at a glance
Top

Γιώργος Χρυσοστόμου

αυτός που δεν γελάει συχνά

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | αρχείο θεατρικής παραγωγής*/* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Είναι τρίτη σεζόν, πλάκα-πλάκα, για τις «Πέτρες στις τσέπες του». Ούτε που το φανταζόμασταν! Όταν πρωτοδιαβάσαμε το έργο, θεώρησα ότι πάμε για πλήρη αποτυχία, αλλά από νωρίς άρχισε να φαίνεται ότι θα γίνει χαμός με τη παράσταση, γιατί ανταποκρίθηκε ο κόσμος κατευθείαν! Και ενώ είπαμε με το Μάκη Παπαδημητρίου να πάρουμε άλλους δρόμους το χειμώνα που μας πέρασε, ο Μάκης έπαιξε σε ένα έργο που κατέβηκε, εγώ αποχώρησα από μία άλλη παράσταση, γιατί δεν τα βρήκα με το σκηνοθέτη και έτσι ξαναβρεθήκαμε. Αλλάξαμε και θέατρο, το τρίτο κατά σειρά-είναι ευλογημένο έργο. Μετά το Πάσχα, θα είμαστε Θεσσαλονίκη. Θα ΄ρθεις, επιτέλους, να μας δεις;»… Ο Γιώργος Χρυσοστόμου στο rejected.gr…

Εγώ την παράσταση που είχαν κάνει πριν πολλά χρόνια ο Μαρκουλάκης με τον Λιγνάδη στο ίδιο έργο, δεν την είδα ποτέ! Ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, η παράσταση είχε ανέβει με τεράστια επιτυχία στο ΠΑΛΛΑΣ της Θεσσαλονίκης. Πήγαν όλοι οι φίλοι, οι συμφοιτητές και οι γνωστοί, εγώ όχι! Με έπιασε μια ζήλια και είπα «δεν πάω να το δω». Μόνο είχα ακούσει. Ο Μάκης το είχε δει τρεις φορές-το άλλο άκρο. Όταν πρωτοανακοινώσαμε ότι θα ανεβάσουμε το εν λόγω κείμενο, κάποιοι μας την έπεσαν…κι αναρωτιόμουν, γιατί πρέπει σώνει και ντε να συγκριθώ με Μαρκουλάκη-Λιγνάδη; Τώρα πια, χαίρομαι, γιατί οι επόμενοι έχουν να συγκρίνονται και με εμάς, όχι μόνο τον Μαρκουλάκη και το Λιγνάδη. Τόσο πολύ, δεν έχω παίξει ξανά σε παράσταση…φίλε… για τρία χρόνια. Το «Mistero Buffo» μετά τα δύο χρόνια, προσπάθησαν για τρίτη χρονιά να πάει, μα «δεν τραβούσε». Ήταν και εκείνη μια παράσταση-χαμός, εγώ πήρα το βραβείο Χορν, αλλά τέτοιο πράγμα πρώτη φορά απολαμβάνω στη ζωή μου, και τέτοιο μέγεθος θεατρικής επιτυχίας. Είμαι ευγνώμων σε αυτό και περήφανος γιατί το κάναμε «μόνοι μας», είναι το «παιδί μας» με τον Μάκη. Είναι τελείως δικό μας και το χαιρόμαστε τρία χρόνια τώρα.

Το κείμενο, όταν το διαβάσεις, δεν λέει και πολλά. Έχει κάποια μηνύματα, δεν είναι τελείως ρηχό, αλλά βάλαμε το στοιχείο της κηδείας και της θλίψης που είχαν βγάλει οι Μαρκουλάκης- Λιγνάδης, και το κάναμε επί τούτου. Το κλειδί του έργου είναι ο ρυθμός του. Αρκετός κόσμος μπορεί να μην καταλάβει την υπόθεση, αλλά ο ρυθμός που έχει η παράσταση και η απενοχοποίηση της παιδικότητας που βάλαμε με το Μάκη σε αυτό, το κάνει όμορφο. Βάλαμε την συνθήκη στο κόσμο «παιδιά, το θέατρο δεν είναι και τόοοοοσο σοβαρό πράγμα, μην θεοποιούμε κάτι» και έτσι αφήνουμε τα λάθη να συμβαίνουν, σε ένα σκηνικό από χαρτί και ξύλο. Χαλάμε τη ψευδαίσθηση στο κοινό κι έτσι γίνεται συνένοχος ο κόσμος που μας βλέπει. Γενικά στο θέατρο, τις περισσότερες φορές το έργο είναι πιο σημαντικό από αυτούς που το παίζουν. Εδώ το κείμενο απαιτεί πάνω από όλα χημεία στους δύο ηθοποιούς. Στο δια ταύτα, δεν αφορά και κανέναν η ζωή στην Ιρλανδία που πραγματεύεται το έργο. Δεν μπορεί ο Έλληνας να συνδεθεί με αυτό. Και όταν είσαι ο ηθοποιός που το πρωτοδιαβάζει λες «πω πώ, Χριστέ μου, πάμε να κάνουμε φιάσκο», αλλά η γρηγοράδα του, το κάνει ενδιαφέρον.

