at a glance
Top

Μιχάλης Συριόπουλος

απ' την ψυχή ως την ψυχή...

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Όλη η μέρα ως το βράδυ της απονομής του «σταυρού Δημήτρης Χορν», πέρασε με τους δικούς μου που ήρθαν από Θεσσαλονίκη. Τους ξεκαθάρισα ότι θα βγούμε, θα φάμε, θα κάνουμε βόλτες, θα γελάσουμε, θα μιλάμε για άσχετα πράγματα-όχι για θέατρο και έτσι έγινε. Τώρα που το σκέφτομαι, σα να ήταν μια περίεργη γιορτή όλη η μέρα, που λες και κράτησε πέντε λεπτά. Όπως και όλη η βραδιά της βράβευσης. Ήταν η μέρα μου. Κι ας ακούγεται εγωιστικό. Και θα σου πω και κάτι που θα το εκλάβουν κι ως αστείο. Φρόντισα να αγοράσω καινούργια ρούχα, ως και αφρόλουτρο. Να «ξεπλυθώ» από όλο το πριν. Να φορέσω καινούργια παπούτσια, να περπατήσω ως την οδό Αμερικής και-ίσως- να πάρω τον «σταυρό» του Χορν. Και έγινε. Ήταν σαν να βαφτίστηκα ξανά». Ο ηθοποιός της χρονιάς, ο Μιχάλης Συριόπουλος στο rejected…

Πρώτη φορά σε κατασκήνωση, ως κατασκηνωτής, άντεξα μόνο τρεις μέρες κι έφυγα κλαίγοντας, στα οχτώ μου χρόνια. Όταν έγινα 12 χρονών, ήμουν πλέον χοντρός και δεν με έπαιρναν για κατασκηνωτή. Αλλά, από τα 13 έως τα 23 μου χρόνια, κάθε καλοκαίρι σήμαινε κατασκήνωση. Αρχικά σαν ομαδάρχης και μετά σαν ψυχαγωγός σε παιδιά, αλλά και σε «παιδιά» τρίτης ηλικίας. Τί; Δεν ξέρεις τις κατασκηνώσεις σε ΚΑΠΗ; Μη γελάς! Πρώτα είχα παιδιά να ψυχαγωγώ κι έπειτα ΚΑΠΗ. Ακόμη και τώρα με παίρνουν τηλέφωνο στη γιορτή μου κύριοι και κυρίες που είχα στη κατασκήνωση. Με συγκινούν πολύ, γιατί μου λένε «κάθε χρόνο, όσο ζω, θα σε παίρνω τηλέφωνο». Κάποιοι σταμάτησαν να με παίρνουν, ελπίζω να ζουν.

Κατασκήνωση σήμαινε μια μεγάλη ευθύνη που δεν την υπολογίζεις, παρά μόνο εκ των υστέρων. Κατασκήνωση σήμαινε ασφάλεια των παιδιών στη θάλασσα, το πρωί. Σήμαινε όλο το πρόγραμμα οργάνωσης-ψυχαγωγίας των παιδιών το απόγευμα και η κεντρική τους διασκέδαση με βραδιές, κάθε βράδυ. Και στο τέλος, μια γιορτή που έπρεπε να συντονίσεις 400 παιδιά. Όπου έκανες τη λεγόμενη «πυρά», όπου συμμετείχαν παιδιά και στελέχη. Μια μεγάλη σκηνοθεσία, δηλαδή.

