at a glance
Top

στη συναυλία της Ελεονώρας Ζουγανέλη

Βγήκα στο μπαλκόνι. Ουρανοί φορτωμένοι με σύννεφα ασπροσταχτιά. Λες και θα ΄βγαινες στο δρόμο και θα σιγοτραγουδούσες «μας έπιασε αλύπητη βροχή», στο ντάλα του Ιούνη. Δεν με ένοιαζε.

Πλέον, δεν άντεχα άλλο. Πόσα τσιγάρα να στρίψω ακόμα, πόσα χαρτάκια σε χείλη στεγνά.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

η αγάπη είναι φωτιά

Είχαμε βγάλει μαζί τα «εισιτήρια» και ακούγαμε στο youtube το νέο της τραγούδι. «Μια ξενιτιά είναι η δική μου αγκαλιά»…

Και για μια βλακεία, πάλι πλακωθήκαμε το μεσημέρι. Μαζί της έχω μάθει τι πάει να πει υπομονή. Και με την άλλη έμαθα το θυμό να τον κάνω τραγούδι.

Βγήκα στο δρόμο και ανέβηκα στο θέατρο Δάσους. Μόνος μου σε συναυλία. Γέλα κυρία μου, γέλα καλή μου…σπίτι να μείνω απάλευτος, αποκλείεται! Μουντιάλ δεν είχε ακόμα, εισιτήριο είχα για δύο, και ένα cd στο αυτοκίνητο λιωμένο εδώ και μέρες.

Όση ζέστη, τόσος κόσμος μέσα στο θέατρο της Σαλονίκης. Με μπύρα στο χέρι και τσιγάρο μισό, ξεκίνησα παρέα με χιλιάδες να τραγουδώ….»γι αυτό γεννήθηκε ο κόσμος μάτια μου, γι αυτό, για να σε συναντήσω». Την καψούρα που την έκανα βάσανο κι αντί να μου κάνει καλό η Ελεονώρα, μου «φόρτωσε» το συναίσθημα. «Κι η βαλίτσα δεν πηγαίνει παραπέρα»; Επιτυχίες η μία πίσω από την άλλη. Η Ελεονώρα αγέρωχη, θεατράλε, ροκού, χορευταρού, με φωνή καμπάνα και τη καρδιά κέρμα να την πετά στον αγέρα κι όπου πέσει.

«Μονάχα εγώ κι άλλος κανένας» μου τραγουδάει…κι εγώ ανοίγω το κινητό και χαζεύω την φωτογραφία της. Θέλω να την πάρω τηλέφωνο να της πω πόσο την αγαπώ, αλλά προτιμώ να σπάσω το δείκτη από τα δάχτυλα μου, παρά αυτό. Εγωισμέ, κάνε κουράγιο….φάση «που με διώχνουνε ως κι οι θάλασσες».

Χιλιάδες κόσμου κι εγώ σε ησυχία με εξομολόγο μου την Ελεονώρα. Να-ναι-ναι σου λέω. Τί δεν καταλαβαίνεις; Το κορίτσι με το χαμόγελο στα χείλη που πόνεσε πολύ-γνωριζόμαστε εμείς οι ίδιοι που πατήσαμε νάρκες και ξύσαμε πληγές, μου τραγουδά και είναι σαν να μιλάει η ψυχή. Μου.

Νέα τραγούδια από το «που με φτάσανε οι έρωτες», στην «αγάπη δεμένη». Και εγώ θολωμένος να μη ξέρω τι μου γίνεται και να πείθω τον εαυτό μου ότι περνάω καλά. Κι έρχεται το «μακριά μου να φύγεις» να με κάνει να ψάχνω το γέρο με το ψυγείο με τις μπύρες. Πονετική κι αλέγκρα η βραδιά της, στο πρόγραμμα. Με το σύνθημα «να συντονίσουμε καρδιές, να επικοινωνήσουμε» πιάνω καραμπινάτο σταθμό αισθήματος με ντεσιμπέλ στα άκρα. «Αν το τέλος είναι αυτό, δεν θέλω να το δω» από Κώστα Τουρνά και με το ζόρι κρατιέμαι να μην πατήσω «κλήση».