Δίνω αγάπη στον Γιωργάκη και μου την επιστρέφει πίσω.

Ο Μάκης έχει το μυαλό που ζηλεύω. Το αρπάζει γρήγορα ότι του πεις και το κάνει θεατρικό. Το ζηλεύω. Όταν με πήρε τηλέφωνο ο Μάκης να μου προτείνει τις «Πέτρες» είπα ένα παρορμητικό «ναι, εννοείται». Κι όταν έκλεισα το τηλέφωνο μουρμούρισα «Παναγία μου, θα με εξαφανίσει»! Ο Μάκης σου τραβάει το μάτι πάνω στη σκηνή-τον παρακολουθώ και σε άλλες παραστάσεις-έχει μια γοητεία που σε μαγνητίζει σκηνικά. «Και σιγά τον καλλονό» τον πειράζω, λέγοντας του…Ο Μάκης έχει ψυχραιμία και αγάπη για τους ανθρώπους. Σε τί απέχει ο χαρακτήρας του Μάκη από τον δικό μου; Θα στο πω με απλό παράδειγμα. Εγώ πιστεύω στο μάτι, ο Μάκης πιστεύει ότι πονάει το κεφάλι σου βάσει πιθανοτήτων. Εκεί δεν συνεννοούμαστε. Για τον Μάκη όλα είναι μαθηματικά και για μένα είναι ενέργεια. Είμαστε σαν ανάποδες κλεψύδρες που «κουμπώνουμε» ερχόμενοι κοντά ο ένας στον άλλον.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις πάρτι κάθε βράδυ στο σανίδι. Πέρυσι στο θέατρο ΚΙΒΩΤΟΣ περάσαμε και φάση να έχουμε μαλώσει  και να είμαστε πάνω στη σκηνή σαν να μην έχουμε μαλώσει. Πώς είναι ένα συζυγικό ζευγάρι που πρέπει να βγάλει τη βραδιά στο ίδιο κρεβάτι; Ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει και πολύ. Παίζουμε διπλή παράσταση, μας βλέπεις «ψοφάμε» και βγαίνεις από το θέατρο «κενός» και σου λέει ο θεατής «ε, άντε, χαμογέλα και λίγο». Δεν έχεις πάντα τη διάθεση να είσαι κλόουν. Κάθε βράδυ παίζε κωμωδία δεν είναι εύκολη ιστορία… αν είσαι άρρωστος, ή κάποιος πέθανε το πρωί από το περιβάλλον σου… ο κόσμος δεν το νιώθει. Σου λέει ότι όπως σε ξέρω, έτσι και πρέπει να ΄σαι. «Και σε πλήρωσα κιόλας»…αυτή η ατάκα ακούστηκε πέρυσι από κάποιον σε παράσταση. Και σταμάτησε η παράσταση. Και εμείς αγαπάμε τους θεατές γιατί ξέρουμε ότι αφιέρωσαν χρόνο, οι μισοί τραβήχτηκαν από τους άλλους μισούς να πάνε σε κάτι που δεν το καλοξέρουν, μα στο φινάλε δικαιωνόμαστε όλοι. Όταν ακούς «καλώς ήρθα, μου φτιάξατε τη μέρα» είναι υπέροχο. Και δεν θες λεφτά, αυτό σου αρκεί.

