at a glance
Top

Δε γαμιέται

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Έξι και πέντε. Προλαβαίνω εδώ και κάμποσα χρόνια το ξυπνητήρι. Για ασφάλεια πλέον το ρυθμίζω. Για σιγουριά. Από τις πέντε ανοίγει το μάτι. Ο οργανισμός λειτουργεί μετά τα πενήντα αλλιώς. Να μην πω μετά τα σαράντα. Γίνεται φίλη σου η νύχτα και τα κοκόρια αδέρφια.

Έξι και πέντε. Ξανά στο πόδι η ζωή. Κρύβω σ’ εσώρουχα, ρούχα φαρδιά και παντελόνια μεταποιημένα από μοδίστρας χέρι, τα περιττά κιλά μου. Μωρέ πώς έγινες έτσι, ακούει κάθε πρωί ο καθρέφτης. Φέρνω, απ’ όπου μπορώ και γίνεται, μαλλιά-τρίχες ορφανεμένες, να κρύψουν τα απογυμνωμένα μου σημεία, μπας και κερδίσω -να τόσο δα- από την απολεσθείσα μου αυτοεκτίμηση. Μάταιος κόπος. Ένα κουλουράκι στο χέρι, κλειδιά, κινητό, φάκελος εργασίας. Ακόμη ένας έλεγχος. Κλειδιά, κινητό, φάκελος εργασίας… και κέικ σοκολάτας ή μήλο; Κανένα δίλημμα.

Εδώ και ένα ολόκληρο τέταρτο έχω παρκάρει ακριβώς απέναντι από τη βιοτεχνία που εργάζομαι. Κάτι, κάτι… κάτι περίεργο και ακατανόμαστο δε μου επιτρέπει σήμερα να βηματίσω προς την δεκάωρη τρέλα. Σήμερα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά. Κατακόρυφο ο ζεστός καφές και ‘άσπρο’ πάτο. Λύνω χειρόφρενο και το σκάω έστω και πρόσκαιρα. Στενό στο στενό, δρόμο το δρόμο, ανοίχτηκα. Σαν τρεχαντήρι σε θάλασσα ρηχή. Καμία σκέψη. Μονάχα αχόρταγη επιθυμία φευγιού. Εγώ και μια καταπίεση, που πούπουλο το πούπουλο έχανα απ’ το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου μου τόσο ευχάριστα. Ελευθερία, ή αν θέλεις τεμπελιά. ‘’Δικαίωμα στην τεμπελιά’’, που μου έμαθε η φίλη μου η Ειρήνη που μένει χρόνια στην Αθήνα. Του Πωλ Λαφάργκ, μου είχε πει, να το διαβάσεις. Σχεδόν γυμνός τώρα πια, στη θέση του οδηγού. Λίγα τα πούπουλα.

Κατέληξα στο χωριό μου, έξω από το πατρικό μου που χρόνια ρημάζει, μαραζώνει. Την εξώπορτα φυλάει μια νεαρή συκιά, που φύτρωσε μονάχη και φύμωσε τ’ άνοιγμα της αλυσοδεμένης πόρτας. Έδωσα ένα σάλτο -ψέματα…- σκαρφάλωσα με το ζόρι το κάγκελο της αυλής, έβγαλα τα κρυμμένα κλειδιά από το τρύπιο τούβλο και ανέβασα τον γενικό του ηλεκτρικού πίνακα. Μια τετράχρονη υγρασία βρήκε ευκαιρία και το ‘σκασε. Άφησε πίσω της όμως την μυρωδιά της, βρεμένους τοίχους κι έπιπλα. Κι αυτό το άηχο του θανάτου που εγκλωβισμένο σουλατσάριζε στο πατρικό, μεταμορφωμένο σε μοναξιά. Και σκόνη. Που από πού ορμώμενη, θα ‘θελα να ‘ξερα, και με πoια λογική απλώθηκε και στρογγυλοκάθησε στον πάγκο της κουζίνας μας, εκείνον όπου η μάνα μου μέχρι την τελευταία της πνοή, καθάριζε και γυάλιζε μετά μανίας, πάθους κι έρωτα, οκτώ… και δώδεκα φορές τη μέρα. Σίγουρα παραπάνω. Ανήθικη, άτιμη και βέβηλη σκόνη.

Άνοιξα την κάμαρα την παιδική. Τίποτα δεν άλλαξε ΄κει μέσα. Τράβηξα κάτω από το κρεβάτι μου την βαλίτσα με τα εφηβικά μου όνειρα. Κάποια στιχάκια μου, ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο, μάλλον κόκκινο, δυο αγαπημένα μου κόμικ, το ντέφι μου και η φυσαρμόνικά μου… Ώπα. Λίγο αέρα, βρε αδερφέ! Τράβηξα την κουρτίνα στο πλάι απαλά, έπιασα τα δροσερά πόμολα του παραθύρου και έδωσα φως κι αέρα τινάζοντας τα παντζούρια στο πλάι. Έτσι μπράβο. Χαμήλωσα μπροστά στη βαλίτσα, άλλη μια. Φωτογραφίες χύμα σε φάκελο Kodak κι αρνητικά σε διαφάνειες. Λίγα αθλητικά μετάλλια -δευτερότριτα όλα- και κασέτες χρωμίου TDK, με μουσικές επιλογές μου. Τα χάιδεψα όλα, όπως χάιδευα τους γιους μου τα βράδια που κοιμότανε, στην πλάτη απαλά. Έπιασα στις παλάμες μου μια κασέτα, τη σήκωσα ψηλά και γέμισα μουσικές. Εξατμίζονταν οι νότες στα ταβάνια, γίνονταν πεντάγραμμα και χρόνια μου εφηβικά. Θαρρώ άκουσα τον Ντίλαν να σκαρφαλώνει τη ράχη μου, να με παιδεύει ευχάριστα με την φαλτσοφωνή του. Η σκιά από τα χέρια μου έπιασε άθελα τον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μου. Κόντρα στις μεσημεριανές πια ηλιαχτίδες. Δάχτυλα και παλάμες, πότε λαγός, πότε σκυλί που αλυχτά βουβά και πότε πεταλούδα, που όνειρα και χρόνια μου ξηλώνει. Αχ πεταλούδα… Κι ο Ντίλαν μόνιμα εκεί. Στο δάσος με την πεταλούδα, το λαγό και το βουβό σκυλί μου. Το κινητό μου, η μόνη και μόνιμη παραφωνία. Δε με νοιάζει ποιος είναι. Σήμερα είμαι ελεύθερος να τεμπελιάσω, να ξαναονειρευτώ, ν’ αναπολήσω. Κάποιος ξανακαλεί. Δε γαμιέται, λέω εγώ. Δε γαμιέται. Πρώτα εντός μου κι έπειτα φωναχτά.

Πήρε να βρέχει ξαφνικά…