Πρώτο μπάνιο; Τί εννοείς; …Άμα σου πω ότι έμαθα να κολυμπάω για το «Τζόρντι» που υποδύομαι στην «Αρχή του Αρχιμήδη» θα το πιστέψεις; Νόμιζα, ότι ήξερα να κολυμπάω γενικότερα. Βέβαια, όταν δεν πατώνω, δεν τα πάω καλά, γιατί νιώθω ότι δεν είμαι στην έδρα μου. Φοβάμαι να μη πατώνω στη θάλασσα. Με το «Τζόρντι» έμαθα να μην πατώνω. Έπρεπε, αναγκαστικά, να μάθω να κολυμπάω. Νόμιζα ότι ήξερα να κολυμπάω, δεν ήξερα. Έκανα μαθήματα κολύμβησης, όσο περίεργο και να σου ακούγεται. Τώρα το χειμώνα έμαθα να κολυμπάω! Γενικότερα, όσα πράγματα δεν έμαθα να κάνω ως παιδί στη ζωή, τα έμαθα μέσω θεάτρου.  Ποδήλατο έμαθα για το θέατρο, για το «Λεωφορείο ο Πόθος», κολύμπι έμαθα για το «Τζόρντι». Είναι αστείο, μα είναι η αλήθεια. Εύχομαι σε κάποιο θεατρικό να μου ζητήσουν να οδηγάω, μπας και μάθω.

Το κίτρινο μαγιό που φοράω στη παράσταση είναι «σουβενίρ» από τα πρώτα χρόνια μόλις αδυνάτισα. Έχασα 36 κιλά θέλοντας να μπω σε Δραματική Σχολή. Ζήτησα να φοράω αυτό το μαγιό στη παράσταση, γιατί αυτό το μαγιό έχει περάσει πολλές κατασκηνώσεις και πολύ ξεγνοιασιά, και καθόλου σκέψη για το παιδάκι. Ξέρεις, τότε εμείς στη κατασκήνωση, είχαμε κακοποιημένα παιδάκια της Πρόνοιας. Όπως καταλαβαίνεις, πρέπει να τα φέρεσαι πάρα πολύ συγκεκριμένα. Είχαμε παιδιά που δούλευαν σε τσίρκο. Παιδιά που είχαν σβησμένα τσιγάρα επάνω τους. Και τους συμπεριφερόμασταν πραγματικά σαν να ήταν φίλοι μας. Άλλα μυαλά τελείως…πριν 14-15 χρόνια. Τελείως άλλος κόσμος.

Ο πρώτος μου έρωτας ήταν η Αγάπη.

Πότε είπα «αυτό είναι και τίποτα άλλο για μένα, πέρα από το θέατρο»; Το είπα Β΄ προς Γ’ Λυκείου, όταν πλησίαζε η ώρα του μηχανογραφικού. Ήταν μονόδρομος για μένα το θέατρο. Αποτέλεσμα; Τρεις  αποτυχημένες προσπάθειες εισαγωγής στο Κρατικό Θέατρο, μία στο Εθνικό και μία στο Υπουργείο Πολιτισμού που πέρασα κατευθείαν. Όταν δεν έχεις καμία σχέση με το θέατρο-όσες παραστάσεις είχα δει ως τότε ήταν με το σχολείο-και θέλεις να γίνεις κάτι που οι άλλοι δεν το ξέρουν, είναι πολύ περίεργο και δύσκολο να το κάνεις δουλειά. Παρόλα αυτά, ο πατέρας μου, σαν τώρα το θυμάμαι, μου είχε πει ότι «χάσαμε μια μάχη, όχι το πόλεμο», του χρόνου πάλι. Ήταν περίεργη η στήριξη των γονιών μου και προ κρίσης-που ήταν ασταθές και τότε το επάγγελμα μου. Και μόνο να ευλογώ μπορώ και να φωνάζω πόσο υπέροχο ήταν οι γονείς μου, να κάνουν τα όνειρα μου, δικά τους όνειρα. Κι αυτό δεν είναι σύνηθες φαινόμενο…

