at a glance
Top

Το τσακισμένο παραμύθι

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

 Στην αρχή ήταν μόνο τρεις τέσσερις σταγόνες αίματος. Βάψανε και πότισαν την μαξιλαροθήκη της. Βαθιά. Και είχε κι αυτή την εμμονή όλα τα στρωσίδια της να ‘ναι ολόλευκα. Τίποτα δεν κρυβότανε πια. Τίποτα. Βέβαια, δε θα γλίτωνε και κάτι μετά την πλημμύρα που ακολούθησε. Την βρήκε -άλλη μια φορά- απροετοίμαστη η γνωστή ρινορραγία της. Συνήθως είχε κάποιο χαρτί κουζίνας, λίγο βαμβάκι στο κομοδίνο της, δίπλα στην στοίβα από τα παραμύθια που δεν αποχωρίστηκε ποτέ. Εκείνο το βράδυ δεν το σκέφτηκε διόλου. Δεν το έβαλε καθόλου στο νου της, την ώρα που ευτυχισμένη από έρωτα αφέθηκε, αχάραγα, στην λευκή αγκαλιά του δίδυμου αδερφού του Θανάτου.

Τα δοκίμασε όλα όσα είχε μάθει τόσα χρόνια. Όλα τα τεχνάσματα για να πάψει να τρέχει αίμα η μύτη της. Κρύο νερό στο μέτωπο και τον αυχένα, ψηλά το αριστερό της χέρι, πίεση με δείκτη και αντίχειρα στα ρουθούνια… Μια ψηλά το κεφάλι, μια χαμηλά. Άδικος κόπος. Ακατάπαυστη ροή. Τακ τακ τακ το αίμα στο νεροχύτη του μπάνιου. Κόκκινες χούφτες κι εξάντληση.

Και είχε περάσει τόσο ανέλπιστα ωραία με τον Θεόφιλο όλο το βράδυ. Και κατάλαβε πως μαζί του υπήρχε ελπίδα για κάτι πιο σταθερό, πιο μόνιμο. Μαζί μ’ αυτόν τον άνθρωπο άξιζε! Άξιζε να δει τη ζωή αλλιώς.

Δώσ’ μου ένα φιλί ακόμη, της είπε, αν θες να συνεχίσω.

Κι εκείνη ήθελε και να συνεχίσει την ιστορία του ο Θεόφιλος, μα άλλο τόσο ήθελε να του χαρίσει τα χείλη της. Υπήρχε μια κανονικότητα στη ζωή του, ένας ορθολογισμός στη σκέψη του, μια αισιοδοξία στα μάτια του- Τα μάτια του! Μελιά με πράσινους λεκέδες-. Αισιοδοξία στο παρόν και στο παρελθόν του. Το μέλλον μαζί του, είχε μέλλον!

 Τακ τακ τακ και τα δυο της πόδια είχαν, το τελευταίο εικοσάλεπτο, αρχίσει ν‘ αδυνατούν να την κρατήσουν σταθερή. Και ήταν κι εκείνες οι σκέψεις που πάντα συνόδευαν τις ζαλάδες της κι έκαναν το τοπίο μέσα στο νου της ομιχλώδες. Ο νιπτήρας πια κόκκινος, τοξωτός και διάφανος μόνο στο κέντρο του απ’ το νερό που ξοδεύονταν αλόγιστα, ανίκανο να νικήσει το φρέσκο κόκκινο. Στις χούφτες τις τρέμανε χαρτιά, κρύα νερά και αίματα, που γλίστραγαν ως τους αγκώνες της και από εκεί, αυτοκτονούσαν ομαδικά. Πλέον δεν είχε καμία σημασία αν θα έσταζε αίμα στο χώρο. Απ’ ώρα πια δεν είχε σημασία. Μόνο να κάτσει στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου δίχως να χτυπήσει. Κρύωνε, ζαλιζότανε, και οι σκέψεις της, δυο αρμαθιές κρεμασμένες από τσιγκέλια απέναντι στα μάτια της. Της διηγούνταν  καταθλιπτικές ιστορίες που έζησε. Με αρχή και τέλος. Γυμνές, ξεβράκωτες. Χωρίς κομπιάσματα η γλώσσα τους. Κανένα φίλτρο. Όλα κατάλληλα στις πιο ακατάλληλες ώρες για να ειπωθούν. Να είναι σχεδόν ξημέρωμα, αιμόφυρτη, λιπόθυμη και παγωμένη και ο νους να επεξεργάζεται τις καταγγελίες του υποσυνείδητου. Δυο αρμαθιές κρεμασμένες στα τσιγκέλια απέναντι στο βλέμμα της -χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αποστροφής- και ούτε μία για καλό… Και το αίμα της ν’ αργοκυλά στο πλάι, γλείφοντας χείλη και τον αριστερό γυμνό της ώμο, δίπλα απ’ το παιδικό εμβόλιό της.