Φοιτητική ζωή για μένα, δεν ήταν "χρωστάω μαθήματα, πάρτι, τάβλι, la vita e bella"

Για να παίζω στο θέατρο το βράδυ, όλη μέρα κάνω οικονομία δυνάμεων. Όχι ξενύχτια, πια στα 40 μου χρόνια, προσέχω. Όταν μια μέρα έκλεισε η φωνή μου, είπαμε σε 400 θεατές «άκυρο» κι αυτό είναι ευθύνη! Βρεθήκαμε για να κάνουμε τη συνέντευξη, ανάμεσα σε πρόβα και παράσταση που έχω. Μετά από σένα, θα πάω να κάτσω μια ωρίτσα μόνος μου να ηρεμήσω ή να ξαπλώσω λίγο. Πιο μικρός η δουλειά μου φαινόταν πιο «ουάου», τώρα ξέρω ότι είναι απλά ευθύνη. Η κωμωδία είναι βάναυση από μόνη της. Είναι κάτι μέρες που δεν γελάει κανένας και το κοινό με το που ξεκινά η παράσταση γίνεται «ένας». Είναι κάτι μέρες, που έχεις «ηχογραφήσει» το γέλιο μετά την ατάκα, δεν το ακούς, και λες «μάγκα μου, τί έγινε;». Έπειτα το κοινό νιώθει ότι αγχώθηκες και η βραδιά μπορεί να γίνει ένα «τέρας» που παλεύεις. Προσωπικά, δεν γελάω εύκολα. Είναι θέμα χαρακτήρα. Σπανιότατα «κακάρισα». Μετά τη παράσταση, αποφορτίζομαι περπατώντας, με μουσικούλα στα αυτιά, λίγο φαγάκι, κομμένα τα ποτά, τα στέκια, τα ξενύχτια. Ακούω dark ήχους  το τελευταίο διάστημα, ψάχνοντας στο youtube. Δεν έχω μηχανή, δεν έχω αυτοκίνητο, μόνο περπατάω στην Αθήνα και είμαι διαρκώς με ακουστικά στα αυτιά. Είμαι του μελαγχολικού ακούσματος…

Πολύ πρόσφατα κανάκεψα τον κολλητό μου, γιατί ήταν σε δύσκολη φάση. Συνήθως, ο κολλητός είναι ο δικός μου «μπαμπάς». Τον παίρνω τηλέφωνο «έλα, ρε, δεν είμαι καλά, έγινε αυτό κι αυτό, δεν ξέρω, πως τα έκανα έτσι»…εκείνος είναι ο προστάτης μου. Ο εαυτός μου αν με θυμώνει με τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα που έχω; Ένας φίλος το είπε πολύ ωραία, τελευταία….έκανε μια ερώτηση «ποιός με ταλαιπωρεί ακριβώς;»! Μετά από αυτή την ατάκα το είδα αλλιώς. Γιατί πολλές φορές λέω στον εαυτό μου «με βαρέθηκα». Και μετά λες «ποιόν βαρέθηκα; ποιός με βαρέθηκε;» και μπαίνεις σε άλλη συνομιλία με το «εγώ» σου. Αυτό που σίγουρα μπορώ να σου πω, είναι ότι φροντίζω καλά και πολύ τον Γιωργάκη. Θα κοιμηθώ νωρίς, θα μου δώσω χρόνο, θα με πάω βόλτες. Δεν με καταστρέφω. Δίνω αγάπη στο Γιωργάκη και μου την επιστρέφει πίσω.

Σταμάτα, ρε γαμώτο πάλι με το τσιγάρο τί κάνω με ρωτάς…Έλεος! Έχω ξανακυλήσει, αν θες να ξέρεις, αλλά έχασα και κιλά, αν θες -επίσης- να ξέρεις. Όμως, επειδή έκοψα τη νύχτα και σταμάτησα να δουλεύω νύχτα και έπειτα σταμάτησα να βγαίνω, σταμάτησα και να καπνίζω πολύ. Το καταλαβαίνω γιατί άλλαξε ο ύπνος μου και πλέον μυρίζω καλά. Άλλη όσφρηση. Τη μέρα, δεν καπνίζω πάνω από δέκα τσιγάρα. Ούτε δέκα…Τώρα τέλειωσα μαζί σου το δεύτερο. Και είναι απόγευμα. Το απολαμβάνω. Όταν το είχα κόψει, είχα τρελαθεί. Τα στέκια δεν μου λείπουν. Είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι σε ανακύκλωση, τυπάδες και κορίτσια. Παλαιότερα, πήγαινα σε 4 στάνταρ μαγαζιά-διαδρομή συγκεκριμένη. Τώρα έβαλα τρικλοποδιά σε αυτό. Πάω κατευθείαν σπίτι. Είναι περίεργο, αλλά με ίσιωσε. Δεν πίνω. Κάνω ποιοτικές εξόδους με φαγητό. Μου ΄φυγε το «πάμε παντού, ώσπου να ξημερώσει».