Οι απορρίψεις δεν με πτοούσαν. Μόνο τη δεύτερη φορά που έδωσα, έριξα τρελό κλάμα. Έκανα μαθήματα με τον Ιορδάνη Αϊβάζογλου τη δεύτερη φορά, είχα περάσει στη δεύτερη φάση και κόπηκα. Και πήγα στο Οval να τον συναντήσω και να του πω «μάλλον πρέπει να μάθω μια άλλη τέχνη, να γίνω υδραυλικός». Εκεί έκλαψα. Κατά τα άλλα, δεν έκλαιγα. Έχω κλάψει πολύ μικρός, που μετά σταμάτησα να κλαίω. Και τώρα στη ζωή μου, κλαίω δύσκολα με εξαίρεση τη βραδιά της απονομής του βραβείου ΧΟΡΝ. Κλαίω πολύ στο θέατρο, στη ζωή μου πολύ δύσκολα. Έχω αντιστάσεις πια. …Ένα παιδάκι διαφορετικό, που δεν παίζει μπάλα και κάνει θέατρο, δεν περνάει και πάρα πολύ εύκολα στους «κανίβαλους»-παιδάκια. Δεν ήταν πολύ εύκολα τα παιδικά μου χρόνια, σε σχέση με αυτή την επιλογή μου. Τώρα ήρθαν τα συγχαρητήρια. Τότε ήταν εφιάλτης. Άλλαζα δρόμους, γιατί με κορόιδευαν πολύ. Να τα λέμε κι αυτά… Βέβαια, τώρα όλοι αυτοί που με κορόιδευαν μου στέλνουν «συγχαρητήρια»…να είναι καλά!

Προσωπικό δωμάτιο στη Σταυρούπολη δεν είχα. Είμασταν πέντε αδέρφια-κανείς δεν είχε δικό του δωμάτιο. Είχαμε το «πρόχειρο» δωμάτιο, που κοιμόμουν με τη μεγάλη μου αδερφή και τον αδερφό μου. Βραδιές θεάτρου στο σπίτι δεν έκανα. Βραδιές θεάτρου είχε το καλοκαίρι στο παρκάκι με τα παιδιά. Στο σπίτι ποτέ, μόνο κάτι χαζομάρες με τα αδέρφια μου. Θέατρο ήταν μέχρι τα 12 μου χρόνια, κάθε καλοκαίρι, αρχικά στο προποτζίδικο της γειτονιάς, μετά στο πάρκο, έπειτα στο θεατράκι της κατασκήνωσης του Σταυρού και έπειτα στο κανονικό θέατρο. Να σε ενημερώσω, ότι για μένα το προποτζίδικο ήταν η μικρή Επίδαυρος. Μετά πήγαμε στη Μεγάλη Επίδαυρο, το πάρκο! Στο προποτζίδικο, είχαμε και σκηνικά-αμέ;! Είχε κάτι τρυπούλες το πίσω μάρμαρο και βάζαμε λουλουδάκια κι ήταν το σκηνικό μας. Έπειτα πήγαμε στο πάρκο, που είχε δέντρα και βάζαμε σκοινιά, να φτιάξουμε σκηνικά. Το πάρκο ήταν προαγωγή και επιχορήγηση μαζί. Στο προποτζίδικο δεν είχαμε και κοινό! Άστα…εμείς παίζαμε έξω από το προποτζίδικο κι ο κόσμος ήταν μέσα σε αυτό και «έριχνε δελτία». Ήταν εναλλακτικές οι παραστάσεις μας. Ευτυχώς στο πάρκο, αποκτήσαμε κοινό, με πετρούλες εισιτήριο-χαμός!

Ο πρώτος μου έρωτας ήταν στη κατασκήνωση. Η Γιάννα που μου έμαθε και να καπνίζω. Μου ΄λεγε, θα παίρνεις τζούρα «χμμμ, ένας παπάς θα λες»! Αχ, ξέχασα-συγγνώμη…άλλος παιδικός έρωτας ήταν η Νικολέτα που την ήθελε κι ο Κωστάκης που έμενε κάτω από μένα. Να σου πω κάτι, Γιώργο Παπανικολάου; Ψέμματα σου λέω. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν η Αγάπη. Την διεκδικούσαμε με το Θεόφιλο και εγώ την μέρα των ερωτευμένων πήγα και της άφησα λουλούδια στην εξώπορτα του σπιτιού της. Την ώρα που της άφηνα τα λουλούδια, άνοιξε τη πόρτα η μαμά της και με έπιασε στα πράσα. Και πήρε τηλέφωνο τη μαμά μου, τη κυρία Άννα. Που ποτέ δεν έκανα κάτι με την Αγάπη. Πρώτος έρωτας η Αγάπη. Που μετά έσπασε το πόδι της και την έφερνε αγκαλιά στο σχολείο, ο ανταγωνιστής. Εκεί τα παράτησα…Ξέρεις τί είναι να βλέπεις να την κουβαλάει αγκαλιά και να τη φέρνει στο σχολείο, επειδή έσπασε το πόδι;

