at a glance
Top

Εσύ, τι φοβάσαι;

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Κραγιόν στη θέση του, look επιμελώς ατημέλητο και ερωτήσεις προβαρισμένες στον καθρέφτη. Πρώτο ραντεβού. Ξέρω ότι «δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για μια καλή πρώτη εντύπωση», οπότε δεν θα αφήσω τίποτα να πάει στραβά! Κλείνω το μάτι κι έφυγα!

Κι εκεί που νιώθω ότι εντυπωσιάζω με τις έξυπνες ατάκες μου, έρχεται η -εκτός πρωτοκόλλου- ερώτηση:

-«Τι φοβάσαι πιο πολύ;»

-«Τι εννοείς; Δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι σούπερ- ηρωίδα», χαζογελώ μήπως κι αποφύγω την απάντηση (μα τι ρωτάει; πάμε καλά; )

-«Έλα, πες μου…» (εκεί αυτός, επιμένει!)

-«Οκ λοιπόν…φοβόμουν τις κατσαρίδες, αλλά αναγκάστηκα και το ξεπέρασα, φοβόμουν τους σκύλους, αλλά το ξεπέρασα κι αυτό, φοβάμαι τις μηχανές, αλλά προσπαθώ και το διαχειρίζομαι…και γενικά θεωρώ ότι οι φόβοι είναι για να τους αντιμετωπίζουμε και να τους ξεπερνάμε…».

Και κάπως έτσι, αφού με μια ανάσα έπεισα για το δυναμικό του χαρακτήρα μου, το ραντεβού ξαναμπήκε στη ρουτίνα του: αγαπημένος προορισμός, χόμπι, ζώδια, μουσικές επιλογές…

Γυρίζοντας σπίτι, αντί να σκέφτομαι το χαμόγελό του, το μυαλό μου έχει κολλήσει σε εκείνη την ερώτηση…και στο δικό μου ψέμα… (μα πόσο καλά θέλει να με μάθει; Κι εγώ; Γιατί ξεκινάω κάτι στηριζόμενη σε ψέματα;)

Συνειδητοποιώ ότι φοβάμαι. Πολύ και πολλά. Φοβάμαι τους κεραυνούς κάθε που βρέχει. Τους σεισμούς. Τα φίδια, το σκοτάδι, τα έντομα. Φοβάμαι τα αεροπλάνα, κι ας δείχνω ότι το απολαμβάνω. Το ύψος-όταν δε νιώθω ασφαλής, τα υπόγεια και τους στενούς χώρους. Και τις στενές σχέσεις, που δεν με αφήνουν να αναπνεύσω. Φοβάμαι τα περιστέρια όταν πετούν και τις νυχτερίδες όταν πηγαίνουν σα τρελές. Φοβάμαι ακόμα τους σκύλους. Φοβάμαι και τις σκάλες, γι’ αυτό κρατιέμαι γερά.

Κι όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνει και η λίστα. Πλέον φοβάμαι τις πολυσύχναστες πλατείες και τα αεροδρόμια, και σίγουρα δεν φταίει μόνο ότι ο κόσμος μας έγινε πιο σκληρός. Φοβάμαι τα ταξίδια, ιδίως όταν ταξιδεύουν δικοί μου άνθρωποι. Τώρα φοβάμαι και τα λούνα παρκ, κι ας τα λάτρευα μικρή. Και τις βουτιές, κι ας με βγάζανε με κλάματα από τη θάλασσα. Φοβάμαι τις αρρώστιες, τα ατυχήματα και «την κακιά την ώρα». Τους ανθρώπους που δε με κοιτούν στα μάτια, τις ανασφάλειές μου που μπορεί να με εγκλωβίσουν σε λάθος αγκαλιά, τα συναισθήματα που θάβονται πριν εκφραστούν, αλλά κι αυτά που δεν μπορώ να ελέγξω και με παρασέρνουν όπου εκείνα θέλουν. Φοβάμαι μη χάσω τα λογικά μου, φοβάμαι μη χάσω τη μνήμη μου, και χαθώ κι εγώ.

Πιο πολύ όμως φοβάμαι τους φόβους. Όχι το να φοβάμαι, αυτό είναι φυσιολογικό. Είναι στη φύση του ανθρώπου να φοβάται. Φοβάμαι όμως μην αρχίσουν αυτοί  και ορίζουν και επηρεάζουν την καθημερινότητα,  τις επιλογές, τη ζωή μου. Φοβάμαι μη χάσω τη δύναμη να τους παλεύω, μη με θολώσουν και δε μπορώ να τους κοιτάξω κατάματα. Φοβάμαι μη με βρουν ευάλωτη και με νικήσουν.

Στο επόμενο ραντεβού θα αποκαταστήσω την αλήθεια. Θα του πω ότι φοβάμαι πολλά, γιατί είμαι άνθρωπος. Θα του πω επίσης ότι είμαι δυνατή-κι ας φοβάμαι- και παλεύω σώμα με σώμα με τους φόβους μου, και τους νικάω. Κι αν καμιά φορά στραβοπατήσω και πέσω, πάλι σηκώνομαι.