Παρατηρώ περπατώντας, ότι ο κόσμος δεν κοιτάει στα μάτια. Βλέπεις μια κοπέλα και δεν σε κοιτά στα μάτια, έχει σκυμμένο κεφάλι. Όλοι στο ΜΕΤΡΟ είναι απομονωμένοι. Και εγώ με ακουστικά στα αυτιά είμαι, δεν βγάζω την ουρά μου απέξω. Αλλά, παρατηρώ γύρω μου, θυμωμένους ανθρώπους, με σηκωμένα φρύδια. Ο άνθρωπος πάντα ερωτεύεται και πάντα θα ερωτεύεται. Ο τρόπος αλλάζει. Τώρα όλα γίνονται ψηφιακά, με το τηλέφωνο στο χέρι. Προσωπικά, δεν έχω facebook και instagram. Με αγχώνει και ως ιδέα-χώρια που δεν μπορώ να απαντάω σε 1.500 fan. Με στρεσάρει και με μπερδεύει. Πάντως, ο κόσμος είναι πιο απελευθερωμένος σεξουαλικά. Τα παιδιά είναι πιο ήρεμα με τη σεξουαλικότητά τους. Είναι και οι γονείς αλλιώς. Στα χρόνια μας, ο θηλυπρεπής του σχολείου, έτρωγε ξύλο. Έχει αλλάξει όλο το πλαίσιο. Είμαστε στο πιο «όχι ταμπού». Ρε φίλε, τώρα λέμε «ο άντρας μαγειρεύει», παλιά το έλεγες και κορόιδευαν. Είμαι στην Αθήνα από το 2002 και βλέπω μια πιτσιρικαραρία να είναι ζωντανή και ενημερωμένη. Εμείς ρε Γιώργο, στα νιάτα μας είμασταν «ζώα». Τώρα πια, ο καθένας φοράει ότι γουστάρει. Και αυτό είναι ωραίο.

Στα χρόνια της σχολής, στη Θεσσαλονίκη, εγώ δεν πέρασα καλά. Ήρθα από τη Ρόδο, όλοι είχαν τους συγγενείς τους, κι αν δεν ήταν από Θεσσαλονίκη, ήταν από τη Βέροια. Ήμουν και μοναχικός τύπος. Πέρα από τη Σχολή που ήμουν 14 ώρες τη μέρα, δεν μπορούσα να δουλέψω αλλού, λόγω έλλειψης χρόνου και είχα πέσει σε κατάθλιψη. Καταγράφηκε έτσι η φάση μου, με τη πόλη. Ερωτεύθηκα και μια κοπέλα που δεν μου ΄κατσε ποτέ. Δηλαδή, πήγαν όλα λάθος! Είχα πολύ μοναξιά. Δεν επικοινωνούσα με κόσμο. Φοιτητική ζωή για μένα, δεν ήταν «χρωστάω μαθήματα, πάρτι, τάβλι, la vita e bella», ενώ το να σπουδάζεις υποκριτική Θεσσαλονίκη σημαίνει «μάθημα, ώρες κάτω στην υπόγα». Είχα πρόταση να ανέβω τώρα Θεσσαλονίκη. Αλλά για να ανέβεις Θεσσαλονίκη, πρέπει να πληρώνεις δύο σπίτια για πέντε μήνες. Μα, όσο ωραίος ο ρόλος και αν ήταν, στη πρόταση που μου έγινε για χειμώνα και έχω δύο αδελφικούς φίλους που με φιλοξενούνε, δεν με συνέφερε οικονομικά. Είναι και κάποιοι που βάζουν τα πράγματα στο αυτοκίνητο και φεύγουν. Εγώ φτιάχνω τη «φωλιά» μου. Δεν είμαι «τσιγγάνικος» τύπος. Εγώ, τελευταία φορά που ήμουν Θεσσαλονίκη, ήταν στην «Ιφιγένεια» του Κ.Θ.Β.Ε, όπου υπήρχαν οικονομικά θέματα, είμασταν όλοι απλήρωτοι, ήταν η φάση που έφευγε ο Βούρος, ερχόταν στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή ο Αναστασάκης, εγώ καθάριζα κήπους για να βγάλω μια οικονομική υποχρέωση που είχα στην πόλη. Άστα…