Αλητεία τότε και τώρα; Τότε, αλητεία ήταν το κάπνισμα. Τώρα δεν κάνω αλητείες. Ποιός τις ορίζει τις αλητείες; Τί είναι αλητεία τώρα; Έχουν αλλάξει τα ήθη…Για μένα, αλητεία είναι κάτι που μετά θα έχεις τύψεις. Έφαγα γλυκό σήμερα. Είναι υποκειμενική η αλητεία πια. Πάθη έχω πολλά…τα πάθη είναι ωραία πριν γίνουν εμμονές. Όταν γίνουν εμμονές, είσαι αξιολύπητος. Είναι γοητευτικά τα πάθη, φτάνει να μη χάσεις τον έλεγχο. Ζούμε την εποχή που είναι εύκολο να κάνεις σεξ και πολύ δύσκολο να αγαπήσεις. Απλά, πιστεύω αυτό που λέει κι ο Βέγγος, ότι το πολύ σκόρπισμα κατσιάζει. Θέλω να πορεύομαι με αγάπη-δηλαδή με δύο χέρια, όχι με 400. Δεν έζησα έντονα φοιτητικά χρόνια. Σε μπαρ έχω να μπω από την επταήμερη του σχολείου. Κάνω μια έντονη δουλειά. Όταν τελειώνει, θέλω να πάρω το φιλαράκι μου και να πάμε κάπου ήσυχα, να μιλάμε, να ακούμε ο ένας τον άλλον. Έχω να σου προτείνω μέρη για να πιούμε ρακές. Όχι για να χορεύουμε ως το ξημέρωμα.  Δεν με ενδιαφέρει εκεί που είναι πολλοί και διασκεδάζουν. Με νοιάζει να πάω εκεί που είναι οι λίγοι. Δεν μου αρέσουν τα «στέκια καλλιτεχνών», που θα ντυθώ καλά και θα πάω…προτιμώ να πηγαίνω σε άδεια μαγαζιά. Δεν μπορώ το ψέμα του «πάμε όλοι μαζί κάπου». Είμαι μοναχικός άνθρωπος, αγαπάω πάρα πολύ τη ρουτίνα μου. Τη σπάω αν το θελήσω. Αλλά με τη παρέα μου, θα γελάσω και θα ανοιχτώ πολύ. Είναι πολύ λίγοι οι φίλοι…

Φοβάμαι τον εαυτό μου, τα βράδια.

Μεγαλώνοντας βλέπω ότι μοιάζω σε πολλά με τον πατέρα μου, τον Λεωνίδα. Αποφεύγω τις μεγάλες συγκινήσεις. Είμαι πολύ ευσυγκίνητος άνθρωπος. Όλη μου η οικογένεια έχει μια ροπή στο ευσυγκίνητο. Τι; Πόσα ωραία σπίτια έχω επιλέξει να μένω; Όλα τα σπίτια που έχω μείνει, έχουν μια βασική προϋπόθεση για μένα: να βλέπουν ουρανό. Σε όλα τα επίπεδα πλέον, είμαστε καταδικασμένοι να κοιτάμε χαμηλά, αφού οι «καρπαζιές» που μας ρίχνουν είναι ατελείωτες ή και γιατί μονίμως κοιτάμε το κινητό μας. Εγώ από τον ουρανό παίρνω δύναμη. Στη Θεσσαλονίκη, η δύναμη μου ήταν η θάλασσα που έβλεπα. Στην Αθήνα, δεν μπορώ εύκολα να τη βρω. Γι αυτό κοιτάω ουρανό.

