένος στη θεατρική μέθεξη. Μια παράσταση ακριβείας, με τη Πέγκυ Σταθακοπούλου, την Εύη Σαουλίδου, τη Λουκία Μιχαλοπούλου, τη Ξένια Καλογεροπούλου-δεν ξεχνιέται ο «σιωπηρός» της πρόλογος. Το έργο του Γιώργου Διαλεγμένου σε έπαιρνε από το χέρι και σε πήγαινε σε μια ολάνθιστη θεατρική άνοιξη.

 

Παρατηρούσα το μαθηματικής ακριβείας δώσιμο του Λευτέρη Βογιατζή στο ρόλο, και έλεγα μέσα μου, «Χριστέ μου, τι μορφή»…

 

Μια κίνηση, ένα βλέμμα, ένας ψίθυρος, ένα άγγιγμα…όλα ήταν μαγικά στο «Bella Venezia». Κι εκείνα τα έξι παιδιά με ειδικές ανάγκες, σε ένα θέατρο που είναι για όλους. Ισότητα ανάμεσα σε όλους εμάς με ανάπηρα σκοτεινά μυαλά κι εκείνα τα απλά φωτεινά πλάσματα. Μάθημα ελληνικού θεάτρου αυτή η παράσταση. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου. Μόνο στριφογύριζα. Ξημέρωσε και έχοντας τρανταχτεί από ότι έζησα το βράδυ για τρεις ώρες, κουλουριασμένος με μια κουβέρτα, άκουσα ένα σπουργίτι έξω στο μπαλκόνι. Ή μήπως έκανα λάθος;

Ο Λευτέρης Βογιατζής, ένας καλλιτέχνης που ισορροπούσε ανάμεσα στο τίποτα και το παν.

 

Που ανέβασε το «Καθαροί πια» της Σάρα Κέην, ένα έργο βίας, με το πιο ποιητικό τρόπο. Αχ, ο «Τίνκερ» του, ήταν ένας παράδεισος υποκριτικής-πώς να σας τον περιγράψω-κι ας ήταν ο ήρωας του ένα τέρας εξουσίας, ανάμεσα σε Αμαλία Μουτούση, Νίκο Κουρή, Χρήστο Λούλη, Θάνο Σαμαρά, Γιάννο Περλέγκα και Αλεξία Καλτσίκη. Όλοι οι αγαπημένοι μου «ήρωες» του θεάτρου σε μια παράσταση. Κίνηση Δημήτρης Παπαϊωάννου, Μουσική Κωνσταντίνος Βήτα, Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος, Μετάφραση Τζένη Μαστοράκη.

 

Κι έπειτα θύμησες….Επίδαυρος, η «Αντιγόνη» του Βογιατζή, με την Αμαλία και το Κουρή. Με τα στάχυα-φυσικό σκηνικό- σαν τώρα το θυμάμαι και ανατριχιάζω.

 

Η χορωδία του Σπύρου Σακκά, η μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου, τα κοστούμια της Χλόης Ομπολένσκι κι ο Δημήτρης Ήμελλος ως φύλακας, δίπλα στην Ισμήνη της Εύης Σαουλίδου…τυχερός που χειροκρότησα ετούτη τη παράσταση. Με έναν νατουραλιστή «Κρεόντα»,  φωτιά και λάβρα.

«Έρωτα, ανίκητε στη μάχη.

Έρωτα, που χτυπάς τα ζωντανά, αρματωμένο πνεύμα,

που μέσα στα απαλά μάγουλα του κοριτσιού αγρυπνάς,

και πάνω από τα θαλασσινά νερά πλανιέσαι.

Δεν σου ξεφεύγει εσένα ούτε αθάνατος Θεός, ούτε άνθρωπος που ζει μέρα τη μέρα.

Και όποιον κυριεύεις, δαιμονίζεται.

Έρωτα ανίκητε, έρωτα ανίκητε…

Εσύ και των δίκαιων τις ψυχές ξεστρατίζεις στο άδικο για τη καταστροφή»…

Κι είναι και μια παράσταση που μίσησα. Τη μίσησα πολύ. Σεπτέμβρης μήνας. Θέατρο Δάσους Θεσσαλονίκης. Κρυφό μυστικό πως όλα είναι δύσκολα για το Λευτέρη. «Αμφιτρύων» του Μολιέρου. Αμαλία Μουτούση, Κουρής, Γάλλος, Σαουλίδου, Ήμελλος, Λούλης, Γουλιώτη, Ασπιώτης, Γιαννακόπουλος, Χάρης Φραγκούλης, Ανδρέας Κωνσταντίνου. Εκείνος σκηνοθετεί και είναι παρών. Καπέλο και ριχτά ρούχα, σε ένα κατάμεστο θέατρο, που δεν ξέρει τίποτα για τις δυσκολίες που περνά, μα γνωρίζει να αγαπά το Λευτέρη του. Αγέρας τρελός θέλει να πάρει το σκηνικό, μα ο Βογιατζής δεν φεύγει. Άνεμος παλαβιάρης σαλεύει τα μάτια που βουρκώνουν από τη σκόνη της ζωής. Μιας ζωής γεμάτη Τέχνη. Μιας ζωής δίχως ωράρια εργασίας.

