at a glance
Top

λευκό τραπεζομάντιλο κι ένα βάζο πασχαλιές

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου

μυστήρια πλάσματα

Την Κυριακή θα ξυπνήσω νωρίς. Θα πρέπει να βάλω για ώρες το φαγητό στο φούρνο. Όχι ότι είναι πολύ. Για 2-3 άτομα. Έτσι πρέπει όμως, πρέπει να σιγοψηθεί  για να θυμίζει σπιτικό, καλομαγειρεμένο φαί.

Θα στρώσω το καλό τραπεζομάντιλο , το λευκό. Έτσι είναι το έθιμο. Λευκοί ασβεστωμένοι τοίχοι έξω στις αυλές, λευκό τραπεζομάντιλο. Έτσι τα μάθαμε.

Θα κόψω κι ένα κλαδί από νεραντζιά, αυτή που έχω εδώ απ’ έξω, για να μου θυμίζει το δρόμο για το σπίτι μου. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, φεύγοντας, ανοίγω το παράθυρο του αυτοκινήτου για να μπει μέσα αυτή η μυρωδιά και να την πάρω μαζί μου -αυτή και τη βαλίτσα μου- να μου κάνει παρέα στο δρόμο, να μου ξυπνήσει αυτή τη μεγάλη νοσταλγία και ταυτόχρονα λαχτάρα που σε λίγο θα τους δω. Φέτος λοιπόν, θα τη βάλω στο τραπέζι μου. Τουλάχιστον έστω κι έτσι, θα τους έχω λίγο κοντά μου.

Κι ένα γλυκό θα κάνω. Θα προτιμήσω ένα παραδοσιακό, κάτι από όσα έχω συνηθίσει να τρώω μια τέτοια μέρα. Νομίζω θα καταλήξω στο ρεβανί – της μαμάς μου η συνταγή, και θα συνοδεύσω με παγωτό βανίλια και βύσσινο γλυκό του κουταλιού. Ευτυχώς φύλαξα ένα βάζο από τότε που μου έστειλε η θεία μου πακέτο. Θα γευτώ, θα μυρίσω, θα κάνω ό, τι μπορώ, για να νιώσω πως είμαι για λίγο εκεί (ή αυτοί εδώ- ακόμα δεν έχω αποφασίσει).

Κάπου εκεί δίπλα θα έχω στολίσει σε πιατέλα και την κουλούρα μου, μαζί με ένα βάζο πασχαλιές. Την κουλούρα της νονάς, ντε! Τι κι αν είμαι μακριά; Χτύπησε το κουδούνι μου μια μέρα κι ένας ευγενικός-παρόλη την κούραση- διανομέας μου ευχήθηκε «Καλό Πάσχα» δίνοντας μου ένα πακέτο. Και όντως, μου το έκανε καλύτερο. Μέσα ήταν κρυμμένη μια κουλούρα που μύριζε μαστίχα και μαχλέπι και μια καρδιά στραβά ζωγραφισμένη. «Ευχαριστώ για τη λαμπάδα νονά».

Την Πέμπτη εννοείται πως θα βάψω κόκκινα τα αυγά, να έχω να κάνω κόντρες στο τραπέζι. Δυο- τρία θα χρειαστώ βέβαια. Για τους δυο γείτονες, που ξέμειναν κι αυτοί πίσω, που έμειναν μόνοι τους μακριά από τις οικογένειές τους. Αλλά κι αυτοί άλλωστε, οικογένεια δε θεωρούνται; Ξέρω, θα μου πεις ότι είναι μεγάλη λέξη, και βαριά. Κι όμως. Όταν είσαι μόνος, μακριά, οικογένειά σου γίνονται όσοι σε νιώθουν, όσοι σε καταλαβαίνουν. Είναι αυτοί που μοιράζονται το φαγητό τους μαζί σου. Που ξενυχτάνε σπίτι σου γιατί ο πυρετός σου δεν πέφτει. Που αν ακούσεις θόρυβο έξω από την πόρτα, αυτούς θα πάρεις για να σε ηρεμήσουν.

Γι΄ αυτούς λοιπόν- και για μένα- θα τα κάνω όλα. Θα τους περιποιηθώ γιατί ξέρω πώς νιώθουν κι εκείνοι, μα και γιατί δε θέλω να μου λείψουν πολλά εκείνη τη μέρα. Θα έχω μαζί μου τις μυρωδιές από το σπίτι μου, από τους δικούς μου, κι ας τους βλέπω από οθόνες. Θα ακούσω τις φωνές τους, θα δω τα πρόσωπά τους, κι ελπίζω να μη λυγίσω και τους στενοχωρήσω. «Όλα καλά», θα τους πω, όπως πάντα. Και μόλις η βιντεοκλήση τελειώσει, θα μοιραστώ το φαγητό μου με φροντίδα κι αγάπη, όπως κάνουν οι οικογένειες. Θα βάλω μουσική γιορτινή,  θα πιω κρασί, θα ευχηθώ και -νομίζω- πως φέτος ξέρω ποια θα’ ναι η ευχή όλων.

«Του χρόνου να μη λείπει κανείς.

Του χρόνου να μη μας λείπει κανείς».