 Ο πατέρας της… Όχι, όχι ο πατέρας της. Εκείνη η σκιά, που γύριζε αλκοολικά τα βράδια κι έμοιαζαν οι πόρτες του σπιτιού να στένευαν καθώς χτυπούσε πάνω τους ίσαμε να τις διαβεί. Εκείνη η σκιά, που είχε μια φωνή που σου ανακάτευε τα έντερα με τους παραλογισμούς της. Με τις οξυθυμίες της και της απαιτήσεις της. Μία σκιά που έζεχνε και γεννοβόλαγε φόβους. Δικούς της φόβους σε χρώμα γκρι. Όλοι οι φόβοι της ήτανε γκρι. Που άναβε όλα τα φώτα και ξαφνικά-σε μια στιγμή- γινότανε ο πατέρας της. Που ήταν κάποιος άλλος στο σώμα του πατέρα της. Ένας δαίμονας κατουρημένος απ’ το λυμένο ζωνάρι του και κάτω. Που κοίταζε αγριεμένος τους καθρέφτες κι έφτυνε και γίνονταν χυδαίος μπρος στην κόρη του καθώς κατέβαζε τα ρούχα του και αποκάλυπτε το μαραμένο του όργανο, που δήθεν είχε κέφια να ξεδιψάσει όλων των γυναικών τις καύλες. Ένας δαίμονας που η ανάσα του απόδιωχνε και τον ίδιο τον Πλούτωνα, του Κρόνου και της Ρέας. Ένας δαίμονας άφραγκος και καταχρεωμένος που ξέρναγε πάνω στα σιδερωμένα -λες και τα έβαζε σημάδι- που έσπαγε ό,τι απέμεινε από ποτήρια, πιάτα και συσκευές γιατί ,έλεγε, πως ήτανε δικά του και τα έκανε ό,τι ήθελε! Ένας δαίμονας που σίγουρα θα είχε συνοδηγό κάποιον αποστάτη  άγγελο και όλο την γλύτωνε με μικρά τραύματα ο ίδιος και γρατζουνιές το παλιό του Citroen, του ’79 μοντέλο.

Αχ, αυτός ο δαίμονας, που ούτε τις μέρες δεν την άφηνε να βρει ησυχαμό. Που τα τσιγάρα του είχανε πολλές φορές τολμήσει να χαθούνε και δεν τα έβρισκε μόλις ξυπνούσε κι έβριζε το ντουνιά. Και ήθελε έτοιμο ζεστό νερό για τον καφέ του και ήθελε ζεστό φαϊ, ζεστό ψωμί στην ώρα του, ζεστό το σπίτι απ΄ την ξυλόσομπα, ζεστό το ένα, τ’ άλλο… ζεστό νερό στο μπάνιο του, ζεστό, ζεστό, ζεστό! Κι έψαχνε τα κλειδιά του, τα ρούχα του, τα χαρτιά του, τα παπούτσια του, τα κέρματά του κι όλο του έφταιγε η μικρή. Και που κανείς, ποτέ, δεν τον καταλαβαίνει. Που κανείς δεν ξέρει τι πέρασε και τι περνάει. Που νοιάζεται για πράγματα που θα τους αλλάξουν την ζωή. Κι ας φούσκωναν κι ας περίσσευαν τα χρέη και οι υποχρεώσεις σε τούτη τη ζωή. Εκείνος ήταν μπροστά. Πολύ μπροστά. 