Φέτος, το καλοκαίρι θα είμαι στις «Χοηφόρες» στην «Ορέστεια» που θα ανεβάσει το Εθνικό Θέατρο και σκηνοθετούμαι από τη Λίλλυ Μελεμέ. Με παίρνει τηλέφωνο η Λίλλυ, μου λέει «θα κάνεις τον Αίγισθο;», λέω «ναι, με χίλια». Παίρνω το κείμενο, διαβάζω το ρόλο μου και είναι μία παράγραφος. Τί; Μόνο αυτό;  Και παθαίνω σοκ. Και το κάνω δημιουργικό μέσα μου και λέω «ναι, φίλε, μία παράγραφος θα είναι, αλλά δεν θα κοροϊδέψεις»…πως είναι να είσαι στη σκηνή όλη την ώρα δίχως να μιλάς με μια παράγραφο «στο χέρι»; Αυτό με ιντριγκάρει! Τί κάνει ένας ήρωας που δεν μιλάει; Πώς παίζεις τις σιωπές; Γιατί είναι ευνουχισμένος ο Αίγισθος και δεν μιλάει, και το βουλώνει γαμώτο; …Άσε που το χειμώνα, θα κάνω μια άλλη παράσταση στο Νέο Κόσμο, σε σκηνοθεσία Σοφίας Πάσχου, που δεν θα έχει καθόλου λόγια! Θα έχει μόνο μουσική. Το στοίχημα είναι «τί μπορείς να κάνεις όταν δεν έχεις κείμενο;».

Τί με εκνευρίζει στο ελληνικό θέατρο; Δεν θα σου πω τα κλισέ. Ήμουν και εγώ έτσι…καθόμαστε τώρα Γιώργο, εμείς, και θάβουμε τους άλλους. Αυτό είναι το κλασσικό μοτίβο ενός χωριού που όλοι γνωρίζονται. Ή το άλλο…Πφφφ…Με θυμώνει και θα το σπάσω, αυτό το «διαχωρισμός εμπορικού και κουλτουριάρικου». Αυτό είναι μια μπούρδα ξεγυρισμένη. Υπάρχει και η αισθητική και μη αισθητική, που είναι υποκειμενικότατα αντικειμενική. Ο κόσμος, που σκέφτεται το εικοσάευρο για να το δώσει, το καταλαβαίνει αυτό. Παλιά ο Κάρολος Κουν ήταν κουλτούρα και όσοι έκαναν τηλεόραση ήταν εμπορικοί. Αυτό μας κληροδοτήθηκε. Εγώ έχασα ρόλο στο θέατρο, επειδή έπαιξα στη τηλεόραση. Αρκετά με το υπάρχει μια θεατρική ομάδα-έχω υπάρξει σε ομάδα-που είναι εμμονικά και αυτιστικά εκεί και πουθενά αλλού. Γιατί μετά δεν πάει παραπέρα το πράγμα. Γιατί ξινίζουν οι μισοί με τους άλλους μισούς γι αυτό που κάνουν; Ας ανακατευτεί η τράπουλα-τί ζόρι τραβάς; Κάτι παλιοί σκηνοθέτες, οι ομάδες θεάτρου «εσωτερικής κατανάλωσης» που πλάσαραν ένα brandname κουλτούρας,  και έχουν κολλήσει σε αυτή τη μπούρδα διαχωρισμού, φεύγουν από τη μέση.  Παίρνουν τη θέση που τους αναλογεί-σιγά σιγά. Και ο κόσμος αποφασίζει. Από την άλλη, υπάρχουν και οι αρπαχτές που τις κάνουν όλοι. Και τις κάνουν και είναι «σαν να μη συνέβη». Κάντο βρε, αλλά κάντο τίμια! «Πήγα να αρπάξω λεφτά»!