 

Δεν πιστεύω στη τύχη. Δεν πιστεύω ούτε στο καλό, ούτε στο κακό. Τα προκαλούμε ή τα προσκαλούμε. Με επηρέασε πολύ ο «Καντίντ» σε αυτό. Αν ο καθένας καλλιεργούσε το κήπο του, ίσως ο κόσμος μας θα ήταν πιο όμορφος. Είναι πολύ ουτοπικό αυτό που σου λέω, αλλά αν κοιτάς τη δουλειά σου και δεν σκορπιέσαι στο να αναλώνεσαι με το τί έκανε ο καθένας και γιατί το έκανε και πώς, αλλά κοιτάς εσύ τί θα κάνεις καλύτερο και ποιο είναι πιο εξελίξιμο για σένα, βρίσκεις το κέντρο σου. Τον τελευταίο μονόλογο στον «Καντίντ» έκανα πολύ καιρό να καταλάβω τί λέει. Και το κατάλαβα κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Γιατί εγώ πήγαινα στα εύκολα συγκινησιακά κομμάτια. Αλλά, ο Βολταίρος μιλάει για κάτι πιο μεγάλο. Τώρα μιλάω για κάτι που οι περισσότεροι δεν ξέρετε. Μα είναι εύκολο να το καταλάβετε διαβάζοντας το βιβλίο.

Απογοητεύσεις στον έρωτα; Ωχ…Ο έρωτας είναι δύσκολο κομμάτι. Πάντα έχει έναν θύτη και ένα θύμα. Πολλές φορές, αυτοβαφτιζόμαστε θύματα. Χώρια που μιλάς με έναν άνθρωπο που έχει φάει πολλές χυλόπιτες στη ζωή μου. Και με βούτυρο και χωρίς βούτυρο. Να γλιστράει και να μη, να κατεβαίνει ή όχι. Εν τέλει, είναι ωραίες οι χυλόπιτες και οι ήττες στη ζωή. Αρκεί να τις δέχεσαι-να τις τρως ολόκληρες. Το θέμα είναι αυτό που εισέπραξες κάτι να το κάνεις και να το πας παρακάτω. Μετά τα 30 ξέρεις πως θα πάει μια σχέση. Αρχίζει έτσι, τώρα θα πάει αλλιώς…σε έναν έρωτα γινόμαστε οι άνθρωποι που θα αλλάξουμε τον άλλον, για να τον φέρουμε στα κυβικά μας. Μεγαλώνοντας είναι ωραίο να βρεις το κέντρο σου και να μάθεις να σέβεσαι τον άλλον που έχεις δίπλα σου. Όπως στο «κομμάτι που έλειπε». Να είναι δύο άνθρωποι ολόκληροι πλάι-πλάι. Εγώ, πλέον, δεν αντέχω και πολύ τα «δεν μπορώ χωρίς εσένα» και την διαρκή αναζήτηση. Θέλω ελευθερία στη ζωή μου. Ακόμα και το σκύλο μου, τον έχω χωρίς λουρί κι ας είναι παράνομο. Δεν μπορώ τα «λουριά».