Κλείνω τα μάτια και εκείνη αρχίζει το «κόψε και μοίρασε στα δύο, πάντα η αγάπη θέλει δύο»….μας πατάει pause στην ορχήστρα, δίνει σύνθημα στο κόσμο όρθιο να κάνει παλαμάκια σε tempo και «δυο να μοιράζονται αμαρτία και θεό». Κλείνω τα μάτια και κάνω εικόνα ότι με παίρνει τηλέφωνο εκείνη. Απάλευτος. Ο. Απάλευτος. Μιλάμε ανοίγω μάτια, κι ένας τύπος από δίπλα μου ζητά αναπτήρα. «Δύσκολη Σιωπή» τραγουδάει και γυρνά στο κορίτσι του και το αγκαλιάζει. «Είπα στους φίλους μου για σένα»…παραπέρα ο Πάνος με την κοπέλα του-«η δικιά σου, δεν ήρθε; Καλά ρε μαλάκα, μόνος ήρθες στην Ελεονώρα;»….»Δεν μας γαμείς, ρε Πάνο», μου ΄ρθε να του πω, αλλά κρατήθηκα.

Solo κιθάρα και η Ελεονώρα τραγουδά το «Θέλω να σε δω»…μια σπουδαία στιγμή στο πρόγραμμα της.

Χειρότερο κι από βρισιά, «τα λέμε». Γαμώτο. Μαζί σου «Ελεοζού» έμαθα να βρίζω στα τραγούδια.

«Δρόμοι του Βερολίνο» σε μια «βροχή»-το δεύτερο δικό της νέο τραγούδι. Κι ο τόσο διαφορετικά υπέροχος «γεροπλάτανος» της.

Κάπου εκεί, η Ελεονώρα αρχίζει να μας μιλάει για το γράμμα από το κορίτσι-που δεν θυμάται το όνομα της-και τον Ηλία. Γράμμα που έλαβε σήμερα, ότι τα βρήκανε πριν ένα χρόνο, στην συναυλία της στο Δάσους και είναι και πάλι απόψε εδώ να το γιορτάσουν. Ευτυχώς το «έλα να με τελειώσεις μόνο εσύ μπορείς» δεν έπαιξε στο πρόγραμμα…θα κινδύνευα από αυτοκτονία.
Τσιγάρο το τσιγάρο, χάνομαι στη φωνή της και στον έρωτα μου. Το πρώτο μου δώρο στο κορίτσι μου ήταν το-τότε-νέο της cd «Με αγαπούσες κι άνθιζε». Κι εκείνη έκοψε ένα γιασεμί από το μπαλκόνι της και μου το έβαλε στο στόμα να το φιλήσω.  Κι ήμουν ο πιο ευτυχισμένος «βλάκας» στον κόσμο. Κι εκείνη το ΄παιζε «ατρόμητη». «Κυρία»! Α, σταδιάλα. Ωραία ήταν!

Καταριέμαι τη ζωή μου, τις φοβίες, τις ανασφάλειες μου, σηκώνω το κινητό και τραβάω βιντεάκια…στο «ρομάντζο» της αλήθειας μου, τα ΄χω χαμένα και δεν ξέρω τι κάνω πια. Και πίνω μπύρες και τραγουδάω. Και ξεχνάω. Και με ταξιδεύει η Ελεονώρα με «δεύτερα κλειδιά». Κι άξαφνα κοιτάω το κινητό και έχω sms. Κολλάει το κινητό-δεν ανοίγει το sms, τέσπα-αφού δεν το σπάω-επιτέλους ανοίγει….και το διαβάζω.

«Ήρθα σπίτι, βλάκα μου, κι εσύ δεν είσαι και δεν έχω δεύτερα κλειδιά. Έτσι και είσαι στη συναυλία της Ζουγανέλη, θα σε δαγκώσω. Έλα κι άνοιξε μου». Πέταξα πέρα τα τενεκεδάκια της μπύρας. Ανάθεμα που παράτησα το καπνό κι έγινα ο ίδιος καπνός.

Όσο κατέβαινα από το Δάσους, η Ζουγανέλη ακόμα τραγουδούσε κι η φωνή της, τα μερακλίδικα χορευτικά της κομμάτια, με συντρόφευσαν μέχρι τη Καμάρα. Ήμουν ευτυχισμένος και δεν θυμάμαι πόσο γρήγορα μπορείς να κατέβεις μια κατηφόρα. Ο «βλάκας της»  και πάλι όλος για εκείνη. Του χρόνου θα είμαστε στις «νύχτες καλοκαιριού» μαζί κι οι δυο-υπόσχεση στον εαυτό μου. Όχι μόνο ο Ηλίας κι η δικιά του. Τυχεροί όλοι της γης οι μοιρασμένοι…κι αυτό η Ζουγανέλη το ξέρει καλά…. Νύχτα μελωδικής χαρμολύπης καλοκαιριού. Κι «όσοι μας είδανε μαζί, τον έρωτα φοβούνται», Ελεονώρα.