at a glance
Top

Τα Χανιά μου

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Πάντα απέφευγα τούτο το νησί, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο. Γιατί ήξερα τη δύναμή του-την άκουγα να την τραγουδούν συχνά- αυτή που σε δένει και σε τραβάει πίσω σε αυτό, όσο κι αν πας να ξεφύγεις. «Σε μαγεύει», μου λέγανε, «και ακόμα κι αν το σώμα σου δεν μπορέσει να το κρατήσει, το μυαλό σου μένει πάντα εκεί…» Κι όπως πάντα, ό, τι αποφεύγω με μανία, με κάνει στο τέλος να πέφτω με τα μούτρα. Θες η τύχη, θες η μοίρα που κρυφογελούσε στα «εγώ; ποτέ!» μου, κάτι με έφερε εδώ, και μάλιστα μόνιμα. Ή και όχι. Ποιός ξέρει; Σχέση πάθους, λοιπόν, όπως αυτές που λες «άσε με…» και ταυτόχρονα πέφτεις στην αγκαλιά τους με ορμή.

Αυτό ακριβώς είναι τα Χανιά. Αντιθέσεις. Το παλιό και το νέο κομμάτι. Τα τουρκικά αποτυπώματα από τη μία, τα εβραικά  από την άλλη, παντού ενετικές επιρροές, μα πάνω από όλα το κρητικό στοιχείο. Στους δρόμους άγρια πρόσωπα, μα χέρια φιλόξενα, που σε αγκαλιάζουν σφιχτά. Το σαξόφωνο στη μια πλευρά του λιμανιού, μπλέκει γλυκά με το λαούτο που φτάνει στα αυτιά σου από την άλλη. Κάπου ανάμεσα στις μελωδίες -γιατί εδώ οι δρόμοι είναι γεμάτοι μουσική- κάποιοι παίζουν με τις φωτιές, ενώ κάποιοι άλλοι αφήνουν στο μοβ ουρανό πελώριες σαπουνόφουσκες. Μιναρέδες και καμπαναριά αγκαλιάζονται. Εναλλακτικά μπαρ χωμένα σε σκαλάκια και ταράτσες συνυπάρχουν αρμονικά με κυριλέ καναπέδες σε αυλές και σε στενά, και δε μπορείς να διαλέξεις  πού θα ξεδιψάσεις σήμερα το βράδυ. Μα γιατί να διαλέξεις; Ήσυχες γωνιές κάτω από πλατάνια για χαλαρή κουβέντα και φιλοσοφίες μέχρι το πρωί και άλλες, λιγότερο ήσυχες , ανάμεσα σε μπανανιές και τεράστια ηχεία, ιδανικές για χορό ή φλερτ υπό των ήχο γνωστών λαϊκών σουξέ (γιατί είσαι διακοπές, διάολε, και το έχεις ανάγκη και αυτό!). Γκουρμέ πιάτα και ακριβώς απέναντι, παξιμάδι, μυζήθρα, ντομάτα κι ελιά. Και κάπαρη. Κυρίως κάπαρη! Οροπέδια και βράχια και φαράγγια, και από κάτω, θάλασσες. Και τι θάλασσες! Τυρκουάζ, μπλε, πράσινες. Κι όπου και να ξαπλώσεις, το σώμα σου γίνεται ένα με τη γη. Και νιώθεις την ενέργειά της σε κάθε σου κύτταρο.

Γιατί αυτό είναι τα Χανιά. Ενέργεια. Τη βρίσκεις σε κάθε σου βόλτα. Τη βλέπεις στις παρέες που κάθονται με ήλιο για ένα ουζάκι και σηκώνονται μετά το σούρουπο, σε κάποιο απόμερο λιμανάκι. Σε αυτά τα στέκια που μόνο οι ντόπιοι ξέρουν, μα με χαρά θα σου εκμυστηρευτούν, αν τους ρωτήσεις.  Τη νιώθεις σε μια απογευματινή βόλτα στα παλιά βυρσοδεψεία, αληθινή χρονοκάψουλα. Μπλέκεται με μια δέσμη φωτός, όταν σε βρίσκει το χάραμα στο φάρο, με ένα κοκτέιλ σε πλαστικό ή με μια μπύρα από το τελευταίο ανοιχτό περίπτερο, να μιλάς για τους δικούς σου φάρους, να εξηγείς γιατί τους αγαπάς τόσο. Την αισθάνεσαι σε μια νυχτερινή -πολύ νυχτερινή- βόλτα στα σοκάκια, όταν η βουή έχει πέσει για ύπνο κι εσύ, λίγο ζαλισμένος, χαζεύεις τα κτίρια. Τους τοίχους. Τα παλιά πατζούρια. Κι ίσως φταίει το ποτό, αλλά νομίζεις ότι ακούς τον Ερωτόκριτο να τραγουδάει τον έρωτά του, κάτω από ένα ανοιχτό παράθυρο. Και καταλαβαίνεις ότι γι’ αυτό η ιστορία δεν εκτυλίσσεται εδώ…Γιατί η ομορφιά αυτού του τόπου θα έκλεβε λίγη από την αίγλη του ίδιου του Έρωτα.

Γιατί αυτό είναι τα Χανιά. Έρωτας. Με την πρώτη ματιά, μα και παντοτινός. Έρωτας με τον τόπο, το χώμα του, με τους ανθρώπους και το ιδίωμά τους. Με το χρώμα του ουρανού κάθε ηλιοβασίλεμα, με τις γεύσεις, τις μυρωδιές, τις μουσικές. Έρωτας και με τις πέντε αισθήσεις. Έρωτας κάθε εποχή. Κι αν θες να σου πω κι ένα τελευταίο μυστικό, άκου κι αυτό: έρωτας είναι τα Χανιά. Κι όχι μόνο τις νύχτες του Σεπτέμβρη! Προλαβαίνεις…