Την εβδομάδα που πέρασε από την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων έως το βράδυ της απονομής, σκεφτόμουν πολλά. Πολύς κόσμος λέει ότι «ένα βραβείο δεν είναι τίποτα» και συμφωνούσα μέχρι τώρα. Αλλά, όταν δουλεύεις μόνος σου, από ένστικτο και ανακαλύπτεις το επόμενο σκαλί κι έπειτα το άλλο σκαλί, και πάμε για το πιο πάνω σκαλί, και ξαφνικά κάποιος βγαίνει και λέει «κέρδισες» είναι υπέροχο.  Με ένστικτο και δουλειά πορεύομαι. Δεν ξέρω κάτι άλλο. Οπότε, όλη αυτή την εβδομάδα ήμουν «εδώ» και «αλλού». Ήμουν μεταξύ των τραγουδιών του Χορν και της πορείας μου. Ήρθαν και με βρήκαν και στον ύπνο μου, λόγια από σκηνοθέτες μου, ρόλοι. Για μένα, όπως είπες και εσύ Γιώργο, αυτό το βραβείο δεν είναι μόνο δύο παραστάσεις. Δεν είναι μόνο Μόσχος και Μοσχόπουλος. Είναι η Γλυκερία Καλαϊτζή, η Κουμίδου, ο Ράτζος, η Χατζηβασιλείου-όλοι οι σκηνοθέτες.

Με το «Πες μου μια λέξη» «σερνόμουνα» από επιτροπή σε επιτροπή. Μια χρονιά είπα να το αλλάξω και πήγα «Της αγάπης αίματα». Μετά ξαναγύρισα στον Χορν. Γιατί δήλωσα ότι δεν το έλεγα καλά; Γιατί έψαχνα να πω τις λέξεις ωραία και σωστά. Αλλά η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι να λέει τις λέξεις ωραία και σωστά, αλλά να περιγράφει τις λέξεις. Κι ας μην είναι ωραίες και σωστές. Το καταλαβαίνεις αυτό στη πορεία. Για όλες τις λέξεις. Ακόμη και για τις λέξεις του έρωτα. Καμιά φορά δεν χρειάζονται και οι λέξεις. Αρκεί ένα μουρμούρισμα αυτών…Παρέλαβα το βραβείο στο θέατρο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ, όπου παίζεται αυτή τη σεζόν «Ο Βυσσινόκηπος». Γι αυτό έκλαψα πιο πολύ. Είναι μια παράσταση που κάναμε στη Θεσσαλονίκη και ήταν ότι πιο κομβικό έκανα. Όχι επειδή έκανε επιτυχία, αλλά γιατί ήταν η πρώτη συνεργασία που δεν φοβήθηκα. Όλοι οι γύρω μου φέρθηκαν γενναιόδωρα-η Σταμούλη μου είπε «πρέπει να με καπελώσεις». Αυτό με απελευθέρωσε πάνω στη σκηνή. Ο «Βυσσινόκηπος» και η βίλα Καπαντζή είναι μια στιγμή στη ζωή μου που σημαίνει πολλά για μένα. Ακολουθούν τα χρόνια του Κρατικού, όπου έχω πρωταγωνιστικούς ρόλους σε έργα ρεπερτορίου. Αν ήταν εύκολο να τα τινάξω όλα στον αέρα και να κατέβω Αθήνα; Όχι, βέβαια! Έφυγα από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος την εποχή που άρχισε να ανθίζει τρελά! Το καλοκαίρι, λίγο πριν φύγω, οι οντισιόν που ανακοινώνονταν ήταν αξιοζήλευτες. Κι εγώ δεν πήγαινα συνειδητά, με συμβόλαιο που «έτρεχε». Έπρεπε να το διακόψω. Ο Γιάννης Αναστάσακης μου φέρθηκε σαν πατέρας-ας μην επεκταθούμε δημόσια περισσότερο, αλλά έφυγα με ευχές από αυτόν! Έφυγα με ευχές από το σπίτι μου, φίλους, μόνος μου στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Ξέρεις, αυτά τώρα τα καταλαβαίνω…Εγώ κατέβηκα για να παίξω στη «Δίκη του Κ.» και πίστευα ότι για να τα βγάζω πέρα οικονομικά, θα χρειαστεί αλήθεια, να μοιράσω και flyer. Και θα το ΄κανα. Άσε που μπορεί να ξαναχρειαστεί να μοιράσω φυλλάδια. Ένα βραβείο δεν σημαίνει ότι βρήκα τη καλή. Όπως λέει και ένας φίλος μου, ο Τάσος, «να θυμάμαι πάντα να φτιάχνω κρέπες». Ότι υπάρχει κι αυτή η επιλογή. Και έτσι μπορώ να λειτουργώ καλύτερα επιλέγοντας σε αυτόν τον καλλιτεχνικό χώρο, και χωρίς…

