at a glance
Top

Oι δύο σαΐτες

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Κ. ‘’Αυτή μονάχη της του ‘κλεισε τα μάτια. Μοναχή. Κι είχανε πάρει να δακρύζουνε, μα κοντοστάθηκε το δάκρυ τους. Κι άρπαξαν και μια γυαλάδα φεγγαριού -βράδυ ήτανε, ντε- λάμπανε, θαρρείς, ακόμη ζωντανός να ήταν. Και τάχα μου, τί τα κλείνουνε τα μάτια του νεκρού -ποτέ δεν το κατάλαβα. Σάμπως, μη δει του Άδη τα σκοτάδια και κάνει πίσω να γυρίσει και πάλι το δρόμο του μη χάσει ή μπερδέψει; Μυστήριο κι ανεξήγητο σε τέτοιους ύπνους να τον στέλνουν, έτσι. Ή πάλι θα μου πεις, τους όρκους του φοβούμενοι να μη καταπατήσει και θέλει κι άλλο να σταθεί στη γη κι απόφαση δεν παίρνει; Μωρ’ αυτός που πήρε το δρόμο του, τον πήρε και πάει. Αλί σ’ αυτούς που μένουνε από ένα πείσμα και μόνο, και ζωή καμιά ποτέ δε ζήσανε δική τους. Χίλιες φορές νεκρός, που λες, παρά τέτοια ζωή.’’

Ν. ‘’ Και δε μου λες, ήτανε όμορφος ο μπαμπάς; Καλομιλούσε της μάνας μας; Τα μάτια του… τα μάτια του, τι χρώμα είχανε; ‘Μένα με θυμότανε καμιά φορά, έλεγε για μένα κάτι; Η μάνα; Η μάνα μας πως ήτανε; Ήσανε ψηλοί οι δυο τους; Η μυρουδιά τους τι θύμιζε, Καιτούλα μου; Άνοιξη στο βουνό, λιακάδα μετά από βροχή, ρούχα μουρουδιακά ή φαγητό της Κυριακής; Πώς μύριζαν, να σε χαρώ, για πες μου!’’

Κ. ‘’Στάσου, βρε Νένα μου. Δέκα στόματα να ‘χα δε θα σε προλάβαινα. Μωρ’ τι κατάπιες; Βρε, τα κοπάνισες μονάχη πριν μου κουβαληθείς Κυριακάτικα; Για κάνε χου. Κάνε χου και γεμίζω και το δικό μου το ποτήρι για να σε προλάβω. Άντε, στην υγειά μας, στα φαρμάκια που έφυγαν, στις χαρές που μας απόμειναν.’’

Ν. ‘’Μια κουβέντα είναι αυτή. Στην υγειά μας! Στην υγειά μας, Καιτούλα μου. Εσύ τους έζησες, του χάρηκες, μ’ όλα τα καλά κι όλα τα στραβά τους. Τους χόρτασες εσύ…’’

Κ. ‘’Μωρ’ τους φορτώθηκα θέλεις να πεις. Τη φτώχεια τους, τη γκρίνια τους, τους καυγάδες τους, την απώλειά σου πάνω απ’ όλα. Τα γεράματά τους, τις αρρώστιες τους, το θάνατό τους.- Εκείνο που τους κλείνουνε τα μάτια χωνεμό δεν το ‘χω. Κι εσείς εκεί, έτσι το ‘χετε; -Εσύ μεγάλωσες στα παλάτια, βρε. Παντρεύτηκες, έκαμες παιδιά! Εγώ αυτούς παντρεύτηκα.’’

Ν. ‘’Ε, πως κι εσύ…’’

Κ. ’’Τι κι εγώ… Πάρε και λίγο τουρσάκι, ‘γω το ‘φτιαξα. Πάρε! Μμμμ να γλείφεις τα δαχτ… Φτου! Τρίχα! Άσπρη και μακριά. Δικιά μου! Πως στην ευχή βρέθηκε ‘δω μέσα. Άμα σιχαίνεσαι άστο. Πάρε αντζούγια και ελιά. Θα το φάω μονάχη μου.

Κι εγώ! Τι κι εγώ… μια φορά αγάπησα έναν, αλλά ο μπαμπάς είπε σε χαφιέ δε σε δίνω. Αυτός δε μ’ έδωσε, εκείνος δε με πήρε κι εγώ… δεν πήγα από μονάχη. Όρσε. Φάε και κάτι πουλάκι μου, μόνο τραβάς ποτήρι σα ρεμπέτης. Φάε.’’