Εγώ έκανα πέρυσι Δευτερότριτο και πήγε άπατο. Ήρθε ο κόσμος και σε ενάμιση μήνα, επειδή δεν ήταν καλή η παράσταση, όλοι είμασταν άθλιοι-το ξέραμε και εμείς- ο κόσμος άρχισε να «αραιώνει». Ο χρόνος βελτιώνει την κατάσταση στο θέατρο-δες τη μεγάλη εικόνα. Και έλεος με αυτή τη καραμέλα, όπου τρως χρόνο και φαιά ουσία να αρέσεις στους συναδέλφους. Αν το ξεπεράσουμε αυτό…καταρχάς, οι συνάδελφοι έρχονται τζάμπα και μας βλέπουν! Πλέον, ότι βγάλουμε είναι δια του πέντε, ο κόσμος σε ταΐζει και όχι οι συνάδελφοι. Τί με ρωτάς…Πόσο απελευθερωμένος είναι ο Έλληνας ηθοποιός να παίζει Επίδαυρο και να είναι στα αρχίδια του το τί θα πει το συνάφι;…Το «στ΄αρχίδια μου» είναι επιθετική κίνηση. Άσε που από κάτω δεν είναι μόνο οι συνάδελφοι, είναι και οι ακαδημαϊκοί, είναι και αυτοί που ξέρουν τα έργα, είσαι και εσύ που θα έρθεις στο καμαρίνι και δημόσια, μετά να με κρίνεις και….»μας τα χαλάσατε κύριε Χρυσοστόμου». Εμένα σε όλους αυτούς μου αρέσει να τους κουνάω αυτό το συντηρητικό πράγμα στο οποίο αισθάνονται ασφαλείς. Αλλά το «στ΄αρχίδια μου» δεν γίνεται, γιατί στο κοινό απευθύνεσαι μαζικά. Καλύτερο είναι το «ελάτε να κάνουμε κάτι μαζί, αλλά εγώ έχω τους κανόνες». Αν μπούμε σε αυτή τη διαδικασία, δεν θα υπάρχει τόση αυστηρή κριτική στο θέατρο. Πάρε παράδειγμα τις επίσημες πρεμιέρες…κανείς δεν θέλει να είναι παρών! Είναι αγχωμένοι όλοι οι ηθοποιοί, «βαρεμένοι» όλοι οι θεατές που τους πήραν στο ρεπό τους, να δούνε μια επίσημη. Είναι όλοι «ταραγμένοι» για κάτι που δεν έχει σημασία. Σημασία έχει, το «κάτσε από κάτω αν θες, να σου πω μια ιστορία και μη κοιτάς το κινητό σου-αν τα καταφέρω».

Ξέρεις τί μου ΄λαχε τις προάλλες; Με πήραν τηλέφωνο από εκπομπή πολιτικού περιεχομένου, να πάω καλεσμένος σε debate με πολιτικούς! Μη γελάς….ξέρω ότι ήθελες να δεις τα μούτρα μου, όταν ήμουν στο τηλέφωνο! Αλλά, να πάω να μιλήσω στον Μπακογιάννη για την Αθήνα που ξέρω εγώ, για να κάνουν νούμερα τα κανάλια; Το απέφυγα. Ο κόσμος θέλει να ακούσει πράγματα που ξέρει ότι δεν θα γίνουν. Με θλίβει αυτή η αυταπάτη….Κανένας σε θέση καμία, δεν θα καθορίσει τη ζωή μου, αν δεν την ορίσω εγώ.

Πάσχα πέρασα στη Ρόδο, πήγα να δω οικογένεια, αδέρφια, είχα καιρό να τους δω. Αν είχα μια εβδομάδα off, θα πήγαινα Ιρλανδία. Θέλω Σκοτία και με τα βουνά και τις ομίχλες, κάτι εκεί μου αρέσει. Τί ωραίο έχει η Ρόδος; Οι Ενετοί, οι Τούρκοι, οι Σουηδοί, οι Ιταλοί πέρασαν από τα κτήρια και «έμειναν». Οι παραλίες της Ρόδου. Από γάλα γαιδάρας, μέχρι γλυκόξινο κρασί θα βρεις στο νησί μου. Οι Ροδίτες παίρνουν αμάξι για δέκα μέτρα. Εγώ πάω Ρόδο και τη περπατάω. Και όχι καλοκαίρι. Ρόδος για μένα είναι ένας μισοάδειος από κόσμο Μάης και ένας Σεπτέμβρης που το νησί μοσχοβολάει φρεσκοποτισμένο χώμα. Έχεις πάει στο νησί;