Με ρωτάς, για δύο φορές στο παρελθόν, που «έκοψα» το συμβόλαιο στο Κρατικό; Ναι. Την πρώτη φορά μου πρότειναν ένα ρόλο σε παραγωγή που δεν με αντιπροσώπευε, «έφυγα». Οι αρμόδιοι ενός φορέα που έχουν την ευθύνη των έργων όφειλαν να κάνουν τη δουλειά τους. Κι εγώ όταν δεν αισθανόμουν ότι μπορώ να είμαι καλός σε κάτι, το ίδιο. Το ίδιο έκανα και τη τελευταία φορά, δίχως δεύτερη σκέψη. Δεν έχω μάθει να βάζω πρώτο μου κριτήριο τα λεφτά. Κάποια στιγμή, πήγα να το κάνω στη ζωή μου, όχι στο θέατρο και έχασα τον ύπνο μου. Δεν μπορώ να βλέπω τους ανθρώπους και τις συνεργασίες σαν λεφτά. Δεν είμαι εγώ. Δεν έχω μεγαλώσει έτσι. Και για να γυρίσω σε κάτι που λέγαμε νωρίτερα. Αυτό για μένα είναι αλητεία.

Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ μετά το βράδυ της απονομής, από χαρά. Νόμιζα ότι θα πάθω εγκεφαλικό. Ο κόσμος από τα Μ.Μ.Ε. και τα social media ήταν θερμά εκδηλωτικός μαζί μου. Μηνύματα, τηλέφωνα, κοινοποιήσεις. Δεν μου έχει συμβεί κάτι παρόμοιο. Κόσμος που χάρηκε με τη χαρά μου. Πολύ ωραίο πράγμα…παλιοί φίλοι, παλιοί έρωτες…όλοι με θυμήθηκαν. Την εβδομάδα που μεσολάβησε ως την απονομή του βραβείου, έκανα τα περισσότερα τσιγάρα από ποτέ. Παρακαλώ τη Karelia να με κάνει άγαλμα-ανάρπαστη γίνηκε στα περίπτερα εξαιτίας μου! Και δεν ήταν τσιγάρα φόβου, αλλά χαράς! Πώς πας σε μια ωραία συναυλία αγαπημένου ανθρώπου; Ήταν τζούρα και στιγμή! Είναι ωραίο, ρε φίλε, να επιβραβεύεται ο μόχθος και η δουλειά. Δεν γίνονται όλα με μέσον. Ούτε-όπως ακούγεται για τη δουλειά μας-γίνονται όλα με «κρεβάτια»- δεν ισχύουν! Τα χρόνια της κρίσης όλοι έπαψαν να ονειρεύονται. Ακόμα και στο θέατρο. Οι παραστάσεις έγιναν «δουλίτσες».  Είναι ωραίο να έχεις τον τσαμπουκά και το θάρρος, να βάζεις σε δεύτερη μοίρα τα λεφτά. Είναι ωραίο να παλεύεις για να ειπωθεί σωστά μια ιστορία στο θέατρο. Κι ας φας, μακαρόνια στο σπίτι, τρεις μέρες.

