at a glance
Top

Τι κράτησες μέσα σου;

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου + ευτυχία πασχαλίδου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Τι κρατάς αλήθεια από εκείνα που οι πολλοί ονομάζουν περασμένα; Τι έμεινε μέσα σου από όλα όσα σε έφεραν στο σήμερα κι έγινες ο εαυτός σου; Ο εαυτός σου που σου τη δίνει όσο κανείς κι ας μη θέλεις να το παραδεχτείς. Ο εαυτός σου που σε κοιμίζει κάθε νύχτα νανουρίζοντάς σε με απωθημένα κι ενοχές. Ο εαυτός σου που σε βγάζει ασπροπρόσωπο παρ’ όλα αυτά. Ή μάλλον για όλα αυτά. Νομίζεις ότι θα πετύχαινες οτιδήποτε αν δεν είχες πρώτα να τα βάλεις με τους θεούς και τους δαίμονές σου; Δε μου είπες όμως. Τι κρατάς ακόμη αγκαλιά μέσα στα όνειρά σου;

Ένα πρόσωπο που δε θα πεις ποτέ και σε κανέναν το όνομά του όμως εσύ θα ξέρεις πάντα ότι ήταν εκείνο που αν δεν έδιωχνες θα σε καθόριζε περισσότερο απ’ όσο θα άντεχες να κουμαντάρεις; Μια αλήθεια που δεν ειπώθηκε όταν έπρεπε λόγω δειλίας; Ένα φιλί που έδωσες με λαχτάρα και σε τρόμαξε; Μια νύχτα που μοιράστηκες όμως κατά τη διάρκειά της παρέμεινες μοιρασμένος κι εσύ; Όσα έδωσες ή όσα δεν  τόλμησες να δώσεις; Το ότι κρατήθηκες κάποτε την πιο ακατάλληλη στιγμή αντί να αφεθείς ώστε να γίνει η καταλληλότερη της μέχρι τότε ζωής σου; Τι κρατάς σαν φυλαχτό και τι σέρνεις σαν κατάρα;

Όλα εκείνα που ο εγκέφαλός σου καταχώνιασε σε μια ξεχασμένη γωνιά γεμάτη υγρασία από πολυκαιρισμένα δάκρυα ώστε να σε προστατεύσει; Τόσα και τόσα “ναι” ή “όχι” που το υποσυνείδητό σου αρνείται να φωνάξει και καταλήγει να τα πνίγει κάθε ξημέρωμα μέσα σε μαξιλάρια; Τους έρωτες που έπαθαν ασφυξία από τους λυγμούς αφού δεν κατάφεραν να παραδεχτούν την ιδιότητά τους; Τα κορμιά που ενώθηκαν σαν σύννεφα σε καταιγίδα μόνο και μόνο για να χωριστούν μετά τον κεραυνό της ένωσής τους; Τα μισά κι ανέσωτα χάδια που δεν εννόησαν ποτέ το “σε κρατάω”; Τα “σε θέλω” που μαγκώθηκαν ανάμεσα στα χείλη σου και δε γλίστρισαν ποτέ έξω από τα σφιγμένα σου δόντια ενώ ούρλιαζαν θέλοντας να σου ξεφύγουν; Τους στίχους που συνδέθηκαν με όσα σε στοιχειώνουν για να τους ψιθυρίζεις σαν μοιρολόι μαζί με κάθε τζούρα απ’ το τσιγάρο σου; Τις γουλιές του αλκοόλ που προσπάθησε να κατεβάσει κάτω φαρμάκια κι ανεκπλήρωτα; Ή μήπως τους άσπρους πάτους που δεν τσούγκρισες με τον έναν που άφησες να φύγει και μαύρισαν το χωρίς πάτο πια ποτήρι σου;

Μήπως κρατάς όσα κατάφερες να πεις πως ξέχασες για να βαφτίζεις κάθε τόσο τον εαυτό σου αδιάφορο; Μήπως κρατάς την αλλοπρόσαλλη πλευρά σου ακόμη σφιχτά θυμίζοντάς της συχνά το πόσο εύκολα βαριέται μην τυχόν και κάπου κουμπώσει και σκιαχτείς; Κρατάς άραγε όλα εκείνα που είσαι ή όσα προσποιείσαι πως πέτυχες; Κρατάς όσα δεν κατάφερες να κρατήσεις στ’ αλήθεια ή τις φυγές που έγιναν λύτρωση για τον απροσάρμοστο συναισθηματικό σου κόσμο;

 

Θυμάσαι; Δε μου είπες. Τι κρατάς;