 Και πάντα, η ίδια, απορούσε πώς είναι δυνατόν να ‘ναι δικό του σπλάχνο! Κι έπειτα συμβιβαζότανε και αποδεχόταν τη γκριζωπή ζωή της. Τα τραύματα από τις καύτρες που σβήνανε πάνω της, είχε ξεχάσει πια να μετρά. Το ένα επουλωνότανε, το άλλο ανάβλυζε πύον… ‘Κείνο που δεν έκλεινε ποτέ, ήτανε της ψυχής της. Ένα τραύμα χαώδες, ατέρμονο. Λαβύρινθος η ψυχή της. Μα το χειρότερο ήταν ότι κάποιες στιγμές ένιωθε η ίδια ενοχικά απέναντί του. Ένιωθε πως ίσως τον αδικεί. Ή, το ακόμη χειρότερο, ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. Ότι είναι φυσιολογικά. Ότι γίνονται κι αλλού. Και αυτή της η σκέψη, ήταν η μεγαλύτερή της ήττα. Ήταν πιο δυνατή κι απ’ τα χαστούκια του, που την πετάγανε ζαλισμένη για λεπτά ολόκληρα στα πατώματα. Και δε σηκωνότανε μέχρι να τον ακούσει να φεύγει από το σπίτι, με μια χριστοπαναγία να γλυτώνει -από τύχη θέλεις; από θεϊκή εύνοια;-την τελευταία στιγμή, καθώς έκλεινε με ορμή την εξώπορτα τραντάζοντας το σύμπαν. Μέσα μεριά και η χριστοπαναγία, πια. Ασφαλείς μακριά του, όλοι τους!

 Σε τί να πιστέψει τούτο το κορίτσι πια και τί να ονειρευτεί. Όλος ο κόσμος της κουρέλια, ξέφτια και μεθυσμένα κρόσσια. Γι‘ αυτό και μέσα από τα παραμύθια, που διάβαζε ξανά και ξανά, έψαχνε την ισορροπία της, τον εαυτό της, την ηρεμία της. Πότε έφτανε αυτό και πότε δεν αρκούσε. Και τότε, πάνω στην υπερένταση και στο άγχος της, άνοιγε η μύτη της. Από μικρό παιδί. Και βάφονταν κόκκινη στο κέντρο του κορμιού της. Και κόλλαγε το αίμα πάνω της κι εκείνη το έξυνε με μανία για να το διώξει μακριά της, σα σίχαμα. Ώσπου, έκτη δημοτικού, της ήρθε και το άλλο αίμα με πόνους γέννας και το κακό γιγάντωσε. Και η ίδια νόμισε τον εαυτό της δαίμονα και δράκο, όπως σε κάποια παραμύθια της. Και πίστεψε πως γι’ αυτό δεν αγαπιέται από κανένα. Πως γι’ αυτό  πέθανε η μάνα της στη γέννα πάνω. Γι’ αυτό πως τυραννιέται απ’ τον πατέρα της. Γι’ αυτό μια μέρα, σκέφτονταν και ανατρίχιαζε στην ιδέα, θα ξυπνήσει και θα ‘ναι όλη κόκκινη, με δόντια μυτερά, φτερά στις πλάτες και νύχια άγρια για να σκορπάει το κακό. Και τότε για εκείνη, δεν θα υπήρχε ποτέ το ‘’Μια φορά κι έναν καιρό…’’ μονάχα το ‘’Εδώ και τώρα…’’ και δε θα ξεστόμιζε ποτέ η μοίρα της το ‘’…και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.’’ Κι αυτό την τρόμαζε, όσο την τρόμαζε η Σκιά-έτσι τον έλεγε κι αυτή- τα βράδια που επέστρεφε. Και ύπνο δεν είχε, μάτι δεν έκλεινε, σώμα δεν ηρεμούσε, ψυχή δε γαλήνευε… Μόνο έσφιγγε αγκαλιές, το ένα το παραμύθι της που αγάπαγε πολύ, μέχρι που κάποια στιγμή από την έντασή της την πολλή, το τσάκισε στη μέση. Άχου της, κι άλλο κακό να μην την βρει! Το τσάκισε στη μέση…