at a glance
Top

Λόγοι Θεάτρου [14-21 Νοεμβρίου 2019]

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

...και ποιος σου είπε ότι δεν είναι όλα θέατρο;

Το «Φινιστρίνι» του Βασίλη Ρίσβα, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη, ξανάρχεται στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ, στις 18 και 19 Νοέμβρη. Τα εισιτήρια ήδη εξαντλήθηκαν και έτσι ο Αντίνοος Αλμπάνης που ερμηνεύει το μονόλογο, θα ξαναβρεθεί με την παράσταση και 25-26 Νοέμβρη, στο θέατρο του Παύλου Παλάκα. Στον ίδιο χώρο, από 28 Νοεμβρίου και για λίγες παραστάσεις, ο Τάκης Χρυσικάκος θα παρουσιάσει το έργο του Διονύση Χαριτόπουλου «Σχέσεις πόθου-πάθους-πόνου». Πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη και έπειτα πανελλαδική περιοδεία.

...και ποιος σου είπε ότι στο θέατρο δεν υπάρχουν «μαγειρέματα»;

«Το Θέατρο και η Μαγειρική είναι τέχνες της γενναιοδωρίας, απευθύνονται άμεσα στους άλλους και υμνούν και οι δύο το εφήμερο των πραγμάτων. Η προετοιμασία τους έχει μακρά και επίπονη διάρκεια και η απόλαυση που προσφέρουν διαρκεί πολύ λίγο. Η ερωτική σχέση κρατά όσο οι διακοπές, όσο ένα όνειρο, όσο ένα ηλιοβασίλεμα, όσο ένα θεσπέσιο έδεσμα. Οι στιγμές, η κάθε στιγμή ενός έρωτα, η κάθε μπουκιά ενός εδέσματος, είναι μοναδικές και ανεπανάληπτες. Απαιτούν την πλήρη συμμετοχή μας, την πλήρη αιχμαλωσία μας στην απόλαυση» , αναφέρει ο συγγραφέας… Μια γυναίκα, δύο άντρες και ο Κωνσταντίνος Τζούμας «υποκινητής» και βασικό αβαντάζ της παράστασης που αυτό το Σάββατο, ολοκληρώνεται στη Θεσσαλονίκη. Σε σκηνοθεσία Κερασίας Σαμαρά, με τον Ζαχαρία Ρόχα και τον Άρη Παπαδημητρίου στους δύο αντρικούς ρόλους, και από την καρέκλα του σκηνοθέτη, πάνω στο σανίδι, η Κερασία Σαμαρά που καταπιάστηκε με το έργο του Ανδρέα Στάικου. Έργο που αγαπήθηκε από το σινεμά, πρωτίστως, εδώ έχει μόνο ένα βασικότατο θεατρικό λόγο να το δεις. Τον Κωνσταντίνο Τζούμα.

…και ποιος σου είπε ότι το θέατρο δεν αναβλύζει από μια μυστήρια ζωή;

«Τρεις Αδελφές» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις. Μια παράσταση-κόσμημα για το Κ.Θ.Β.Ε., με τον σκηνοθέτη σε μια άψογη θεατρική του στιγμή. Ένα έργο που σου ζητά την «παύση» από τους φρενήρεις σου ρυθμούς και στην κερδίζει όσο καμία άλλη. Υπέροχη μουσική από τον Μαρτίνας Μπιαλομπζέσκις, ορισμός λιτότητας από σκηνικά και ταυτόχρονα ενεργητικής φαντασίας από το θεατή, σε μια παράσταση 2,5 ωρών όπου συνειδητοποιείς τη θνησιμότητα και το μάταιο ετούτης της ζωής. Τρεις -ηλικιακά- νέες ηθοποιοί, όπως απαιτεί και το πρωτότυπο κείμενο, στους ρόλους των «Τριών Αδελφών» φέρνουν εις πέρας το «βαρύ φορτίο» που -εκ των πραγμάτων- έχουν. Η Κλειώ-Δανάη Οθωναίου βρίσκεται στον -ερμηνευτικά- καλύτερο και πιο ταιριαστό της ρόλο, από όσους υποδύθηκε τα τελευταία χρόνια. Ο Μανώλης Μαυροματάκης «φιγούρα βγαλμένη» μέσα από τις ρώσικες σελίδες. Ο Αλέξανδρος Κουκιάς -ηθοποιός που δεν γνώριζα- εξαίρετος. Πολύ καλός πάντα και ο Κωνσταντίνος Χατζησάββας. Ο Μάρκος Γέττος και ο Χρήστος Μαστρογιαννίδης, ηθοποιοί που ειλικρινά εκτιμώ, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, έχουν και πάλι τη γνώση και τη σκηνική ευφυΐα να είναι άρτιοι απέναντι στους ρόλους, την ομαδικότητα, την ατμόσφαιρα που οφείλουν να δημιουργούν, κάθε βράδυ στο σανίδι. Θα έχουν σημαντική πορεία στο χώρο του θεάτρου. Επιτρέψτε μου, όμως, να σταθώ λίγο παραπάνω, στο Γρηγόρη Παπαδόπουλο. Ο Γρηγόρης σε αυτή την παράσταση συναντά σε κομβικά σπουδαία «γωνία», τη γραφή του Τσέχωφ και τη λεπτοδουλειά ερμηνείας που ζητήθηκε από τον Γκραουζίνις. Για τον Γρηγόρη Παπαδόπουλο είναι -αδιαμφισβήτητα- ένας ρόλος-ορόσημο στο «πλούσιο» θεατρικό βιογραφικό του. Ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της Θεσσαλονίκης, σε μια «έντιμα» ατμοσφαιρική παράσταση, δίχως ίχνος «δηθενιάς» με την υπογραφή του Τσέζαρις Γκραουζίνις. Ένα ποιητικό, συνάμα αλληγορικό έργο (και ανέβασμα) για το παράπονο της ζωής…

