at a glance
Top

Βόλτα στην πόλη

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Κάθε φορά που το μυαλό θολώνει, που οι σκέψεις στροβιλίζονται μέσα στο κεφάλι, που η πραγματικότητα μπλέκεται με τη φαντασία, η μόνη διέξοδος είναι μια βόλτα στην πόλη.

Τη γνώρισα από τις οικογενειακές βόλτες, ως παιδί, κρατώντας σφιχτά το χέρι της μαμάς, ρουφώντας όσα μου έλεγε γι’ αυτή, κληρονομώντας από εκείνη  τη λαχτάρα να τη ζήσω. Λάτρεψα την ομίχλη της, τις εκκλησιές της, τα τουρκικά σημάδια στη «στολή» της, μέσα από τη γραφή του Ιωάννου, μικρή μαθήτρια…. Περιπλανήθηκα στα στενά της, χάθηκα στις αγορές, χάζεψα τη θέα από τα τείχη της, διάβασα στο λιμάνι της, ως φοιτήτρια. Και γυναίκα πια, κάθε φορά που κάτι  το μυαλό μου προσπαθεί να βασανίσει, γυρίζω εκεί. Και περπατάω.

Εκεί, μακριά από όλους και από όλα, ψάχνω να βρω πυξίδα μέσα μου. Βγαίνω να ανασάνω, να μυρίσω το άρωμα της, και σκαλώνω σε  έναν τοίχο. «Μου λείπεις» λέει, και ήδη φαντάζομαι το συνωμοτικό  χαμόγελο εκείνης, της τυχερής, κάθε πρωί που φεύγει για τη δουλειά.

Πιο κάτω, δύο κορίτσια περιμένουν το αστικό και γελάνε ασταμάτητα. Άθελά μου ακούω πως μιλούν για έρωτες. Εκείνους, τους νεανικούς. Ταξιδεύω.

Δύο άντρες μιλούν δυνατά. Έτσι γίνονται όλα σε τούτη την πόλη. Δυνατά γέλια, δυνατά κλάματα, δυνατές χειραψίες. Μιλούν δυνατά, αγκαλιάζουν δυνατά, αγαπάνε δυνατά.

Η πρώτη εικόνα του λιμανιού και ήδη καθαρίζει το μυαλό. Σα να φυσά βαρδάρης και παίρνει όλα τα σύννεφα μακριά. Χάνομαι στο πλήθος και παρατηρώ τους ανθρώπους της, χαμογελώ ξανά. Μυρίζω αλλαντικά και μπαχάρια στην αγορά, γεύομαι την αλμύρα της ατμόσφαιρας. Όλα μου φαίνονται πιο απλά τώρα. Αρχίζει και ξεδιαλύνει το χάος στο μυαλό μου.

Ένα μικρό παιδί κλαίει. Αρχικά απορώ. Λίγα βήματα πιο κάτω, ένα άλλο κρατά την ευτυχία  στα χέρια του και τα μάτια του λάμπουν. Κοιτάζω ψηλά. Η «ευτυχία» του πρώτου πέταξε, ταξιδεύει στον ουρανό, την πήρε ο άνεμος. Σκέψεις και συσχετισμοί κυριεύουν και πάλι το κεφάλι μου.

Φανάρι. Σταματώ και περιμένω. Θαυμάζω μια όμορφη, καλοντυμένη γυναίκα, που περπατά με αέρα. Ξάφνου σκύβει και αφήνει διακριτικά κάτι  σε μια ηλικιωμένη που ντρέπεται να απλώσει το χέρι να ζητήσει. Συγκινούμαι. Κλαίω και εύκολα, πανάθεμά με. Τώρα τη θαυμάζω αληθινά.

Δύο έφηβοι- ίσως και λίγο πιο μεγάλοι- ανταλλάσσουν φιλιά στη μέση του δρόμου. Θυμάμαι πως αυτή η πόλη μου έμαθε να ζω με πάθος. Να τραγουδάω δυνατά, να ερωτεύομαι πολύ, να χορεύω στους δρόμους, να σκέφτομαι αλλιώς, να είμαι ελεύθερη. Αυτή η πόλη , πάντα μου δίνει απαντήσεις στις πιο τρελές ερωτήσεις μου.  Μου θυμίζει ποια είμαι και ποια θέλω να γίνω.

Η βόλτα μου τελείωσε. Με πόδια βαριά, μα καρδιά ανάλαφρη, ήρθε η ώρα να γυρίσω στο σπίτι μου. Θα κοιμηθώ πιο ήρεμη σήμερα, ξέροντας ότι στο επόμενο αδιέξοδο, όλα θα γίνουν πιο εύκολα με μια βόλτα στην πόλη…