Ν. ‘’Μια μέρα να ‘μουνα στα πόδια τους. Να έτρωγα το φαγητό της…’’

Κ. ‘’Φάε απ’ το δικό μου. Όλα τα μυστικά της κουζίνας της τής τα πήρα.’’

Ν. ‘’Ν’ άκουγα τις φωνές τους μια φορά. Τα τραγούδια τους…’’

Κ. ‘’ Και οι δυο τους φάλτσοι. Μη χολοσκάς. Απορώ σε ποιον έμοιασα εγώ. Αηδόνι!’’

Ν. ‘’ Ήθελα να με χτένιζε μια φορά η μάνα όπως θα έβγαινα απ’ το μπάνιο.’’

Κ. ‘’ Μια φορά, Σάββατο παρά Σάββατο. Στη λεκανίτσα στην κουζίνα. Κοινή θέα, μέχρι να έρθουν οι γυναικείοι πόνοι και βγάλει τρίχες το απ’ αυτό μου’’

Ν. ‘’ Να με σηκώσει στα χέρια του ψηλά ο μπαμπάς και να με φέρει γύρες. Να μου χαμογελά και τα δόντια του να λάμπουνε στο φως της κάμαρας…’’

Κ. ‘’Μασέλα από τα τριάντα οκτώ. Πάμε παρακάτω. Βρε, φάε και κάτι. Τ’ ανάσκελα θα μου απομείνεις.’’

Ν. ‘’ Καιτούλα μου, πάντα δεν τα πήγαιναν καλά οι δικοί μας ή μόνο τα τελευταία χρόνια;’’

Κ. ‘’ Παιδί σαν ήμουνα δεν κατάλαβα, παρά μεγαλώνοντας. Στο έχω πει αυτό; Άκου, άκου τι μου συνέβη. Στην υγειά μας, αδελφούλα.’’

Ν. ‘’Στην υγειά μας, στην υγειά μας, μα λέγε!’’

Κ. ‘’Τα γράμματα δεν τα ‘παιρνα, σου το ‘χω πει. Κι ο μπαμπάς δεν πολυπίεζε. Κορίτσι είναι, τι της χρειάζονται. Ας γίνει νοικοκυρά, έλεγε της μάνας. Όλα να της τα μάθεις, όμως! Εκείνο το μεσημέρι, Άνοιξη ήτανε μα το ‘χε το κρύο του, η δασκάλα μας έδιωξε νωρίτερα μιας και τα ξύλα σώθηκαν όλα και πάγωσαν τα ποδάρια μας. Πήρα το δρόμο, ανέμελη και χαρούμενη, για πίσω. Οι δυο τους γύριζαν απ’ τα κλαδέματα αργά το μεσημέρι. Τους άναβα τη σόμπα κι έστρωνα το τραπέζι πάντα και τους περίμενα να φάμε όλοι μαζί. Γυρνάω που λες το κλειδί και μπαίνω με φόρα στην κάμαρη.

Ν. ‘’Και;’’

Κ. ‘’Είχε πάρει να βρέχει και τ’ αφεντικά τους διώξανε. Μουσκίδι να γινότανε;’’

Ν. ‘’Και;’’

Κ. ‘’ Μπαίνει η Καιτούλα σου, που λες, στην κάμαρη και είναι τα πουλάκια μου τσιτσίδι πάνω στην καργιόλα κι αγκομαχούν και σπρώχνονται ο ένας μέσα στον άλλο σαν τα σκυλιά στους δρόμους.

Ν. ‘’Αμάν, μη συνεχίζεις, Καιτούλα μου. Για πες…’’

Κ. ‘’Τι να σου λέω. Η μάνα σουλουπώθηκε με μια κραυγή παρέα κι όρμησε να μου δικαιολογηθεί και να μου εξηγήσει τ’ ανομολόγητα, και ο μπαμπάς… Ο μπαμπάς…’’

Ν. ‘’Τι ο μπαμπάς; Μη μου πεις! Για πες για πες…’’

Κ. ‘’…για μια βδομάδα κρύβουνταν να μη τον ειδώ και να μη με ανταμώσει. Τέτοια ντροπή! Δεν πρέπει να ξαναξάπλωσαν μαζί για μήνες… Ουχουου!! Να βάλω και λίγο μπάτζο. Πώς αφαιρέθηκα έτσι.’’