Τελειώνοντας, ρώτησα τον Τάσο Κωστή,  ορμώμενος από την υπόθεση του έργου που πρωταγωνιστεί στο «Σύγχρονο Θέατρο» της Αθήνας, στην παράσταση «Λαντζέρηδες» που σκηνοθέτησε η Ελένη Σκότη, «αν ουτοπικά βρισκόταν στο υπόγειο ενός μεγάλης χωρητικότητας ελληνικού θεάτρου, ποιες σκέψεις θα τον κυρίευαν για όσα «στραβά» στον χώρο του ελληνικού θεάτρου συμβαίνουν και τι θα ήθελε να αποφύγει ο ίδιος….τι θα έκανε για να σταματήσουν να υπάρχουν». Κι εκείνος απάντησε.

«Τα «στραβά» θα υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι, διότι ο άνθρωπος είναι ένα περίεργο ον. Μπορεί να έχει το μυαλό και γι’ αυτό να επιβιώνει, αλλά έχει και τις αδυναμίες του. Ο πολιτισμός εξημερώνει τον άνθρωπο, αλλά δε φτάνει, αν δεν θέλει ο ίδιος από μόνος του να εξελιχθεί. Δεν τον ακουμπάει καν. Έχουμε δει ανθρώπους μορφωμένους ή ειδικευμένους να πούμε καλύτερα, να κάνουν εγκλήματα. Άρα, κάτι δεν πάει καλά. Αν δε θέλεις ο ίδιος να αλλάξεις, δεν αλλάζεις με τίποτα.

Δε θα άλλαζα τίποτα στο θέατρο, γιατί το θέατρο υπήρξε τόσα χρόνια έτσι όπως είναι. Τους ανθρώπους που ασχολούνται μ’ αυτό, τους θεωρώ παιδάκια του νηπιαγωγείου με την καλή έννοια· αληθινούς ανθρώπους, αυθόρμητους, που δεν κρύβονται πίσω από ψέματα. Τα λένε στα ίσα. Δεν θα πάω εγώ ν’ αλλάξω το θέατρο, να το χαλάσω. Οπότε, να το αφήσουμε όπως είναι να πορεύεται. Δε θα πεθάνει ποτέ. Είναι ζωντανός οργανισμός.

Υπάρχουν κακώς, αλλά υπάρχουν και καλώς κείμενα . Σ’ ένα χωράφι δεν βγαίνουν μόνο αυτά που φυτεύουμε, τα ήμερα χόρτα. Βγαίνουν και τ’ άγρια χόρτα. Εμείς επιλέγουμε να ξεχορταριάζουμε, όποτε μπορούμε, τα σκάρτα χόρτα. Στη δική μας περίπτωση, στο θέατρο, αυτό το κάνει ο κόσμος. Καθένας κάνει ό,τι θέλει σ’ αυτή τη ζωή. Ο κόσμος αποφασίζει και τοποθετεί τα πράγματα εκεί που πρέπει. Κανείς δεν έχει διάρκεια χωρίς να του αξίζει. Γιατί ο κόσμος έχει αποφασίσει.

Κάνω μια δουλειά που απευθύνεται στον κόσμο. Μην ξεχνάμε, δεν κάνουμε τον ζωγράφο ή τον γλύπτη, που κάποια στιγμή εκθέτει τα έργα του, χωρίς να έχει άμεση επαφή. Ο κόσμος αποφασίζει, αν εμείς αξίζουμε κάτι ή δεν αξίζουμε. Μερικές φορές το κάνουμε μόνοι μας. Κρίνουμε κάπως τον εαυτό μας και αυτό είναι δυστυχία, γιατί νομίζουμε ότι κάτι γίναμε. Στο τέλος τι μένει; Όσο είσαι και το υποστηρίζεις, υπάρχεις. Μετά δεν υπάρχεις. Τίποτα δε μένει. Ούτε σκόνη δε μένει».