Θα είμαι το καλοκαίρι στη «Γιαννούλα τη Κουλουρού» που σκηνοθετεί ο Γιώργος Παπαγεωργίου για το Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι πικρή η ιστορία της «Γιαννούλας», με πολύ κοροϊδία μέσα. Απορώ πώς αυτό ήταν έθιμο τόσα χρόνια στην Πάτρα. Ερμηνεύω τον άντρα της «Γιαννούλας» στο όνειρό της, «εκείνον», αφηγητές και κόσμο. Είμαι στην αρχή ακόμα-προσπαθώ να μάθω τον κώδικα του Γιώργου. Ο Παπαγεωργίου σέβεται πάρα πολύ τους ηθοποιούς και είναι με κέφι και ενέργεια στην πρόβα-σχεδόν σαν γιορτή. Ο Γιώργος είναι ένας καλλιτέχνης που έχει να μας πει πράγματα. Είναι οργανωμένος. Εγώ, τώρα, μπήκα «καθαρός»-δεν άρχισα τη μέθοδό μου, το ψάξιμό μου, ακόμα. Θα έρθει…

«Τα νιάτα μας διάδρομοι Αθήνα-Σαλονίκη», που τραγουδάει ο Μητροπάνος. Για το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι που έχω στις δύο πόλεις, θέλω να ψάχνω στα σωθικά των μαθητών μου. Και εκείνοι, στα δικά μου. Από φέτος, κάνω κι εγώ τις ασκήσεις που βάζω στους μαθητές μου. Έτσι κι εγώ, εκτίθεμαι σε εκείνους. Έχω «αλλεργία» με το να θέλουν στο τέλος παράσταση. Ναι, η παράσταση θα γίνει, αλλά δεν θέλω να είναι στόχος. Τώρα, ήρθε η ώρα να σφίξω τα λουριά, να σηκώσουμε μανίκια και να δημιουργήσουμε παραστάσεις στο Εργαστήρι. Από του χρόνου, θα είναι ακόμη πιο εκλεκτικά ολιγομελή τα Τμήματα, θέλω να ανεβάζουμε κι ως ομάδα πράγματα που μας αφορούν και θα ήθελα-πρώτα ο Θεός-να αποκτήσω τον δικό μου χώρο.

Τί σκέφτομαι στα σκοτάδια του «Αρχιμήδη», στη διάρκεια της παράστασης; Στην «αρχή» του «Αρχιμήδη» έπρεπε να παλέψω και να νικήσω πολλά σκοτάδια μου και φόβους. Όσο περίεργο και φαίνεται, είμαι πολύ ανασφαλής και δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση. Το να βγω στη σκηνή σε απόσταση αναπνοής από το κοινό, και να βγω στα «αποδυτήρια κολυμβητηρίου» για να πείσω ότι είμαι εγώ ο «ωραίος», ο «άνετος» κι άλλα που έχει καταγεγραμμένα το κείμενο, και να τα υπερασπιστώ, ήταν θέματα που έπρεπε να ρίξω δουλειά. Και πρακτική και θεωρητική.

Την επόμενη μέρα, οι υποχρεώσεις έτρεχαν, οι πρόβες, στην ώρα μου να είμαι στο θέατρο. Και βέβαια, δεν μαζεύονται εύκολα τα μυαλά. Ξαφνικά έπεσαν όλα τα φώτα πάνω μου. Ντρέπομαι τα τόσο καλά λόγια και νομίζω υπερβάλλουν σε τόσο πολλά καλά λόγια που λένε και γράφονται για μένα. Εγώ κάνω τη δουλειά μου. Και αυτό θα συνεχίσω.  Ήρεμα. Τα 3.000 ευρώ θα μπούνε στη τράπεζα και φέτος το καλοκαίρι θέλω να κάνω διακοπές. Κυκλάδες, σε όποιο νησί, εκτός της Σαντορίνης που έχει ηφαίστειο και τα φοβάμαι εγώ αυτά. Έχω ανάγκη να δω θέατρο στο εξωτερικό . Και σαν θεατής, και σαν ηθοποιός, και σαν δάσκαλος-είναι κι αυτό κομμάτι της δουλειάς μου. Θέλω να ενημερώνομαι και να εξελίσσομαι σε όλες μου τις ιδιότητες. Πού είναι ο σταυρός; Ο σταυρός είναι στο λαιμό μου. Και εκεί θα είναι. Δεν θέλω για έναν χρόνο να τον βγάλω από πάνω μου.