 

Η υπόκλιση βαθιά και το χειροκρότημα ασταμάτητο από το κόσμο που όρθιος χειροκροτούσε. Τη μίσησα αυτή τη παράσταση γιατί φοβόμουνα πως είναι η τελευταία που θα έβλεπα. Όπερ εγένετο. Δεν θα ξαναστεκόμουν από τις οχτώ παρά το βράδυ, έξω από το θέατρο του, για μια θέση- το ήξερα. Εκείνος απρόσκοπτα χαμογελαστός, μετά το τέλος του έργου, στο θέατρο Δάσους. Τον προσέγγισα, ενώ ήταν ανάμεσα σε φίλους του. Τον ευχαρίστησα. Με δέος και από μακριά. Για εκείνες τις «απάλευτες» ώρες έξω από την οδό Κυκλάδων για ένα εισιτήριο στο παράδεισο, στο «Bella Venezia» και σε τόσα άλλα έργα. Τον ευχαρίστησα για εκείνο το σκηνικό που μου εκμυστηρεύθηκε η Λουκία Μιχαλοπούλου…

«Γιώργο, θυμάμαι ότι κάναμε συνέχεια πρόβες. Είχαμε τελειώσει τη πρόβα και είχαμε πάει να δούμε μια παράσταση. Είμασταν στην Ομόνοια με το μηχανάκι του, και έμεινε από βενζίνη. Σπρώχναμε, κι εγώ φοβόμουν γιατί ήταν λίγο επικίνδυνα στην Ομόνοια που είμασταν και του λέω “εσείς, δεν φοβάστε;” και μου απαντά “Φοβάσαι;! Τέλεια…Πες το κομμάτι, που λες στη παράσταση”. Θυμάμαι λοιπόν, να σπρώχνουμε το μηχανάκι, κάνοντας πρόβα το κείμενο-ήταν φανταστικό»…

Δεν μπορούσα το καλοκαίρι να μη ρωτήσω την Αμαλία Μουτούση…

«Πέρα από τη φυσική έλλειψη του αγαπημένου μου ανθρώπου, που ήταν μέρος της ζωής μου, όταν μιλάμε για σημείο αναφοράς, δεν έχει σημασία αν είναι εδώ ή σε άλλο κόσμο. Αποτελεί σημείο αναφοράς. Τελεία και παύλα. Δεν κουνιέται το σημείο αναφοράς. Σε όποιο σύμπαν κι αν βρίσκεται. Αλλάζει η δημιουργική σχέση μου, μαζί του. Παίρνω κι άλλα πράγματα από αυτή τη “σχέση”. Ακόμα μου αποδίδει καρπούς»….

 

Τελευταία παρηγοριά ο Νίκος. Ο Νίκος Κουρής. Τόλμησα να τον ρωτήσω, «τώρα πια πώς μπορείς να κάνεις θέατρο, που λείπει αυτός;»…και μου απάντησε...

 «Δεν τελειώνει τίποτα. Είναι τραυματικό και δύσκολο να χάνεις κάποιους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά, δεν χάνεται και τίποτα. Τους ανθρώπους τους κουβαλάμε. Μέσα μας. Είναι πολύ δύσκολο, αλλά τίποτα δεν χάνεται. Αυτό που δεν χάνεται ή που είναι να μη χαθεί, δεν θα χαθεί. Αν κάτι είναι σημαντικό, σε ορίζει, σε παρακολουθεί και σε κάνει να σκέπτεσαι μέσα από τους ανθρώπους που συνάντησες, που πήρες από αυτούς. Ένας από αυτούς είναι ο Λευτέρης Βογιατζής. Σημείο Αναφοράς. Είναι ένα πλάσμα μέσα μου. Με παρακολουθεί. Και ορίζει τα πράγματα που κάνω και πώς τα κάνω. Αυτό το πιστεύω ακράδαντα! Όταν τον θυμάμαι, ή έρχεται στη σκέψη μου, στη φαντασία μου, στην ανάμνηση μου, ή στο πρωί που ξυπνάω, στο όνειρο της νύχτας που κοιμάμαι, ναι…ο Λευτέρης κυκλοφορεί εντός μου και μου δίνει πολύ μεγάλη δύναμη».

2 Μάϊου 2013.

Μια Μεγάλη Πέμπτη που μίσεψες και  δεν μπορούσα να σε ξεχάσω…

*φωτογραφίες από το αρχείο του Λευτέρη Βογιατζή
** απόσπασμα από αρχείο- συνεντεύξεις της Αμαλίας Μουτούση, του Νίκου Κουρή και της Λουκίας Μιχαλοπούλου στο Γιώργο Παπανικολάου