Ν. ‘’Για μένα δεν έλεγαν τίποτα; ‘’

Κ. ‘’Μόνο ο μπαμπάς τολμούσε. Η μάνα πάντα έκλαιγε όταν τον άκουγε. Κανείς τους δεν έφταιγε, Νένα μου. Τους είπαν ότι έζησε το ένα από τα δυο. Δύσκολη γέννα. Ποιος να ψάξει τους γιατρούς ‘κείνα τα χρόνια και ποιος να τους αμφισβητήσει. Ό,τι λέγανε ήτανε νόμος. Ένα, ένα. Ας είναι. Αυτό ήθελε ο θεός, είπανε όλοι, αυτό έγινε. Μόνο του μπαμπά κάτι δεν του πήγαινε καλά. Λίγο τα μασημένα λόγια τους, λίγο ότι πάντα είχε μάθει να κρατάει μια πισινή για όλα. Αλλά μέχρι εκεί. Τι να ‘κανε ο έρμος; Από αυτόν πήρες εσύ. Τα μάτια του. Σα να τον βλέπω. Το βλέμμα του ίδιο. Η κορμοστασιά, τα δάχτυλα τα μακριά, ο τρόπος που λες το ρο. Γάργαρο. Εγώ καρμπόν η μάνα μας. Φτυστή! Άντε, άσπρο πάτο αδερφούλα.’’

Ν. ‘’Άσπρο πάτο! Καλά που τα έφερε έτσι ο μοίρα και σε ξαναβρήκα, Καιτούλα μου. Πάντα κάτι μου έλειπε τόσα χρόνια. Πάντα λειψή… Ξέρεις, τις Κυριακές τ’ απογεύματα, από παιδούλα ακόμη, καθόμουν στο ανοιχτό παράθυρο κι αρμένιζα. Έκλεινα τα μάτια μου κι έψαχνα από κάπου να συμπληρωθώ. Να γεμίσω. Έπειτα, έπιανα κόλες χαρτί κι έφτιαχνα σαΐτες. Τις φόρτωνα όνειρα δικά μου και τις πετούσα απ’ το μπαλκόνι στο κενό. Δεν περίμενα να δω που θα πέσουνε. Χαιρόμουνα με την ιδέα ότι θα πέταγαν μακριά. Ότι θα φτάνανε εκεί που πρέπει με όλα μου τα όνειρα και τις επιθυμίες πάνω στα εφήμερα φτερά τους φορτωμένα…’’

Κ. ‘’Δεν μου το είχες ξαναπεί αυτό.’’

Ν. ‘’Να, λίγο ντρεπόμουνα. Μη με περάσεις για τρελή και φαντασμένη.’’

Κ. ‘’Και τί κακό έχουν οι τρελοί και οι φαντασμένοι! ‘’

Ν. ‘’Ξέρω ‘γω…’’

Κ. ‘’ Νένα μου, τρελοί και φαντασμένοι είναι οι ποιητές και οι καλλιτέχνες. Να, σαν εσένα. Έλα να σ΄ αγκαλιάσω. Έλα. Κλείσε τα μάτια σου κι άκου με. Τα έκλεισες;’’

Ν.’’ Μμμ…’’

Κ. ‘’ Ο μπαμπάς τις Κυριακές άναβε κάνα τσιγαράκι το απόγευμα. Καθότανε μπροστά στο παράθυρο, τράβαγε λίγο την κουρτίνα στο πλάι και το βλέμμα του έφευγε στο κενό. Μόνο τότε ήταν ήρεμος για λίγο… Άνοιγε έπειτα τα φύλλα να ξεβρωμίσει ο ντουνιάς απ’ τις καπνίλες κι έπιανε την εφημερίδα του. Έκοβε δυο τρεις σελίδες κι έφτιαχνε σαΐτες που τις πετούσε στο κενό  ή μάλλον όχι στο κενό. Σ’ εσένα. Σίγουρα τις έστελνε σ’ εσένα. Τότε, φιλώ σταυρό, κάπου θα συναντιόντουσαν οι σαΐτες σας κι αντάλλασσαν αγάπες, Νένα μου. Αυτό είναι η ζωή. Δύο σαΐτες που είτε συναντιούνται ή καίγονται μονάχες ‘κει ψηλά. Αυτό είναι. Δύο σαΐτες χάρτινες. Και για τον έρωτα το ίδιο ισχύει. Δύο σαΐτες, Νένα μου, μ ‘ακούς; Δύο σαΐτες, αδελφούλα, που είτε που κάποτε θα σμίξουν, είτε που θα καούν.’’